<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<!--<!DOCTYPE TEI.2 SYSTEM "../../dtd/narrcorpus.dtd">-->
<TEI.2 id="it">
  <teiHeader>
    <fileDesc>
      <titleStmt>
        <title>Agapios Landos, Geoponikon: an electronic Version</title>
        <title type="short">AL_GEOP</title>
        <author>Agapios Landos</author>
        <editor>Despoina Kostoula</editor>
        <principal>Notis Toufexis</principal>
        <respStmt>
          <name>Katharina Karduck</name>
          <resp>OCR and first proofreading</resp>
          <name>Notis Toufexis</name>
          <resp>TEI conversion and second proofreading</resp>
        </respStmt>
      </titleStmt>
      <editionStmt>
        <edition>This electronic version compiled for the needs of the research
          project on Early Modern Greek Diglossia at the University of Hamburg <xref>http://www.rrz.uni-hamburg.de/SFB538/historische/h4.html</xref>
        </edition>
      </editionStmt>
      <extent>no of words</extent>
      <publicationStmt>
        <distributor>
          <name>Notis Toufexis</name>
        </distributor>
      </publicationStmt>
      <sourceDesc>
        <p>Άγαπιος Λάνδος. Γεωπονικόν. Βενετία <date>1643</date>. Επιμέλεια
          κειμένου - Εισαγωγή - Σχόλια - Γλωσσάριο: <name>Δέσποινα Δημοσθ.
          Κωστούλα</name>.Βόλος: Εκδόσεις Τήνος, <date>1991</date>
        </p>
      </sourceDesc>
    </fileDesc>
    <encodingDesc>
      <projectDesc>
        <p>The electronic version of this text was compiled for the needs of the
          Project "Forms of Written Discourse in Byzantine and Modern Greek
          Diglossia" at the SFB538, University of Hamburg. Visit
          <xref>http://www.rrz.uni-hamburg.de/SFB538</xref> for more details.</p>
      </projectDesc>
      <editorialDecl>
        <correction>
          <p>Errors in the text are due to icomplete proofreading.</p>
        </correction>
        <quotation form="std" marks="all">
          <p>All quotation marks have been replaced by the q or quote TEI-tags.</p>
        </quotation>
        <segmentation>
          <p>No segmentation has been conducted so far <date>29.09.2004</date>.</p>
        </segmentation>
      </editorialDecl>
      <tagsDecl>
        <tagUsage gi="div">The division in chapters as in the edition</tagUsage>
        <tagUsage gi="p">Paragraphs of the edition used</tagUsage>
        <tagUsage gi="q">Is being used to mark the dialogue parts within the
          texts. who and type attributes are being used to distinguish some
          embeeded narratives within the text. Attribute "type" and "who" used
          for distinctions within the q tags.</tagUsage>
        <tagUsage gi="quote">Used for citations from other texts</tagUsage>
        <tagUsage gi="pb">Marks the pages of the edition. The element in the XML
          is put at the end of the page.</tagUsage>
      </tagsDecl>
    </encodingDesc>
    <revisionDesc>
      <change>
        <date>September 2004</date>
        <respStmt>
          <resp>Notis Toufexis</resp>
        </respStmt>
        <item> Proofreading incomplete! </item>
      </change>
    </revisionDesc>
  </teiHeader>
  <text>
    <body>
      <div type="epistula dedicatoria">
        <head lang="it">
          <pb n="127"/> AL MOLTO ILLUSTRE, ET ECCELL. SIG. SIG.<lb/> GIACOMO DE
          MEDICI, DOTTORDI MEDICINA ET<lb/> FILOSOFIA MIO PATRONOS SERVAND.</head>
        <p>Πολλοί νομίζουσιν ότι, οπόταν τις άνθρωπος γεννηθή εις πόλιν
          πολυάθρωπον και περίφημον από γονείς ευγενείς και επιφανείς, είναι
          άξιος να ευφημήται ο τοιούτος και να θαυμάζεται δια την της πατρίδος
          και συγγενείας αυτού περιφάνειαν. Αλλά σφάλλουσιν άμετρα οι τοιούτοι
          και αδιάκριτα κρίνουσιν, ότι η αρετή δεν κατάγεται εις τους
          κληρονόμους, καθώς και η κακία και φαύλη πολιτεία δεν υπάγει κατά
          διαδοχήν εις τους απογόνους, αλλά πας ένας εκ των ιδίων έργων, κατά
          τον δεσποτικόν λόγον, ή αισχυνθήσεται ή δοξασθήσεται. Όσον ουν είναι ο
          άνθρωπος από εναρέτους <milestone ed="1643" n="a2v" unit="fol"/> και
          επιφανείς γονείς καταγόμενος, και τα έργα του να είναι ευτελή τε και
          άπρεπα, τόσον του πρέπει κατηγορία και καταφρόνησις. Και πάλιν το
          εναντίον. Όταν φυτρώση και ανατραφή εις μίαν χώραν ευτελεστάτην και
          άσημον από ποταπούς ανθρώπους ένα φυτόν ευγενέστατον και να γένη με
          την σπουδήν αυτού και πολλήν επιμέλειαν θαυμάσιος εις τας πράξεις και
          κατορθώματα και να προκόψη εις την αρετήν, τότε μάλλον πρέπει ο
          τοιούτος να ευφημήται υπό πάντων αξίως και λαμπρώς να εγκωμιάζεται,
          καθώς φαίνεται εμφανώς εις την ευγένειάν σου, Κύριε Ιάκωβε, ρήτορ
          εξοχώτατε και ιατρέ πάνσοφε, και σε θαυμάζουσιν άπαντες βλέποντες ότι
          από μίαν ποταπήν και ευτελή χώραν της Μαΐνης εβλάστησε τοιούτον φυτόν
          εστολισμένον με τόσας αρετάς και χαρίσματα. </p>
        <pb n="128"/>
        <p>Ταύτα ακούοντας και εγώ από τον θεοφιλέστατον <milestone ed="1643"
            n="a3r" unit="fol"/> κυρ Παρθένιον, τον πρώην Ευρυσθένης επίσκοπον,
          και από άλλους πολλούς Λακεδαίμονας σε αγάπησα κατά Θεόν εξ όλης
          καρδίας μου και, με όλον οπού δεν σε είδα με τους αισθητούς οφθαλμούς,
          σε στοχάζομαι με τους νοερούς καθ' εκάστην και μετά σου διαλέγομαι.
          Όθεν εις μικρόν σημείον της ευλάβειας, οπού έχω προς την σην
          λογιότητα, ηθέλησα να της αφιερώσω ετούτο το μικρόν βιβλίον
          παρακαλώντας την να το ερευνήση ως έμπειρος και πρακτικότατος, να το
          διόρθωση, εάν έχη τίποτες σφάλμα, και να αναπλήρωση με την πολλήν
          πράξιν οπού έχει εις την ιατρικήν, όσα εγώ αφήκα άγραφα δια την ολίγην
          μου μάθησιν. Ότι εγώ ιατρός δεν είμαι, μόνον από τον Ματαιώλην και
          Κάστορα και άλλους σοφούς των ιταλών εμεταγλώττισα τας ερμηνείας
          αυτάς, οπού ετύπωσα εις κοινήν ωφέλειαν.</p>
        <p>Δέξου τοιγαρούν, εξοχώτατε, το μικρόν τουτί δώρον του ταπεινού
            Αγαπίου<milestone ed="1643" n="a3v" unit="fol"/>, ως ο της Περσίδος
          άναξ και Μακεδών Αλέξανδρος το κοίλαις χερσί Αροσφερόμενον παρά των
          γεηπόνων υδάτιον υπεδέξατο. Δέομαι και αντιβολώ τον Παντοδύναμον
          ανακτά του αξιώσαι ημάς συνομίλησαι εν τώδε τω βίω, όπως
          συνευφρανθώμεν τώ πνεύματι, εν δε τω μέλλοντι κληρονόμους ποιήσαι της
          αιωνίου μακαριότητος.</p>
        <p>Δούλος αχρείος της σης λογιότητος<lb/> Αγάπιος Μοναχός<lb/> In Seculo
          Athanassio Lando Di Candia. <pb n="129"/>
        </p>
      </div>
      <div type="preface">
        <head>Αγάπιος τοις εντευξομένοις</head>
        <milestone ed="1643" n="a4r" unit="fol"/>
        <p>Από όλα τα σωματικά αγαθά άλλον δεν έχει ο άνθρωπος ποθεινότερον,
          ωσάν την υγείαν και ευρωστίαν, δια την οποίαν στέργει να εξοδιάση όλον
          τον βίον του, ότι, εάν έχη κτήματα πολλά αμπελώνας, χωράφια, ιμάτια
          πολύτιμα, χρυσίον, αργύριον και άλλον πλούτον αμέτρητον, έπειτα να
          είναι ασθενής και κατάκοιτος τι το όφελος; Επειδή δεν ημπορεί να
          χαίρεται και ν' απολαμβάνη τα έχει του, ο τοιούτος είναι δυστυχέστερος
          από τον υγειαίνοντα πένητα, ο οποίος εάν είναι και πτωχός, καν έχει τα
          μέλη του εύρωστα και με τον κόπον του εβγάνει την ζωοτροφίαν του και
          χαίρεται την υγείαν του. Ο δε ασθενισμένος πλούσιος διάγει βίον
          αβίωτον και σχεδόν ως νεκρός κατακείτεται και έχει λύπην πολλήν δι'
          αυτό και θλίψιν ανείκαστον. Δια την αιτίαν γουν ταύτην έχοντας πόθον
          εγώ να σας ευεργετήσω και σωματικώς, ω άνθρωποι, καθώς και ψυχικώς σας
          ωφέλησα με τα βιβλία οπού ετύπωσα, του Θεού συνεργούντος μοι, εξέδραμα
          από τους πλέον μαθηματικούς ιατρούς, νεωτέρους και παλαιούς, ερμηνείας
          και ιατρικά πολλά ωφέλιμα εις την υγείαν του σώματος. Και όστις
          αναγνώση ταύτην την βίβλον ευρίσκει πολύ διάφορον, ότι εδώ σας
          ερμηνεύω ένα καθένα τα βρώσιμα, ήγουν καρπούς, ζώα, χορταρικά και
          οψάρια. Καθενός την βλάβην οπού <milestone ed="1643" n="a4v"
          unit="fol"/> δίδει και την ωφέλειαν, δια να ηξεύρει πας ένας να
          φυλάγεται άβλαβος και να γένη πολύχρονος χωρίς να του έλθη ποσώς
          ασθένεια, οι οποίες έρχουνται τες πλέα φορές από τα εναντία βρώματα.
          Και όστις εναντιωθή εις ετούτο, ας αναγνώση όλους τους ιατρούς, οπού
          φέρνουσιν εις μαρτυρίαν της αληθείας αυτής εκείνους τους ευλογημένους
          Προπάτορας, οπού έζησε πας ένας χρόνους ενακοσίους τόσους χωρίς
          ασθένειαν, καθώς εις την Γένεσιν φαίνεται, ήγουν ο Αδάμ, ο Σηθ και οι
          τούτων απόγονοι. Το οποίον συλλογιζόμενοι τινές άγνωστοι ετόλμησαν να
          ειπούσι πως εκείνοι οι χρόνοι ήσαν μικρότεροι, αλλά <pb n="130"/>
          τούτο είναι ψεύμα σαφέστατα, μόνον η αιτία οπού έζησαν τόσον καιρόν
          ήτον πρώτον μεν από θείαν βούλησιν, εξού πάσα δόσις αγαθή και παν
          δώρημα τέλειον έρχεται, δεύτερον δε ήτον από την ευταξίαν της
          ζωοτροφίας, διατί έτρωγαν σύμμετρα και όσα βρώματα ήσαν άβλαβα, ότι ο
          Αδάμ ως τέλειος και πάνσοφος εγνώριζεν όλα τα χορτάρια και καρπούς
          ποίαν δύναμιν είχασι και την ερμήνευε των απογόνων αυτού και
          εφυλάγουνταν από τα βλαβερά δια τούτο έγιναν τόσον πολύχρονοι. Ύστερον
          δε, μετά τον Κατακλυσμόν, ασθένησεν η φύσις της ανθρωπότητος από την
          φθοράν του αέρος, ότι η θάλασσα εσκέπασεν όλον τον κόσμον και διεφθάρη
          η γη από την άλμην αυτής και δεν εγέννα τους καρπούς των δένδρων και
          τα χορτάρια τόσον <milestone ed="1643" n="a5r" unit="fol"/> άβλαβα.
