ΣΠΑΝΑΚΙ. ΚΕΦ. ϞΗ'. (ϞΡ')
Αυτό ωφελά εις τον βήχαν, καταψυχίζει τον φλέγμονα και το συκώτι, παύει την θέρμην της χολής, κινά την κοιλίαν και δίδει μεν ολίγην δύναμιν του σώματος, αμή είναι χορτάρι άβλαβον, μόνον τον ψυχρόν στόμαχον βλάπτει, όταν φάγη τινάς περισσόν. Όταν ουν το τρώγης, βάνε και πιπέρι ή κανέλλαν ή σταφίδας και διάλεγε το τρυφερόν από παχύ χωράφιον. Όταν σε δακάση σκορπιός, κοπάνισε σπανάκι, πίε τον ζωμόν και το χόρτον βάλε εις την πληγήν να ιατρευθής.