          Όθεν δεν εζούσαν πλέον τόσους χρόνους οι άνθρωποι, ως το πρότερον,
          μόνον το τρίτον και ολιγότερον. Αλλά και τότε ευρέθησαν τινές
          επιμελείς και σπουδαίοι άνθρωποι, οπού με την πολλήν τους γνώσιν και
          μάθησιν εγνώρισαν την δύναμιν των βοτάνων και μας αφήκασι γραφικώς
          ποίαν ωφέλειαν δίδει καθένα, δια να βοηθούμεσθεν εις τες ανάγκες να
          μην αποθαίνωμεν. Ου μόνον δε οι άνθρωποι με το λογικόν ευρήκασι
          διαφόρους ιατρείας, αλλά και ζώα πολλά από χάρισμα της φύσεως
          εγνωρίζουσι διάφορα φάρμακα να βοηθούνται εις την χρείαν τους. Από τα
          οποία ζώα έμαθον μερικά και οι άνθρωποι και μάλιστα ταύτα· ήγουν το
          λάφι εγνωρίζει πως ο δίκταμος έχει δύναμιν και εβγαίνει από την σάρκα
          την σαγίταν και άλλα σίδηρα. Όθεν όταν πληγωθή, τρέχει και ευρίσκει
          αυτό το χορτάρι πάραυτα και μασεί και βάνει το εις την πληγήν του και
          θεραπεύεται. Το όμοιον κάμνουσι τα αγριόγιδα της Κρήτης, καθώς λέγει ο
          Αριστοτέλης. Ομοίως πάλιν τα λάφια, όταν τα δακάση το φαλάγγι, (οπού
          είναι ωσάν την αράχνην, αμή φαρμακερόν), τρώγουσι καβούρους και
          ιατρεύονται. Το χόρτον, οπού λέγομεν χελιδόνιον, μας ερμήνευσε το
          χελιδόνι πως φωτίζει τα όμματα, διατί γεννούνται τυφλά τα παιδία του
          και φέρνοντας αυτό το χόρτο το βάνει εις αυτά και βλέπουσιν. Τούτο
          βεβαιώνει και ο Γαληνός ούτω λέγοντας · <quote>ο ζωμός <milestone
              ed="1643" n="a5v" unit="fol"/> του χελιδονίου φωτίζει τους
            οφθαλμούς οπού θαμπώνουν από χοντρούς χυμούς.</quote> Η χελώνη
          τρώγει την ορίγανον και δεν την βλάπτουσι τα οφίδια. Οι αγριόχοιροι,
            <pb n="131"/> όταν αρρωστήσουν, τρώγουν κισσόν και καβούρους και
          ιατρεύονται. Τα αρκούδια, όταν φαρμακωθούν από την μανδραγόραν,
          τρώγουν μύρμηγκας και δεν βλάπτονται. Και άλλα πολλά ζώα νοούσι
          καλύτερα από τον άνθρωπον το συμφέρον τους· μάλιστα και το μέλλον
          εγνωρίζουσιν. Ήγουν τα κριάρια χορεύουσι και χαίρονται, όταν μέλλη να
          βρέξη, και τα βόδια αναλείχονται ανατρίχα και βόσκονται σπουδακτικά.
          Τα πρόβατα κτυπούσιν εις την γην με τον πόδα και σκάπτουσιν. Οι αίγες
          κοιμούνται σιμά μία της άλλης. Οι μύρμηγκες περιπατούσι σπουδαιότερα
          και, όταν υπαντά ένας τον άλλον, κακίζουσιν. Ομοίως και το γουρούνι
          εγνωρίζει πότε θέλει να χιονίση και συνάγει κομμάτια ξύλα και ψάθην
          και άλλα όμοια εις την στρώσιν του. Και ου μόνον τα ζώα της γης, αλλά
          και τα θαλάσσια εγνωρίζουσιν όταν θέλη να αλλάξη ο καιρός να γένη
          φουρτούνα, και χώνουνται οι αχινέοι εις την άμμον, τα καλαμάρια
          πηδούσι και συνάγουνται αντάμα αμέτρητα, οι βαθράκοι φωνάζουσι
          δυνατότερα, οι όρνιθες κτυπούσι τας πτέρυγας και χαίρουνται, οι λύκοι
          φεύγουσιν απ’ εκεί, οπού κατοικούσιν, όταν εγνωρίσουν πως έχει να κάμη
          πολύ χιόνι, και υπάγουν εις άλλον τόπον απόμακρα. <milestone ed="1643"
            n="a6r" unit="fol"/> Και απλώς ειπείν τα περισσότερα ζώα εγνωρίζουσι
          το συμφέρον τους και φεύγουν τον κίνδυνον. Οι δε άνθρωποι είναι εις
          ετούτο λειψότεροι. Λέγω δια τους ιδιώτας και αγράμματους, οπού
          πολιτεύονται σχεδόν χειρότερα των κτηνών και δεν αναγνωρίζουν όσα τους βλάπτουσι.</p>
        <p>Δια ταύτην την αιτίαν λοιπόν συνάθροισα από βιβλία διάφορα και
          εσύνθεσα το παρόν εις κοινήν των εντυγχανόντων ωφέλειαν. Το οποίον
          ονόμασα Γεωπονικόν, διατί εις την αρχήν έχω γεγραμμένας ερμηνείας
          αναγκαίας δια τους γεωργούς και κηπουρούς· πως να σπέρνουσι τα
          χορταρικά και γεννήματα, πως να κεντρώνουν τα δένδρη και κλήματα, πως
          να κυβερνούν τους καρπούς και κρασία να μην αφανίζωνται, αλλά πολύν
          καιρόν να φυλάγουνται, και άλλα πολλά χρειαζόμενα πράγματα δια κάθα
          λογής άνθρωπον λαϊκόν και εκκλησιατικόν. Από τα οποία πολλά μεν έμαθα
          από ανθρώπους πολυμαθείς και μαθηματικούς εισέ διαφόρους χώρας και
          κάστρη, οπού επεριπάτησα, και άλλα πάλιν από βιβλία ιταλών και ελλήνων
          φιλοσόφων, οπού ανέγνωσα. Και, όσον εδυνήθηκα, εφυλάχθηκα να μη γράψω
          ψεύματα, <pb n="132"/> καθώς πας ένας μπορεί να πιστωθή από όσους
          ανέγνωσαν το ελληνικόν Γεωπονικόν, τον Διοσκουρίδην, τον Γαληνόν, τον
          Ματαιώλην, τον Κάστορα και τους άλλους φιλοσόφους των ιατρών από τους
          οποίους εμεταγλώττισα φιλαλήθως, καθώς εκείνοι τα έγραψαν. Οι οποίοι
            εκοπίασαν<milestone ed="1643" n="a6v" unit="fol"/> τόσον και
          εγύρισαν κάστρη και πόλεις άπειρους και όρη υψηλότατα δια να εύρουν
          ωφέλιμα βότανα και με την πολλήν τους πράξιν και μάθησιν εκατάλαβαν
          παντός βοτάνου την δύναμιν και μας την αφήκασι γραφικώς, δια να
          ευρίσκωμεν εις την ανάγκην βοήθειαν.</p>
        <p>Δεχθήτε ουν, αδελφοί εν Χριστώ, το ωφελιμότατον ετούτο βιβλίον και
          αναγνώθετέ το πολλάκις, ως πολλά ωραίον και χρειαζόμενον, και αφήτε
          άλλα βιβλία ψευδή τε και μάταια, ιστορίας λέγω, κωμωδίας, μύθους των
          ποιητών και άλλα όμοια φλυαρίσματα, οπού ούτε την ψυχήν ωφελούσιν ούτε
          το σώμα σας, και μόνον ετούτο αναγνώθετε δια περιδιάβασιν και δια την
          υγείαν του σώματος. Και κάμνετε όσα λέγει, ήγουν φυλάγεσθε από τα
          βλαβερά και τρώγετε τα ωφέλιμα και αναγκαιότερα, δια να ζήσετε εις
          τούτον τον κόσμον χρόνους πολλούς υγιείς τε και άνοσοι και εις τον
          μέλλοντα, (εάν φυλάξητε τας σωτηρίους εντολάς του Κυρίου), να
          κληρονομήσετε την Βασιλείαν Αυτού την ουράνιον να ζήτε αθάνατα
          χαίροντες αιωνίως και ευφραινόμενοι. Έρρωσθε.</p>
        <milestone ed="1643" n="a7r" unit="fol"/>
      </div>
      <div type="contents">
        <head>ΠΙΝΑΞ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ</head>
        <list>
          <item>Πως να εγνωρίσης την καλήν γην της πρώτης ποιότητος, <seg
              lang="it">cio è della prima qualità.</seg> Κεφ. α'.</item>
          <item>Ποία γεννήματα να σπέρνουν εις την παχείαν γην και ποία εις την
            πτωχήν και λεπτότερην. Κεφ. β'.</item>
          <item>Πότε να θερίζουν τους καρπούς και να τους εσοδιάζουσιν. Κεφ. γ'.</item>
          <item>Δια να μη χαλάση το άλευρον. Κεφ. δ'.</item>
          <item>Πότε τα δένδρη φυτεύονται. Κεφ. ε'.</item>
          <item>Δια να φυλάξης το σιτάρι πολύν καιρόν άσηπον. Κεφ. ς'. <pb
            n="133"/> Πως να μοιράζης τα χωράφια δια να καρπίζουν καλύτερα. Κεφ. ζ'.</item>
          <item>Πότε και πως να αναχύνωνται τα χωράφια. Κεφ. η'.</item>
          <item>Πότε να κοπρίζωνται. Κεφ. θ'.</item>
          <item>Πότε να σκάπτωνται τα σπαρμένα. Κεφ. ι'.</item>
          <item>Πως να μετράτε το σιτάρι και τους άλλους καρπούς δια να μη
            ξεπέσουν τα μουζούρια. Κεφ. ια'.</item>
          <item>Ότι τας μεγάλας εορτάς δεν είναι συγχωρημένον να δουλεύουσι.
            Κεφ. ιβ'.</item>
          <item>Πότε να τρυγάται η άμπελος. Κεφ. ιγ'.</item>
          <milestone ed="1643" n="a7v" unit="fol"/>
          <item>Δια τας ελαίας πότε φυτεύονται. Κεφ. ιδ'.</item>
          <item>Πως και πότε κεντρώνουνται. Κεφ. ιε'.</item>
          <item>Περί κεντρισμών πως και πότε να γίνωνται. Κεφ. ις'. </item>
          <item>Ποία δένδρη ήμερα δέχονται άλλα φυτά εις αυτά με το κέντρισμα.
            Κεφ. ιζ'.</item>
          <item>Πότε και πως να κεντρώνης εις το ομμάτι. Κεφ. ιη'. </item>
          <item>Πότε τα δένδρη φυτεύονται. Κεφ. ιθ'.</item>
          <item>Δια τας κιτρίας. Κεφ. κ'.</item>
          <item>Δια τες ροδακινίες. Κεφ. κα'.</item>
          <item>Δια να μη βλάπτουν την μηλίαν εις τας ρίζας οι σκώληκες. Κεφ. κβ'.</item>
          <item>Δια τες απιδέες. Κεφ. κγ'.</item>
          <item>Δια να μη σχίζωνται τα ρόδια. Κεφ. κδ'.</item>
          <item>Περί κυδωνίας και κερασίας. Κεφ. κε'.</item>
          <item>Περί συκίας. Κεφ. κς'.</item>
          <item>Πως να κάμης καρύδια και αμύγδαλα χωρίς την έξωθεν φλούδαν. Κεφ. κζ'.</item>
          <item>Δια να γένη το δένδρον κάρπιμον. Κεφ. κη'.</item>
          <item>Δια τους λάκκους των δένδρων πως και πότε να γένωνται. Κεφ. κθ'.</item>
          <item>Δια την καστανίαν και άλλα δένδρη. Κεφ. λ'.</item>
          <item>Δια τα ρόγδια και αμύγδαλα. Κεφ. λα'.</item>
          <item>Πότε να κόπτουν τα ξύλα δια να μη σέπωνται. Κεφ. λβ'.</item>
          <item>Δια τα κέντρια ποία προκόπτουσι. Κεφ. λγ'. </item>
          <milestone ed="1643" n="a8r" unit="fol"/>
          <item>Δια να γένουν μεγάλα τα πωρικά. Κεφ. λδ'.</item>
          <item>Δια να κάμη ένα δένδρον σταφύλια. Κεφ. λε'.</item>
          <item>Δια να μη τρώγη το μαμούνι και άλλα σκωλήκια την άμπελον. Κεφ. λς'.</item>
          <item>Δια να σπαταλίσης την άμπελον. Κεφ. λζ'. <pb n="134"/>
          </item>
          <item>Δια τα φυτά πως να είναι. Κεφ. λη'.</item>
          <item>Πως να κεντρώνουν τα κλήματα. Κεφ. λθ'.</item>
          <item>Πως να γενούν παρδαλά τα σταφύλια. Κεφ. μ'.</item>
          <item>Να φυλάξης σταφύλια και άλλα πωρικά πολύν καιρόν άσηπα. Κεφ. μα'.</item>
          <item>Δια να κάμης κρασί καλόν εις ώρας χρείαν χωρίς σταφύλια. Κεφ. μβ'.</item>
          <item>Έτερος τρόπος να κάμης κρασί χωρίς έξοδον. Κεφ. μγ'.</item>
          <item>Δια να κάμης το μαύρο κρασί να γένη άσπρον και το άσπρον μαύρον.
            Κεφ. μδ'.</item>
          <item>Εάν εβγάνη το κρασί κακήν μυρωδίαν να το ιατρεύσης. Κεφ. με'.</item>
          <item>Να κάμης τον οίνον ευωδέστατον. Κεφ. μς'. </item>
          <item>Δια να εγνωρίσης εάν βαστά το κρασίν ή χαλά ογλήγορα. Κεφ. μζ'.</item>
          <item>Πότε ο οίνος να μεταγγίζεται. κεφ. μη'. </item>
          <item>Δια να μη ξυνίση κρασί. Κεφ. μθ'. </item>
          <item>Δια να ιατρεύσης το ξυνισμένον. Κεφ. ν'. </item>
          <item>Δια να φύλαξης οίνον από αρκόν. Κεφ. να'. </item>
          <milestone ed="1643" n="a8v" unit="fol"/>
          <item>Ερμηνείαι διάφοραι να μη ξυνίση ο οίνος. Κεφ. νβ'.</item>
          <item>Άλλες ερμηνείες, όταν βρωμέση το κρασί να το ιατρεύσης. Κεφ.
            νγ'. </item>
          <item>Πως να καθαρίσης βαρέλι από βρώμον κακού κρασίου. Κεφ. νδ'.</item>
          <item>Προοίμιον περί συνθέσεως σώματος. Κεφ. νε'. </item>
          <item>Περί αέρος. Κεφ. νς'. </item>
          <item>Περί κινήματος. Κεφ. νζ'. </item>
          <item>Περί ύπνου και αγρυπνίας. Κεφ. νη'. </item>
          <item>Περί βρώματος. Κεφ. νθ'. </item>
          <item>Περί οίνου και πόματος. Κεφ. ξ'. </item>
          <item>Περί διαφόρων υδάτων. Κεφ. ξα'. </item>
          <item>Περί όξους. Κεφ. ξβ'. </item>
          <item>Δια την αγγουρίδα. Κεφ. ξγ'. </item>
          <item>Δια το σκιλλικόν όξος. Κεφ. ξδ'. </item>
          <item>Περί γάλακτος. Κεφ. ξε'. </item>
          <item>Δια το τυρί και μυζήθραν. Κεφ. ξς'. </item>
          <item>Περί μούστου και μέλιτος. Κεφ. ξζ'. </item>
          <item>Περί ελαίου. Κεφ. ξη'. </item>
          <item>Δια τα κρέατα. Κεφ. ξθ'. <pb n="135"/> Δια το κρέας των αερίων
            πετεινών. Κεφ. ο'. </item>
          <item>Ποία κρέατα είναι καλύτερα. Κεφ. οα'. </item>
          <item>Δια το αρνί. Κεφ. οβ'. (οε'). </item>
          <item>Περί του βοδίου. Κεφ. ογ'. (οδ'). </item>
          <item>Δια τα ερίφια. Κεφ. οδ'. (οζ'). </item>
          <item>Δια το αγριόγιδον. Κεφ. οε'. <milestone ed="1643" n="a9r"
            unit="fol"/> (οη'). </item>
          <item>Δια το μουνουχαρικόν. Κεφ. ος'. (οθ'). </item>
          <item>Δια το χοιρνόν. Κεφ,. οζ'. (π'). </item>
          <item>Δια την όρνιθα. Κεφ. οη'. (πα'). </item>
          <item>Δια τον λαγόν. Κεφ. οθ'. (πβ'). </item>
          <item>Δια το λάφι. Κεφ. π'. (πγ'). </item>
          <item>Δια τα αβγά. Κεφ. πα'. (πδ'). </item>
          <item>Περί οσπρίων και γεννημάτων. Κεφ. πβ'. (πε'). </item>
          <item>Περί άρτου. Κεφ. πγ'. (πς'). </item>
          <item>Περί ρεβύνθων. Κεφ. πδ'. (πζ'). </item>
          <item>Περί των κυάμων. Κεφ. πε'. (πη'). </item>
          <item>Δια τα φασούλια. Κεφ. πς'. (πθ'). </item>
          <item>Δια την φακήν. Κεφ. πζ'. (Ϟ'). </item>
          <item>Δια το ρίζι και λαθούρια. Κεφ. πη'. (Ϟα'). </item>
          <item>Περί βοτάνων. Κεφ. πθ'. (Ϟβ'). </item>
          <item>Δια τα σπαράγγια. Κεφ. Ϟ'. (Ϟγ'). </item>
          <item>Δια την μποράντζεναν. Κεφ. Ϟα'. (Ϟδ'). </item>
          <item>Δια το ραδίκιον. Κεφ. Ϟβ'. (Ϟε'). </item>
          <item>Δια το αντίδιον. Κεφ. Ϟγ'. (Ϟς'). </item>
          <item>Δια το τραχόν. Κεφ. Ϟδ'. (Ϟζ'). </item>
          <item>Δια το μάλαθρον. Κεφ. Ϟε'. (Ϟη'). </item>
          <item>Δια την κάππαριν. Κεφ. Ϟς'. (Ϟθ'). </item>
          <item>Δια το σπανάκι. Κεφ. Ϟζ'. (ρ'). </item>
          <item>Δια την αντράκλαν. Κεφ. Ϟη'. (ρα'). </item>
          <item>Δια την ρούκαν, κάρδαμον και σέλινον. Κεφ. Ϟθ'. (ρβ'). </item>
          <item>Δια τον βάρσαμον. Κεφ. ρ'. (ργ'). <milestone ed="1643" n="a9v" unit="fol"/>
          </item>
          <item>Δια το σκόροδον. Κεφ. ρα'. (ρδ'). </item>
          <item>Δια το κρομμύδι. Κεφ. ρβ'. (ρε'). </item>
          <item>Δια το πράσον. Κεφ. ργ'. (ρς'). </item>
          <item>Δια το ρεπάνι. Κεφ. ρδ'. (ρζ'). </item>
          <item>Δια τα κραμβία. Κεφ. ρε'. (ρη'). </item>
          <item>Δια το σεύκλον και χρυσολάχανον. Κεφ. ρς'. (ρθ'). </item>
          <item>Δια την κολοκύνθαν. Κεφ. ρζ'. (ρι'). </item>
          <item>Δια τα πεπόνια και αγγούρια. Κεφ. ρη'. (ρια'). <pb n="136"/>
          </item>
          <item>Δια όλα τα πωρικά. Κεφ. ρθ'. (ριβ').</item>
          <item>Δια τα σταφύλια. Κεφ. ρι'. (ριγ').</item>
          <item>Δια τες ελαίες. Κεφ. ρα'. (ριδ').</item>
          <item>Δια τα κίτρα. Κεφ. ριβ'. (ριε').</item>
          <item>Δια τα λεμόνια. Κεφ. ριγ'. (ρις').</item>
          <item>Δια τα νεράντζια. Κεφ. ριδ'. (ριζ').</item>
          <item>Δια τα σύκα. Κεφ. ριε'. (ριη').</item>
          <item>Δια τα απίδια. Κεφ. ρις'. (ριθ').</item>
          <item>Δια τα κυδώνια. Κεφ. ριζ'. (ρκ').</item>
          <item>Δια τα ρόγδια. Κεφ. ριη'. (ρκα').</item>
          <item>Δια τα καρύδια. Κεφ. ριθ'. (ρκβ').</item>
          <item>Δια τα αμύγδαλα. Κεφ. ρκ'. (ρκγ').</item>
          <item>Δια τα μήλα. Κεφ. ρκα'. (ρκδ').</item>
          <item>Δια τες αβγαρές, ήγουν σούρβα. Κεφ. ρκβ'. (ρκε').</item>
          <item>Δια τα κάστανα. Κεφ. ρκγ'. (ρκς').</item>
          <item>Δια τα ροδάκινα. Κεφ. ρκδ'. (ρκζ').</item>
          <item>(a10r)</item>
          <item>Δια τα κεράσια. Κεφ. ρκε'. (ρκη').</item>
          <item>Δια τα βερύκοκκα. Κεφ. ρκς'. (ρκθ').</item>
          <item>Δια τα μούσκλα και δαμάσκηνα. Κεφ. ρκζ'. (ρλ').</item>
          <item>Δια τα ζίνζυφα. Κεφ. ρκη'. (ρλα').</item>
          <item>Δια τα μούρα, ήγουν συκάμινα. Κεφ. ρκθ'. (ρλβ').</item>
          <item>Δια τα κούμαρα. Κεφ. ρλ'. (ρλγ').</item>
          <item>Περί ιχθύων. Κεφ. ρλα'. (ρλδ').</item>
          <item>Δια το κέφαλον. Κεφ. ρλβ'. (ρλε').</item>
          <item>Δια το αχέλι. Κεφ. ρλγ'. (ρλς').</item>
          <item>Δια το φαγκρί και τα λοιπά οψάρια. Κεφ. ρλδ'. (ρλζ').</item>
          <item>Δια τα αγνά πάσης γενεάς, ήγουν. Κεφ. (ρλη').</item>
          <item>Οκταπόδια και τα λοιπά. Κεφ. ρλε'. (ρλθ').</item>
          <item>Ερμηνεία δια κίνησιν κοιλίας. Κεφ. ρλς'. (ρμ').</item>
          <item>Εις πόνον λαιμού. Κεφ. ρλζ'. (ρμα').</item>
          <item>Εις πόνον οδόντων. Κεφ. ρλη'. (ρμβ').</item>
          <item>Εις πονόμματον. Κεφ. ρλθ'. (ρμγ').</item>
          <item>Εις πόνον ωτίων. Κεφ. ρμ'. (ρμδ').</item>
          <item>Εις πόνον κεφαλής. Κεφ. ρμα'. (ρμε').</item>
          <item>Εις πόνον του σώματος. Κεφ. ρμβ'. (ρμς').</item>
          <item>Εισέ βήχαν πολλών ημερών. Κεφ. ρμγ'. (ρμζ').</item>
          <item>Δια να ανοίξης απόστεμα. Κεφ. ρμδ'. (ρμη').</item>
          <item>Εις κίνησιν κοιλίας. Κεφ. ρμε'. (ρμθ').</item>
          <item>Εις ρύσιν κοιλίας, ήγουν φλούσον. Κεφ. ρμς'. (ρν'). <pb n="137"/>
          </item>
          <item>Περί εξοχάδων. Κεφ. ρμζ'. (ρνα').</item>
          <item>Εις δυσουρίαν, ήγουν φιάγκο. Κεφ. ρμη'. (ρνβ').</item>
          <milestone ed="1643" n="a10v" unit="fol"/>
          <item>Εις πόνταν, ήγουν πλευρίτην. Κεφ. ρμθ'. (ρνγ').</item>
          <item>Εις σεληνιασμόν. Κεφ. ρν'. (ρνδ').</item>
          <item>Εις κάθε λογής πρήσμα. Κεφ. ρνα'. (ρνε').</item>
          <item>Εις δάκαμα όφεως και άλλου ζώου. Κεφ. ρνβ'. (ρνς').</item>
          <item>Δια να ανοίξης πρήσμα. Κεφ. ρνγ'. (ρνζ').</item>
          <item>Εις καϊμάδα πυρός ή θερμού. Κεφ. ρνδ'. (ρνη').</item>
          <item>Ιατρεία δια την κασίδα. Κεφ. ρνε'. (ρνθ').</item>
          <item>Δια να φυτρώσουσι τρίχες. Κεφ. ρνς'. (ρξ').</item>
          <item>Δια να μαδήσουν αι τρίχες χωρίς βλάψιμον. Κεφ. ρνζ'. (ρξα').</item>
          <item>Δια να σαλντάρης πληγήν. Κεφ. ρνη'. (ρξβ').</item>
          <item>Δια να σταματήσης αίμα από την μύτην και το στόμα. Κεφ. ρνθ'. (ρξγ').</item>
          <item>Όστις πέση από υψηλόν τόπον. Κεφ. ρξ'. (ρξδ'). </item>
          <item>Εις πάσαν λογής ρευματικόν. Κεφ. ρξα'. (ρξε').</item>
          <item>Εισέ πρήσμα ορχιδίων. Κεφ. ρξβ'. (ρξς').</item>
          <item>Εισέ ψώραν. Κεφ. ρξγ'. (ρξζ').</item>
          <item>Δια να μην πονή τινάς, όταν του κόπτουν την σάρκα του. Κεφ.
            ρξδ'. (ρξη').</item>
          <item>Δια να μη μεθύση ο οινοπότης. Κεφ. ρξε'. (ρξθ').</item>
          <item>Δια να κάμης ξύδι με πολλούς τρόπους. Κεφ. ρξς'. (ρο').</item>
          <item>Δια να πιάσης πετούμενα άγρια. Κεφ. ρξζ'. (ροα').</item>
          <item>Δια να κυνηγήσης οψάρια. Κεφ. ρξη'. (ροβ').</item>
          <item>Δια να κυνηγήσης λύκους, αγριογούρουνα και άλλα θηρία όμοια.
            Κεφ. ρξθ'. (ρογ').</item>
          <milestone ed="1643" n="a11r" unit="fol"/>
          <item>Δια να γεννούν καθ' ημέραν οι όρνιθες. Κεφ. ρο'. (ροδ').</item>
          <item>Δια να χαράξης εις τον σίδηρον γράμματα. Κεφ. ροα'. (ροε').</item>
          <item>Να λαμπρύνης εικόνα παλαιάν. Κεφ. ροβ'. (ρος'). </item>
          <item>Δια όσους είναι περίσσα έμφοβοι. Κεφ. ρογ'. (ροζ').</item>
          <item>Να αφανίσης τες κόνιδες. Κεφ. ροδ'. (ροη').</item>
          <item>Δια να ψοφήσουν οι ψύλλοι. Κεφ. ροε'. (ροθ'). </item>
          <item>Να αφανίσης τα ποντίκια. Κεφ. ρος'. (ρπ').</item>
          <item>Δια τους κώνωπας. Κεφ. ροζ'. (ρπα').</item>
          <item>Δια τες μύγες και ψείρες. Κεφ. ροη'. (ρπβ').</item>
          <item>Δια τους κορέους. Κεφ. ροθ'. (ρπγ').</item>
          <item>Πως να κάμης χαλούμια από τυρί. Κεφ. ρπ'. (ρπδ'). <pb n="138"/>
            Να φθιάσης ελές κολυμβάδες. Κεφ. ρπα'. (ρπε').</item>
          <item>Να κατασκευάσης κομπόσταν. Κεφ. ρπβ'. (ρπς').</item>
          <item>Να κάμης κάρβουνα να βαστάξουν όλην την λειτουργίαν. Κεφ. ρπγ'. (ρπζ').</item>
          <item>Να γλυκάνης αλμυρόν μαγέρευμα. Κεφ. ρπδ'. (ρπη').</item>
          <item>Να ψήσης αβγά χωρίς φωτίαν. Κεφ. ρπε'. (ρπθ').</item>
          <item>Δια να μη κρυγιώνης τον χειμώνα. Κεφ. ρπς'. (ρϞ').</item>
          <item>Πως να βράσης κρέας κακόψητον. Κεφ. ρπζ'. (ρϞα').</item>
          <item>Να κάμης με χαρτί παράθυρον. Κεφ. ρπη'. (ρϞβ').</item>
          <item>Να βάψης μαχαίρια να κόπτουσι. Κεφ. ρπθ'. (ρϞγ').</item>
          <item>Να φθιάσης βερνίκην. Κεφ. ρ'. (ρϞδ').</item>
          <item>Πών να εύρης πνιγμένον άνθρωπον. Κεφ. ρϞα'. (pϞε').</item>
          <item>Να κάμης κουκκία να φυτρώσουν μονήμερα. Κεφ. ρϞ'β'. (ρϞς').</item>
          <item>(a11v)</item>
          <item>Να κάμης αλάτι εις ώρας χρείαν. Κεφ. ρϞγ' (ρϞζ').</item>
          <item>Να κάμης πανί δυνατόν δια στάχωμα. Κεφ. ρϞδ'. (ρϞη').</item>
          <item>Πως να σβήσης γράμματα. Κεφ. ρϞε'. (ρϞθ').</item>
          <item>Να φύλαξης ρούχα άβλαβα από βώτριδα και τον κήπον από σκωλήκια.
            Κεφ. ρϞς'. (σ').</item>
          <item>Να εβγάλης όφιν από κοιλίαν τινός. Κεφ. ρϞζ'. (σα').</item>
          <item>Δια να μη βουλήσης εις την θάλασσαν. Κεφ. ρϞη'. (σβ').</item>
          <item>Δια να λύσης ανδρόγυνον. Κεφ. ρϞθ'. (σγ'). </item>
          <item>Δια να ψήσης κρέας ή άλλο μαγέρευμα χωρίς φωτίαν. Κεφ. σ'. (σδ').</item>
          <item>Δια να φθιάσης μελάνην. Κεφ. σα'. (σε').</item>
          <item>Πόσες χάρες έχει το δενδρολίβανον. Κεφ. σβ'. (σς').</item>
          <item>Δια να επιτύχη ο καρπός, όταν τον σπέρνης, να κάμη περισσότερον.
            Κεφ. σγ'. (σζ').</item>
          <item>Να εγνωρίσης ασθενή εάν αποθαίνη. Κεφ. σδ'. (ση').</item>
          <item>Δια να κοιμηθή ο άρρωστος. Κεφ. σε'. (σθ').</item>
          <item>Δια να κλείσης πληγήν ογλήγορα. Κεφ. σς'. (σι').</item>
          <item>Δια να μην ασθενήσης όλον τον χρόνον. Κεφ. σζ'. (σια').</item>
          <item>Να ιατρεύσης κατέβασμα. Κεφ. ση'. (σιβ').</item>
          <item>Να εβγάλης νεκρόν βρέφος από την κοιλίαν της μάννας του. Κεφ.
            σθ'. (σιγ').</item>
          <item>Δια να μη ρίξη το βρέφος η γκαστρωμένη. Κεφ. σι'. (σιδ').</item>
          <item>Δια να κάμη γάλα πολύ. Κεφ. σια'. (σιε').</item>
          <item>Όταν κρατηθούν τα συνήθειά της. Κεφ. σιβ'. (σις').</item>
          <item>Όταν εβγαίνη έξω η μήτρα της. Κεφ. σιγ'. (σιζ'). <pb n="139"/>
            <milestone ed="1643" n="a12r" unit="fol"/>
          </item>
          <item>Έτερον εις πάσαν ασθένειαν της μήτρας. Κεφ. σιδ' (σιη'). </item>
          <item>Όταν εβγαίνη του παιδός το έντερον. Κεφ. σιε'. (σιθ'). </item>
          <item>Όταν έχουσι σχίσμα τα χείλη και άλλο. Κεφ. σις'. (σκ'). </item>
          <item>Εις κάθε πόνον του σώματος. Κεφ. σιζ'. (σκα'). </item>
          <item>Εις κοιλίας κίνησιν. Κεφ. σιη'. (σκβ'). </item>
          <item>Να κάμης ξύδι κινητικόν. Κεφ. σιθ'. (σκγ'). </item>
          <item>Δια να μη τρανεύσουν τα βυζά της κόρης. Κεφ. σκ'. (σκδ'). </item>
          <item>Όταν κοκκινίση η όψις από τον ήλιον. Κεφ. σκα'. (σκε'). </item>
          <item>Εισέ σπλήναν. Κεφ. σκβ'. (σκς'). </item>
          <item>Δια να μη σε φάγουν θηρία. Κεφ. σκγ'. (σκζ'). </item>
          <item>Δια να φυλάξης όλον τον χρόνον τριαντάφυλλα. Κεφ. σκδ'. (σκη').</item>
          <item>Δια να κάμης κόλλαν με πολλούς τρόπους. Κεφ. σκε'. (σκθ').</item>
          <item>Δια να σπείρης όσπρια να γένουν καλύτερα και να μη τα τρώγουν τα
            ζωΰφια. Κεφ. σκς'. (σλ'). </item>
          <item>Όταν έχης δίψαν αμέτρητον. Κεφ. σκζ'. (σλα'). </item>
          <item>Δια τας μεγάλας εορτάς οπού δεν είναι συγχωρημένον να
            δουλεύουσι. Κεφ. σκη'. (σλβ').</item>
        </list>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΩΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΗΣ ΤΗΝ ΚΑΛΗΝ ΓΗΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ<lb/> ΚΕΦ. Α'</head>
        <p>Σκάψον ολίγον, έβγαλε το χώμα, έπειτα πάλιν το βάλε εις τον τόπον του
          και, εάν γεμίση ο λάκκος να περισσεύση χώμα, είναι καλό το χωράφιον.
          Ει δε και δεν γεμώση ο λάκκος, είναι κακή γη.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΙΑ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ ΝΑ ΣΠΕΡΝΗΣ ΗΣ ΤΗΝ ΠΑΧΕΙΑΝ ΓΗΝ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ
          ΠΤΩΧΗΝ ΚΑΙ ΛΕΠΤΟΤΕΡΑΝ<lb/> ΚΕΦ. Β'</head>
        <p>Το σιτάριον γίνεται εις την παχείαν γην και εις τον κάμπον καλύτερον.
          Και ας είναι βρεγμένη, όταν το σπέρνης, ότι φυσικά ο σίτος αγαπά την
          υγράν γην και γίνεται πρόθυμος.</p>
        <p>Το δε κριθάρι σπέρνε εις την μεσαίαν γην, ήγουν της <pb n="140"/>
          δευτέρας ποιότητος, και ας είναι στεγνόν και ξηρόν το χωράφιον.</p>
        <p>Τα δε κουκκία και λαθύρια και τα άλλα όσπρια σπέρνε εις την αχαμνήν
          γην, μα να είναι βρεμένη ότι, εάν τα βάλης εις ξηράν γην και μάλιστα
          τα κουκκία, φθείρονται και κόπτονται πριν να φυτρώσουν. Και πάλιν όσα
          δεν κοπούσι φυτρώνουν ασθενισμένα και άτυχα. </p>
        <milestone ed="1643" n="Αν" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΤΕ ΝΑ ΘΕΡΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΣΟΔΙΑΖΟΥΣΙΝ <lb/> ΚΕΦ. Γ'</head>
        <p>Όταν αρχίζουν να ξανθίζουν, τότε θέριζε τα γεννήματα και μάλιστα τα
          κριθάρια και όσπρια τα οποία, εάν τα αφήσης να πολυφθάσουν, γίνουνται
          άνοστα και κακόβραστα και πίπτουν και πολλά εις το χωράφιον και χάνεις
          τα. Αμή, αν τα συνάξης πρώϊμα, τα κερδίζεις και γίνουνται νοστιμότερα
          και βράζουν ογληγορύτερα, αλλά και τα άχερά τους είναι εις το φαγί
          γλυκύτερα και τα τρώγουν τα ζώα καλύτερα. Μόνον πρόσεχε, όσον δυνηθής,
          να τα θερίζης ταχύ με την δροσίαν και, αφού λιχνίσης, άφηνε τον καρπόν
          εις το αλώνι ένα ή δύο ημερόνυκτα και το πρωΐ να τον εσοδιάσης με την
          νυκτερινήν δρόσον πριν εβγή ο ήλιος, ότι τότε βαστούσι πολύν καιρόν
          και δεν κόπτονται τα γεννήματα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΧΑΛΑΣΗ ΤΟ ΑΛΕΥΡΟΝ<lb/> ΚΕΦ. Δ'</head>
        <p>Το δε άλευρον φυλάγεται καιρόν πολύν και δεν βλάπτεται, εάν σχίσης
          δαδί λιπαρόν να βάλης μέσα μικρά κομμάτια εις διαφόρους τόπους του
          σάκκου ή άλλου αγγείου όπου το έχεις. Και πάτησέ το όσον δύνεται να
          είναι καλά τυλωμένον. <milestone ed="1643" n="A2r" unit="fol"/> Ή βάλε
          άλας αντίς τα δαδία και, αν είναι το αλεύρι κοσκινισμένον, πάλιν,
          όταν θέλης να το ζυμώσης, απομένει το άλας εις την κνησάραν, ήγουν την
          σίταν. </p>
      </div>
      <pb n="141"/>
      <div>
        <head>ΠΟΤΕ ΤΑ ΔΕΝΔΡΗ ΦΥΟΝΤΑΙ.<lb/> ΚΕΦ. Ε'</head>
        <p>Από τες πρώτες βροχές του Οκτωβρίου έως τας επτά ημέρας του Νοεμβρίου
          φύτευε ελαίας, κερασίας, αμυγδαλέας και άλλα δένδρα όμοια και τους
          καρπούς των ακροδρύων.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΦΥΛΑΓΗΣ ΤΟΝ ΣΙΤΟΝ ΠΟΛΥΝ ΚΑΙΡΟΝ ΑΣΗΠΟΝ<lb/> ΚΕΦ. ΣΤ'</head>
        <p>Βάνε εις τον σωρόν φύλλα ελαίας ή του κολιάνδρου ή αψινθίες ή του
          αμαράντου, ήγουν του αειζώου. Όλα αυτά τα χορτάρια και μάλιστα το
          αγάλλοχον έχουσι χάριν να διαφυλάττουσι γερά και άβλαβα από κάθα λογής
          φθοράν τα γεννήματα. Και όταν ξηρανθούν αυτά τα φύλλα, ρίπτε τα και
          βάνε έτερα έγκαιρα.</p>
        <p>Άλλο. Το κεχρί να βάνης ένα τρίτον εις κάθα γέννημα, το φυλάγει
          άβλαβον. Ή βράσον θάλασσαν με ολίγον λάδι και βρέξε μετ' αυτά το
          έδαφος, ήγουν την γην, οπού βάνεις τους καρπούς. Ομοίως και τους
          τοίχους τριγύρου.</p>
        <milestone ed="1643" n="Α2ν" unit="fol"/>
        <p>Όμοιον. Εις κάθα δύο κι λά ή μουζούρια σιτάρι του βάνε μίαν λίτραν
          άλας καλά τριμμένον, ανακάτωνέ το εις όλον το σιτάρι. Το όμοιον κάμνει
          ο πήγανος και όλα τα άνθη οπού έχουσι κακήν μυρωδίαν, ωσάν είναι η
          χαμαίκτη, cioè ebulo, ότι ο βρώμος αυτών διώκει όλα τα ζωΰφια οπού
          φθείρουσι τους καρπούς. Αυτά τα άνθη φθείρουσι τους ψύλλους και
          κορέους, να τα βάνης εις το στρώμα ή να τα βράζης με σκίλλινον ξύδιν,
          ήγουν της ασκέλλας, και μετ' αυτό να αλείφης τα σανίδια. Έτι δε
          ασβέστην άσβηστον, να βάνης ένα μουζούρι εις τα εκατόν μουζούρια
          γέννημα, το φυλάγει θαυμασιότατα. Έτι δε η φάκλα. Τούτο είναι χόρτον,
          οπού το λέγουν φράγκικα τάσο μπαρπάσο, και κάμνει τα φύλλα του μακρά
          μίαν πιθαμήν και πλατέα μίαν παλάμην, τα οποία να βάνης εις το γέννημα
          το φυλάγουν άσηπον. <pb n="142"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΩΣ ΝΑ ΜΟΙΡΑΖΗΣ ΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΝΟΥΝ ΜΕ ΟΛΙΓΟΝ ΚΟΠΟΝ ΚΑΡΠΟΝ
          ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. Ζ'</head>
        <p>Εν πρώτοις ήξευρε ότι η γη, οπού δουλεύεται από εντόπιον άνθρωπον,
          οπού να είναι εκεί γεννημένος και αναθρεμμένος, επιτυχαίνει καλά τα
          γεννήματα, διατί εγνωρίζει την φύσιν της και την κυβερνά με διάκρισιν,
          αμή όταν την συναλλάσσουν οι γεωργοί καρπίζει ολιγότερον, διατί δεν
          την εγνωρίζουσιν. Ομοίως και το σιτάρι και τα λοιπά γεννήματα
            <milestone ed="1643" n="A3r" unit="fol"/> πρέπει να είναι απ’
          εκείνον τον τόπον και μεστωμένα καλά. Και ξενικόν σπόρον μη σπείρης
          έξω να είναι ανάγκη, ήγουν να μην ευρίσκης εντόπιον, και σπέρνε
          γέμωσιν και εσόδιαζε ολίγωσιν, αμή ας είναι ο καρπός οπού σπέρνεις
          ενός χρόνου πάντοτε. Ει δε και δεν ευρίσκεις ενός χρόνου, σπείρε εξ
          ανάγκης και δίχρονον, αμή τριών ποτέ σου μη σπείρης και χάνεις την
          έξοδον. Και σπέρνε πρώιμον πάντοτε, ότι το όψιμον σε κομπώνει
          πολλάκις, αμή το πρώιμον από τας δέκα μίαν ή ολότελα. Μοίραζε δε εις
          τρία μερτικά το χωράφιον το ένα τρίτον σπέρνε σιτάριον, το άλλο
          μαγερέματα και το άλλο γ' άφηνε άσπορον ν' αναπαύεται. Και ούτως κάμνε
          κάθα χρόνον, ότι περισσότερον διάφορον σου δίδει με τον τρόπον ετούτον
          παρά να το έσπερνες όλον κάθα χρόνον, διατί το σιτάρι καταλεί πολλά το
          χωράφιον και, όταν μείνουσι τα δύο τρίτα της γης χωρίς σιτάριον, πολλά
          αναπαύεται. Και τον άλλον χρόνον σπείρε το σιτάρι εκεί όπου ήσαν τα
          μαγερέματα, και αυτό, οπού είχε τα όσπρια, άφες άσπορον. Και ούτω
          κάμνε κάθα χρόνον να κερδίζης και τον σπόρον και να καρπίζουν
          καλύτερα. Ο δε καιρός του σπόρου είναι από τας κ' Σεπτεμβρίου έως της
          Υπεραγίας Θεοτόκου τα Εισόδια ή δεκαπέντε ημέρας πρωτύτερα και υστερώτερα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΩΣ ΑΝΑΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. Η'</head>
        <p>Ποτέ μην αναχύνης, όταν είναι η γη βρεμένη, ότι όσοι <milestone
            ed="1643" n="Α3ν" unit="fol"/> βώλοι απομείνουν ογροί άνωθεν της
          γηςδεν καρπίζουν αυτόν τον χρόνον. Ει δε και γυρίση άνω κάτω να
          μείνη η <pb n="143"/> υγρά μερά υποκάτω μένει τρεις χρόνους άκαρπος.
          Ούτε όταν είναι πολλά ξηρόν το χωράφιον, ότι δεν προκύπτει ουδέ τότε
          το ανάχυμα, μόνον όταν είναι καμπόση απάλα δια να λύουσιν οι βώλοι να
          λεπτύνωνται. Και σταύρωνε πάντα τα αυλάκια, ήγουν όταν αναχύσης του
          μάκρου, δευτέρωνε δίπλα του πλάτου, ότι όσον το αναχύσης καλύτερα,
          τόσον σου δίδει καρπόν περισσότερον και εξόχως, όταν είναι παχύ το
          χωράφιον, ότι αυτό θέλει βαθύ και πυκνόν ανάχυμα, ότι η παχέα γη, όταν
          δεν την δουλεύης καλά δεν καρπίζει, αμή, όταν την ψύχη η ψύχρα και την
          καίγη ο ήλιος, τότε μάλλον γίνεται εύκαρπος. Και ανάχυνέ την πριν του
          χειμώνος και όχι ποτέ υστερώτερα. Ειδέ και είναι αχαμνά χώματα,
          ανάχυνε τον Αύγουστον ή τες πρώτες του Σεπτεμβρίου και μη την αναχύνης
          βαθέα ως την καλήν, αλλά ολίγον τίποτας. Όταν δε είναι εις το χωράφιον
          καλαμία, καίγε την πρώτον, ότι ωσάν να το εκόπριζες του έρχεται. Και
          εάν το αναχύσης με την καλαμίαν, του δίδεις μεγάλην ζημίαν, αμή αν του
          δώσης στίαν καίγεις τα κακά χορτάρια και παχαίνει και η γη, διατί
          ψήνεται και γίνεται εύκαρπος.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΤΕ ΚΟΠΡΙΖΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. Θ'</head>
        <p>Πριν να τα σπείρης τα κόπριζε γέμωσιν και βάνε εις τα <milestone
            ed="1643" n="Α4r" unit="fol"/> καλά χωράφια ολίγην κοπρίαν εις δε
          τα δεύτερα περισσότερην και εις τα πολλά αχαμνά βάνε πολλήν, όσον
          δύνεσαι, να τα δυναμώσης. Γίνωσκε δε και τούτο, ότι το κόπρισμα των
          προβάτων, των βοδίων και των ανθρώπων βαστά τρεις χρόνους· αμή του
          χοίρου, των αλόγων και άλλων ζώων βαστά μόνον ένα χρόνον. Και όσον
          είναι η κοπρία πολυκαιρισμένη τόσον ωφελά ολιγότερον, αμή η έγκαιρος
          δίδει πολύ διάφορον. Και όταν δεν έχης άλλην κοπρίαν, βάνε τα βρεμένα
          και άχρηστα άχερα εις τον κοπρόλακκον με νερόν και γίνεται κοπρία
          ογλήγορα· αμή και αυτή είναι αχαμνή και μόνον ένα χρόνον δίδει
          παραμικρόν διάφορον. <pb n="144"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΤΕ ΝΑ ΣΚΑΠΤΩΝΤΑΙ ΤΑ ΣΠΑΡΜΕΝΑ.<lb/> ΚΕΦ. Ι'</head>
        <p>Το σιτάρι όταν έχη τέσσερα φύλλα και το κριθάρι πέντε. Τα μαγερέματα
          όταν είναι τέσσερα δάκτυλα. Και μη σκάφης ποτέ κανένα σπαρτό εις το
          άνθος, ούτε να είναι ξηρόν το χωράφιον, ότι πολλήν ζημίαν του δίδεις.
          Και σκάπτε, όταν είναι γέμωσις. Αμή τα λουμπινάρια μη σκάφης πώποτε,
          διατί ως τους εγγίξη το σίδηρον εις την ρίζαν μαραίνονται. Τα δε
          κουκκία αν τα σκάφης και δύο φορές καρπίζουν καλύτερα. Τα οποία, όταν
          τα εσοδιάζης, ας είναι νύκτα πριν ξημερώση· και περέχα τα με ολίγην
          θάλασσαν να μην κάμουσι μαμούνια. </p>
        <milestone ed="1643" n="Α4ν" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΩΣ ΝΑ ΜΕΤΡΑΣ ΤΟ ΣΙΤΑΡΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΝΑ ΜΗ ΞΕΠΕΣΗΣ ΕΙΣ
          ΤΑ ΜΟΥΖΟΥΡΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΙΑ'</head>
        <p>Γίνωσκε ακριβώς ότι όσα γεννήματα μείνουσι πολύν καιρόν εις το σπίτι
          φυλαγμένα, αν τα μετρήσης πριν να τα μετατοπίσης ευρίσκεται επτά εις
          τα εκατόν ολιγότερος, είτι καρπός και αν είναι, έξω από τον
          λινόσπορον. Λοιπόν πρώτον μετατόπιζε με την παλάμην καν σιτάρι είναι,
          καν άλλος καρπός· και ρίχνε τον εις άλλον τόπον ωσάν όταν τον λιχνάς
          δια να πάρη αέρα και ύστερα το μέτρησε να μη ζημιωθής. Αμή, αν είναι
          λινόσπορος, μέτρα τον ευθύς πριν τον σαλεύσης να τον εύρης οκτώ εις τα
          εκατόν περισσότερον. Η δε αιτία τούτου του περισσεύματος είναι αύτη·
          τον καιρόν του θέρους, οπού τον εκοπάνισες, ήτον πολλή καύσις του
          ήλιου και τον εξήρανεν. Ύστερα, όσον ψυχραίνει ο καιρός, τόσον
          αναδίδει το λάδι του σπόρου και πρήσκεται και, όταν τον μετατοπίσης,
          του δίδει ο αήρ και στιγνώνει. Το δε σιτάρι πληθαίνει ως άνωθεν
          είρηται. <pb n="145"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΤΙ ΤΑΣ ΜΕΓΑΛΑΣ ΕΟΡΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΜΕΝΟΝ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΣΗ ΤΙΝΑΣ
          ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ.<lb/> ΚΕΦ. IB'</head>
        <p>Εάν είναι καιρός βροχερός και έχης εις το αλώνι τον <milestone
            ed="1643" n="A5r" unit="fol"/> καρπόν ή εις το πατητήρι το κρασί και
          είναι ξεσκέπαστον ή χαλάση κανένα πέραμα, ήγουν γεφύρι, και κάμνει
          χρεία να περνούν οι άνθρωποι ή είναι συνωροφύτευτα λάχανα και αδέν τα
          ποτίσης μαραίνονται ή άλλη ανάγκη είναι μεγάλη, τότε μόνον έχεις
          συγχώρησιν να δουλεύσης δια να μη χάσης τη εσοδίαν. Ουαί δε εις όσους
          τρυγούν και θερίζουν τες Κυριακές φλυαρούντες ότι δεν έχει σχόλην το
          θέρος, το τρύγος και πόλεμος. Οι τοιούτοι οπού εργάζονται αφόβως τας
          εορτάς θρηνήσουσιν αιώνια.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΤΕ ΝΑ ΤΡΥΓΑΣ ΤΗΝ ΑΜΠΕΛΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΙΓ'</head>
        <p>Όταν τρύγησης περισσά πρώϊμα, πριν να φθάσουν καλά τα σταφύλια,
          ωφελάς το αμπέλιον, διατί το εξεφόρτωσες και καρπίζει τον άλλον χρόνον
          καλύτερα· αμή εις το κρασί ζημιώνεσαι, διατί γίνεται λεπτόν, αχαμνόν
          και ολιγοβάσταγον. Ει δε πάλιν και αργήσης να το τρύγησης, βλάπτεις
          αυτό το αμπέλιον, διατί στέκεται φορτωμένον και ασθενά ως το ζώον,
          όταν δεν το ξεφορτώσης ογλήγορα. Και ου μόνον αυτόν τον κίνδυνον
          έχεις, αλλά και από χαλάζιν φοβάσαι και ψύχραν και κρύσταλλον. Λοιπόν
          αφού ωριμάσουν τα σταφύλια, ας κάμνουν μόνον έξι ημέρας εις την
          άμπελον και τότε τα κόπτε, ήγουν όταν ίδης και φαίνεται μαύρον το
          κόκκαλον, <milestone ed="1643" n="Α5ν" unit="fol"/> οπού είναι μέσα
          εις την ρόγαν. Ει δε και είναι ακόμη το τσίκουδον πράσινον μη
          τρύγησης. Ή πάλιν σφίξε την ρόγα και, εάν πηδήση μοναχόν το κόκκαλον,
          είναι το σταφύλι ώριμον, ει δε και έβγη κολλημένη κομμάτι σάρκα της
          ρόγας εις το κόκκαλον, ακόμη δεν έφθασεν. Και όταν τρυγάς, εάν θέλης
          να γένη καλόν το κρασί, πάτει τα άσπρα σταφύλια ξέχωρα από τα μαύρα.
          Ομοίως και τα πρώϊμα από τα όψιμα. Μάλιστα, αν είναι βολετόν, μη τα
          φύτευσης αντάμα μαύρα και άσπρα, αλλά όσον ημπορέσης ξέχωρα, διατί
          έχει ένα με <pb n="146"/> το άλλο πάθος και πόλεμον και δεν προκύπτουν
          ποσώς ενούμενα. Αφού δε τρύγησης και περάσουν κάμποσες ημέρες, σκάψε
          το αμπέλιον να αραιωθή η γη από τα πατήματα των τρυγητάδων δια να
          φθάνη το νερόν της βροχής εις τας ρίζας των κλημάτων και να ξηρανθουν
          και τα χορτάρια γλήγορα. Το δε πατητήριον, ήγουν τον ληνόν, άνοιγε
          πρωτύτερα του τρύγου ημέρας είκοσι δια να πάρη αέρα να ξεθυμάνη. Και
          τότε το ράντισε με μικρόν αγίασμα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑΣ ΕΛΑΙΑΣ ΠΟΤΕ ΦΥΤΕΥΟΝΤΑΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΙΔ'</head>
        <p>Από τας ιε' του Νοεμβρίου μηνός έως τας κ' του Δεκεμβρίου φυτεύονται
          και το φθινόπωρον και την άνοιξιν, <milestone ed="1643" n="A6r"
          unit="fol"/> ότι το μεν φθινόπωρον είναι η γη ακόμη ζεστή από την
          καύσιν του θέρους και την άνοιξιν πάλιν είναι νοτερή από τες βροχές
          του χειμώνος. Και η νοτερή γη κάμνει τας ελαίας και εβγάνουν μεγάλα
          βλαστάρια και φύλλα λιπαρά και εύμορφα. Γίνουνται δε και εις την
          άσπρην γην να είναι απαλή και παχεία και λιπαρά, καθώς είναι εις την
          Αθήναν, εις την Κυδωνίαν της Κρήτης και Ιεράπετρον, εις τους οποίους
          τόπους έχουσι ελαιώνων τόσην ποσότητα. Εις δε την μαύρην γην δεν
          γίνουνται, ούτε εις την κόκκινην, διατί είναι καυστική και καίγει τα
          φυτά και μαραίνονται. Ομοίως και εις το στρέμμα δεν προκόπτουσιν,
          ήγουν εις την σκαμμένην γην, ότι γίνουνται μεν τα φυτά ογλήγορα, αμή
          κάμνουσι τον καρπόν πτωχόν χωρίς λάδι μόνον νερόν γέμοντα, καθώς με
          την δοκιμήν εγνωρίσαμεν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑΣ ΕΛΑΙΑΣ ΠΩΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΚΕΝΤΡΩΝΟΥΝΤΑΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΙΕ'</head>
        <p>Όσα κλαρία έχουσι την φλούδα χοντρήν και ζουμερήν, αυτά κεντρώνουνται
          εις την φλούδα, και όσα την έχουσι λεπτήν και άνυδρον, αυτά εις το
          ξύλον μόνον κεντρώνουνται από τας κβ' του Μαρτίου έως όλον τον
          Απρίλιον. Και απάνω εις αυτά τα κεντρώματα του ξύλου χύνε νερόν
          πολλάκις να μη ξηρανθούν.<pb n="147"/>
          <milestone ed="1643" n="Α6ν" unit="fol"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΙΣΜΩΝ ΠΩΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΝΑ ΓΙΝΩΝΤΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
          ΩΦΕΛΙΜΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΙΣΤ'</head>
        <p>Τρεις τρόποι είναι οπού κεντρίζουνται όλα τα δένδρα και ημερώνουνται·
          ο πρώτος καθολικά λέγεται εγκεντρισμός, ο δεύτερος εμφυλλισμός και ο
          τρίτος ενοφθαλμισμός. Όσα δένδρα λοιπόν έχουσι την φλούδα παχέαν και
          ζουμερήν, ωσάν η συκία, κερασία και μερικές ελαίες, αυτά εις την
          φλούδα κεντρώνουνται, αμή θέλουν επιδέξια, ήγουν πρότερον έχε ένα
          ξύλον πελεκημένον, ωσάν παλούκι μικρόν, από δυνατόν ξύλον και αυτό
          βάνε εις την φλούδα από ολίγον εις ολίγον με πολλήν επιμέλειαν να μη
          σχισθή. Έπειτα έχεις το κέντρι έτοιμον και, ως εβγάλης το ξύλον,
          βάνεις το κέντρι και ούτος ο τρόπος λέγεται εμφυλλισμός. Τα δε δένδρα,
          οπού δεν έχουσι εις την φλούδα υγρότητα, αλλά είναι λεπτή και άνυδρος,
          ωσάν η κιτρία, το κλήμα και άλλα όμοια, αυτά σχίζε εις το ξύλον και
          βάλε το φυτόν. Αυτός ο τρόπος λέγεται εγκεντρισμός. Το δε φυτόν, ήγουν
          το κέντρι, οπού θέλεις να βάλης, έπαιρνε από δένδρον καλόν και
          πολύκαρπον. Και κόπτε το ίσον από το βόρειον μέρος του δένδρου να έχη
          απαλά ομμάτια και τρεις κορυφάς ή δύο το ολιγότερον και ας είναι
          χοντρόν ως το μικρόν σου δάκτυλον και δίχρονον, ότι εάν είναι
          μονόχρονον, γίνεται ογλήγορα, αμή δεν καρπίζει. <milestone ed="1643"
            n="A7r" unit="fol"/> Και έχε το καλά πελεκημένον με κοπτερόν
          μαχαίριον εις το κάτω μέρος από την μίαν μερέαν λεπτά, ως τον κάλαμον
          οπού γράφομεν. Και φυλάγου να μη βλαβή η ψύχα. Και βάλε το ίσια την
          φλούδα προς την φλούδα και το ξύλον προς το ξύλον. Και ας είναι το
          κόψιμον του φυτού ίσα με το σχίσμα, ήγουν όσον να είναι δύο δάκτυλα.
          Και αφού το κεντρώσης μη κόψης πλέον από το δένδρον τίποτας, μόνον
          σκέπασέ το καλά εις το κόψιμον με άσπρον πηλόν να μη σκάση. Ου μόνον
          δε τα άγρια και μεγάλα δένδρα κεντρώνουσιν, αλλά και εις τα ήμερα φυτά
          και γίνουνται χοντρότερα και καλύτερα. Γίνωσκε δε ακριβώς και τούτο ως
          πάντων αναγκαιότερον, ότι δεν προκόπτουσι τα κέντρια να τα βάλης την
          ώραν οπού τα κόψης από το δένδρον, αλλά πρότερον ημέρας δέκα τα κόψε
          εις τας δεκάξι του φεγγαρίου και ας είναι σφαλισμένα των φυτών τα
          ομμάτια δια να βλαστήσουν <pb n="148"/> ογλήγορα. Και όταν τα κόψης
          από το δένδρον, βάλε τα εις ένα σταμνί ή άλλον αγγείον πήλινον να μη
          έχη νερόν, μόνο σκέπασέ το καλά να μη ξεθυμαίνουν και εις τας κς' ή
          κζ' του φεγγαρίου τότε τα κέντρισε να γένουν περισσά τα δένδρη
          κάρπιμα. Ότι οι πατέρες του Αγίου Όρους με την πολλήν τους πράξιν αυτό
          εκατάλαβαν και με εβεβαίωσαν, ότι όσα δένδρη φυτευθούσιν ή
          κεντρισθούσιν εις τας κζ' της σελήνης γίνουνται καταπολλά κάρπιμα. Η
          δε αιτία οπού είπαμεν να <milestone ed="1643" n="Α7ν" unit="fol"/> μη
          κεντρι σθούν ευθύς οπού τα κόψης από το δένδρον είναι αυτή· αφού
          σχίσης την φλούδα ή το ξύλον και βάλης το κέντρι, στεγνώνει καμπόσον,
          όταν είναι έγκαιρον και γίνεται ολίγη αραίωσις και κούφωμα ανάμεσον
          των δύο και εισερχόμενος ο αέρας εις τον άδειον τόπον δεν τα αφήνει να
          σμίξουν εύκολα. Αμή όταν είναι τα φυτά κομμένα πρωτύτερα, ως άνωθεν
          είπομεν, στεγνώνουσι καμπόσον, όσον έμελλε να πάθουν μετά το
          κέντρισμα, και τότε δεν βλάπτονται, αλλά προκύπτουν αναμφιβόλως και
          ασφαλέστατα. Αμή όταν είναι βορέας, μη κεντρώσης, αλλά όταν φυσά ο
          νότος. Εις μεν το κέντρωμα του ξύλου ωφελά η βροχή, αμή εις την φλούδα
          κάμνει ζημίαν. Ο δε καιρός του κεντρισμού είναι από τας ιε' του
          Μαρτίου έως τας ιε' του Ιουνίου. Και πάλιν όχι ίσια εις όλους τους
          χρόνους και τόπους, αλλά κατά τον καιρόν και την χώραν οπού
          ευρίσκεσαι, ότι άλλον χρόνον είναι ο καιρός πρώϊμος και άλλον όψιμος
          και εις άλλας χώρας είναι καύσις πολλή και πρέπει να κεντρίσης
          πρωτύτερα, όταν δακρύζη το κλήμα και τα άλλα φυτά, και εις άλλους
          τόπους πάλι ψυχρούς, εάν αργήσης, δεν βλάπτει τίποτας. Εάν δε τύχη και
          θέλεις να φέρης τα φυτά από μακρύν τόπον, βάλε τα εις αγγείον
          εμπηγμένα εις τον πηλόν και χρίσε το από πάνω καλά να μη ξεθυμάνουσιν. </p>
        <milestone ed="1643" n="Α8r" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΙΑ ΔΕΝΔΡΗ ΗΜΕΡΑ ΔΕΧΟΝΤΑΙ ΑΛΛΑ ΦΥΤΑ ΕΙΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΙ
          ΚΕΝΤΡΙΖΟΥΝΤΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΦΛΟΥΔΑ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΞΥΛΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΙΖ'</head>
        <p>Η συκία κεντρώνεται εις την συκαμινίαν και εις τον πλάτανον. Η
          συκαμινία εις καστανίαν και βελανιδίαν. Η απιδία εις ρογδίαν, εις
          συκαμινίαν, εις αμυγδαλίαν και <pb n="149"/> κοκορεβυνθίαν. Και όταν
          κεντρώσης την απιδίαν εις το συκάμινον, γίνουνται τα απίδια κόκκινα. Η
          μηλία κεντρώνεται εις κυδωνίαν και γίνουνται τα μήλα πολλά καλά,
          εκείνα οπού λέγουν εις τας Αθήνας μελίμηλα. Ακόμη και εισέ
          δαμασκηνίαν. Και η δαμασκηνία εις απιδίαν και εις πλάτανον εις τον
          οποίον ομοίως γίνουνται τα μήλα κόκκινα. Η καρέα και η λεπτοκαρέα
          κεντρώνουνται εις κουμαρέαν. Η τριανταφυλλία εις ετέαν. Η ροδακινία
          εις την φλούδα της δαμασκηνίας και αμυγδαλέας. Η δαμασκηνία εις μηλίαν
          και κυδωνίαν. Η κερασία εις κοκορεβυνθίαν. Η ροδακινία οπού κάμνει τα
          κλειστά ροδάκινα εις την κερασίαν. Η κιτρία εις άλλην κιτρίαν και εις
          μηλίαν και κάμνει κιτρόμηλα και εις συκάμινον και κάμνει κίτρα κόκκινα
          και εις ρογδίαν. Η <milestone ed="1643" n="Α8ν" unit="fol"/> κυδωνία
          και αγριοσυκία κάθε δένδρον δέχονται και κέντρωνε εις αυτά είτι
          θέλεις και γίνεται. Η μοσχαπιδία κεντρώνεται εις μηλίαν. Το δε κλήμα
          κεντρώνεται εις την κερασίαν και κάμνει τα σταφύλια τον Μάϊον, όταν
          είναι και τα κεράσια. Αυτό και τα επίλοιπα οπού είπομεν γίνονται καθώς
          οφθαλμοφανώς εγνωρίσαμεν και, όστις δεν το πιστεύει, ας το δοκιμάση να
          ιδή πως δεν γράφομεν ψεύματα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΚΕΝΤΡΩΝΗΣ ΕΙΣ ΤΟ ΟΜΜΑΤΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΙΗ'</head>
        <p>Τον Μάϊον μήνα είναι καλά να κεντρώνης εις το ομμάτι. Εγώ δε και τον
          Μάρτιον εκέντρισα και επέτυχα. Κάμνει χρείαν γουν να καθαρίσης καλά το
          δένδρον εκείνο οπού κεντρώνεις εις το ομμάτι, να κόψης όλα τα κωλόριζα
          να μην εμποδίζουν. Ομοίως και όσα βλαστάρια εβγάλη από το θήλασμα και
          απάνω να τα κόψης. Το δε κέντρι ας είναι από βλαστάρι χρονιάρικον, από
          καλήν γενεάν και εύκαρπον. Και απ’ αυτό έβγαλε το ομμάτι ολόγυρα όλην
          την φλούδα. Και από το άγριον ομοίως ξάμωσε και κόψε τόσην φλούδα, όση
          είναι η ήμερη οπού θέλεις να βάλης, αμή πρόσεχε να την ξεκολλήσης
          πιδέξια να μη πληγώσης το ξύλον και να πέση το <milestone ed="1643"
            n="Br" unit="fol"/> ήμερο ομμάτι απάνω εις το άγριον, ότι τούτο
          είναι πολλά χρειαζόμενον, διατί τότε πιάνει άσφαλτα. Και ας είναι και
          αι δύο φλούδες ίσια εις το πάχος και όμοιες και, όταν πιάση το
          κέντρωμα, έβγαλε τα δέματα και κόπτε όσα άλλα βλαστάρια <pb n="150"/>
          φυτρώσουν από το άγριον, το οποίον κόψε με πριόνι πιδέξια από πάνω του
          κεντρίσματος να σπαταλίση το ήμερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΤΕ ΤΑ ΔΕΝΔΡΗ ΦΥΤΕΥΟΝΤΑΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΙΘ'</head>
        <p>Το φθινόπωρον προκόπτουν καλύτερα και μάλιστα εις τους ανύδρους
          τόπους, διατί ποτίζονται όλον τον χειμώνα και πιάνουσι. Φύτευε λοιπόν
          με τες πρώτες βροχές από τες ζ' του Νεομβρίου έως τας κ' του
          Δεκεμβρίου. Ει δε και δεν προφθάσης τότες εξ ανάγκης φύτευσε και την
          άνοιξιν και πότιζε τα πολλάκις. Αμή δεν προκόπτουσι τόσον ωσάν εκείνα
          οπού φύτευσης το φθινόπωρον. Και άκουσον την αιτίαν να πιστωθής την
          αλήθειαν. Η φύσις δεν δύνεται να κάμνη εις ένα καιρόν δύο εναντία
          πράγματα, αλλά πότε μεν το ένα, πότε δε το έτερον. Την άνοιξιν γουν
          θρέφει η φύσις τα άνω μέρη του δένδρου και κάμνει τους βλαστούς, τα
          άνθη και γίνονται οι καρποί. Αμή οι ρίζες τότε ποσώς δεν αυξάνουσι.
          Δια τούτο δεν φυτεύουσι τότε, αλλά κεντρώνουσι. <milestone ed="1643"
            n="Βν" unit="fol"/> Το δε φθινόπωρον πάλιν γί νεται όλον το εναντίον
          και τα μεν υψηλά μέρη των δένδρων ασθενούσι και ρίπτουν τα φύλλα τους,
          αι δε ρίζες υπό της φύσεως θρέφονται· δια τούτο πρέπει να φυτεύωμεν
          τότε, όταν βοηθά η φύσις να γίνωνται, και την άνοιξιν να κεντρώνωμεν.
          Ήξευρε δε και τούτο ότι, όταν φυτεύης δένδρον, κάμνει χρεία να είναι
          το φεγγάρι υποκάτω της γης και ότι, εάν το φυτεύσης, όταν αυξάνη η
          σελήνη, ήγουν γέμωσιν, αυξαίνει ογλήγορα. Ει δε και φυτεύσης το
          λίγωσιν, γίνεται ευφορώτερον, ήγουν καρπερόν και ισχυρότερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑΣ ΚΙΤΡΙΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. Κ'</head>
        <p>Αυτές αγαπούσιν υπέρ τα άλλα δένδρα νερόν περισσότερον. Φυτεύονται
          από το φθινόπωρον έως τας ιε' του Μαρτίου. Από τον νότον ωφελούνται
          και από τον βορέαν βλάπτονται. Όταν έχουν πολλά κίτρα, κόπτε τα
          περισσότερα και άφηνε ολίγα και τότε κάμνεις δύο καλά, ήγουν πρώτον
          μεν δεν ασθενά το δένδρον, διατί ξεφορτώνεται, και <pb n="151"/>
          δεύτερον εκείνα τα ολίγα γίνουνται μεγαλύτερα και νοστιμότερα. Εις την
          Κωνσταντινούπολιν, εις την Βενετίαν και εις άλλους τόπους ψυχρούς
          πρέπει να φυτεύετε τες κιτρίες και λεμονίες σιμά εις τον τοίχον ή εις
          τες καμάρες δια να τες σκεπάζετε τον χειμώνα με ψάθες να μη παγώνουσι.
          Και τύλισσε τα κλαρία τους με κολοκυνθίας φύλλα. Ομοίως και <milestone
            ed="1643" n="B2r" unit="fol"/> τας ρίζας να σκεπάζετε με στάκτην
          κολοκυνθίας, ότι αυτή έχει φυσικήν δύναμιν και φυλάττει τας κιτρίας
          από την ψύχραν. Το δε κίτρον, όταν είναι μικρόν, βάλε το εις αγγείον
          υάλινον εάν έχης ή εις κεράμειον, μα να έχη τρύπες να αναπνή. Και τότε
          όσον είναι το αγγείον, τόσον μεγάλο γίνεται και το κίτρον, διατί
          συνερίζεται. Εάν ζυμώσης ύψον να αλείψης το κίτρον, φυλάγεται πολύν
          καιρόν άσηπον. Η κιτρία δεν καρπεί, εάν την κεντρώσης εις το ομμάτι,
          αλλά μόνον εις το ξύλον ως κλήμα. Εάν δε πάλιν χώσης τα κίτρα εις
          κριθάρι, δεν σέπονται. Εάν κεντρώσης εις την κιτρίαν μηλίαν, έχεις
          μήλα όλον τον χρόνο εύμορφα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΡΟΔΑΚΙΝΙΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΚΑ'</head>
        <p>Αυτή αγαπά τόπον νοτερόν και βαρικόν. Ει δε και είναι ξηρός, πότιζε
          την πολλάκις. Και όταν έχη πολλά ροδάκινα κόπτε τα περισσά, άφηνε
          ολίγα να γένουν χοντρά και άβλαβα και καλύτερα ως άνωθεν. Όταν θέλης
          να γένουν καλές ροδακινίες, εύρε μεγάλα ροδάκινα απ' εκείνα οπού δεν
          ξεκολλά η σάρκα από το κόκκαλον και, όταν τα τρώγης, άφες τριγύρου του
          κοκκάλου καμπόση σάρκα, μη το φάγης όλον, και ούτω το φύτευσε παρευθύς
          να γένη δένδρον <milestone ed="1643" n="Β2ν" unit="fol"/> μεγάλο και
          καλότατον. Αλλ' επειδή εκ φύσεως όλες οι ροδακινές είναι αχαμνές και
          ολιγόχρονες, κάλλιον είναι να την κεντρώνης εις δαμασκηνέαν ή
          αμυγδάλην, οπού πιάνει βέβαια, και τότε βαστά πολλούς χρόνους. Ει δε
          και θέλεις να κάμης κόκκινα και εύμορφα ροδάκινα, τα οποία περσικά
          ονομάζουσιν, όταν φάγης τον καρπόν, βάλε το κόκκαλον να κάμη εις την
          γην μίαν εβδομάδα και τότε το άνοιξε ολίγον από την κορυφήν, βάλε του
          μέσα εις το κόκκαλον κιννάβαριν και πάλιν φύτευσέ το να φυτρώση· και
          τότε όσους καρπούς κάμη γίνουνται κόκκινοι. Τούτο εδοκιμάσαμεν, αμή
          θαρρώ <pb n="152"/> πως, εάν βάλης και άλλην βαφήν μέσα εις τον καρπόν
          ως άνωθεν, κατά την βαφήν εκείνην θέλουν γένη και τα ροδάκινα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΒΛΑΠΤΟΥΣΙ ΤΗΝ ΜΗΛΙΑΝ ΕΙΣ ΤΑΣ ΡΙΖΑΣ ΟΙ ΣΚΩΛΗΚΕΣ.<lb/>
          ΚΕΦ. KB'<lb/>
        </head>
        <p>Φύτευσον ολόγυρα εις την ρίζαν της αγριοκρόμμυδα και ούτως τα
          σκωλήκια οπού έχει αφανίζονται. Έτι ένωσον ύλην παλαιού κρασίου, ήγουν
          λάσπην, με κοπρίαν της αίγας και σκάψε τριγύρου του δένδρου, πότιζε
          τας ρίζας του και ούτω κάμνει τα μήλα γλυκότερα. Και εάν είναι
          ασθενισμένη, βάνε γαδάρου κόπρον εις τας ρίζας της και πότιζε την κάθε
          βράδυ <milestone ed="1643" n="B3r" unit="fol"/> αφού βασιλεύση ο ήλιος
          εως μίαν εβδομάδα. Έτι δε εάν της βάλης κοπρίας χοίρου έπειτα να την
          ποτίζης με ανθρώπου ούρος, της κάμνει πολλήν ωφέλειαν, ότι φυσικά η
          μηλία αγαπά το ούρος και ιατρεύεται εις την ασθένειαν. Όστις λοιπόν
          θέλει να κάμη μηλίες να μη σκουληκιάσουν, ας πάρη κωλόρριζα προκομμένα
          από καλήν γενεάν, ήγουν σκλετάδα, και τότε ας αλείψη τας ρίζας της με
          χολήν ταύρου και ούτως ας έχη λάκκον βαθύν να την χώση έως την κορυφήν
          σιμά και τότε γίνεται θαυμάσιος.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΕΣ ΑΠΙΔΙΕΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΚΓ'</head>
        <p>Εάν θέλης να μην έχουσι τα απίδια μέσα σκληρόν τίποτας, κάμε λάκκον
          μεγάλον και έβγαλε όλες τες πέτρες και τότε βάλε το φυτόν και έχε χώμα
          κοσκινισμένον, βάλε του ολόγυρα και πότιζέ το πολλάκις. Ει δε και
          εφυτεύθη πρωτύτερα, ξέχωσέ το έως τας ρίζας και έβγαλε τες πέτρες όλες
          και κοσκίνισε το χώμα και χώσε το και πότιζέ το ως άνωθεν είρηται.
          Γίνωσκε δε ακριβώς και τούτο· όταν θέλης να φυτεύσης κωλόρριζα ας
          είναι τριών χρόνων ή καν δύο το ολιγότερον. Και βάλε το εις τόπον
          νοτερόν, διατί αγαπά το κρύος εκ φύσεως. Ακόμη δε εάν θέλης να κάμης
          την απιδίαν <milestone ed="1643" n="Β3ν" unit="fol"/> να σου δίδει
          καρπόν περισσόν και γλυκύτατον, τρύπησέ την σιμά εις την γην και
          βάλε εις την τρύπαν καρφί ξύλινον από <pb n="153"/> δρυν ή βελανιδίαν
          και χώσε την με χώμα έως παραπάνω, δε και ασθενήση εις τα άνθη, χώσε
          εις τας ρίζας της ύλην κρασίου παλαιού ημέρας δεκαπέντε και χώσε πάλιν
          τας ρίζας του ύστερον και ιατρεύεται. Και χωρίς να ασθενήση το
          δένδρον, εάν του βάλης την ύλην του οίνου εις τας ρίζας, κάμνει τον
          καρπόν γλυκύτερον. Και εάν θέλης να μη γένουνται τα απίδια
          σκουληκιάρικα, όταν φυτεύης το δένδρον, άλειφε με χολήν βοδίου τας
          ρίζας του καθώς και εις την μηλίαν είπομεν. Τα δε απίδια, όταν θέλης
          να τα φυλάξης καιρόν πολύν, πρώτον μεν τα κόψε από το δένδρον πιδέξια
          να μη τα πληγώσης ή ποσώς να τα ζουλίσης. Έπειτα πίσσωσε τους πάτους
          και τα ραβδία τους, κρέμασέ τα ή χώσε τα εισέ πριονίσματα κυπαρίσσου ή
          εισέ ξηρά καρόφυλλα και φυλάγονται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΣΧΙΖΩΝΤΑΙ ΤΑ ΡΟΓΔΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΚΔ'</head>
        <p>Όταν φυτεύης τας ρογδίας, βάλε εις τον λάκκον μαύρες πέτρες. Ει δε
          και είναι φυτευμένες πρότερον, βάλε τριγύρου σκιλλοκρόμμυδα, ότι αυτά
          έχουσι φυσικήν δύναμιν και δεν αφήνουσι να σχίζονται τα ρόγδια.
          Λέγουσι τινές ότι το κλαδί <milestone ed="1643" n="B4r" unit="fol"/>
          της ρογδίας είναι άθηρον, ήγουν φεύγουσιν απ' αυτό τα οφίδια δια
          τούτο το βάνουσιν εις τα στρώματα. Γίνωσκε και τόυτο, ότι όσα απειρία
          έχει μέσα το μικρότερον ρόγδι, τόσα έχει και το τρανύτερον εκείνου του
          δένδρου και όχι περισσότερον. Όταν δε μαζώνης από το δένδρον τα
          ρόγδια, κόπτε τα πιδέξια να μη κτυπήση ένα του άλλου να πληγωθή. Και
          τότε ανάλυσε πίσσαν, βούτησε τα ραβδία τους, κρέμασέ τα να βαστάξουν
          πολύν καιρόν άσηπα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΚΥΔΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΡΑΣΙΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΚΕ'</head>
        <p>Όσα είπομεν δια την μηλίαν και απιδίαν το αυτό νόει και δια την
          κυδωνίαν και κερασίαν. Όθεν δεν γράφομεν άλλο δι' αυτήν περισσότερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>
          <pb n="154"/> ΠΕΡΙ ΣΥΚΙΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΚΣΤ'</head>
        <p>Τας συκίας δύο φορές τον χρόνον φυτεύουσι. Το φθινόπωρον και την
          άνοιξιν, αμή κάλλιον είναι να την φυτεύης την άνοιξιν, ότι αύτη είναι
          από όλα τα φυτά τρυφερώτερη και, αν την φυτεύσης τον χειμώνα,
          φθείρεται από τον κρύσταλλον. Δια τούτο είναι καλύτερον να την
            <milestone ed="1643" n="Β4ν" unit="fol"/> φυτεύσης αφού περάση η
          ψύχρα του χειμώνος. Και εάν αργήσης και έως τον Ιούνιον, πάλιν
          γίνεται καθώς με την δοκιμήν εγνώρισα. Αμή αγαπά τόπον ζεστόν και
          νοτερόν. Και να μη την ποτίζης, μόνον με το βρόχινο νερόν θεραπεύεται
          καλύτερα και κάμνει τα σύκα υγιέστατα και γλυκύτερα. Ει δε και την
          συνηθίσης να ποτίζεται, τα κάμνει βλαβερά και σκουληκιάρικα και να
          σέπωνται. Όταν ουν θέλης να φυτεύσης κωλόρριζα συκίας, βάλε εις τας
          ρίζας αυτάς σκιλλοκρόμμυδον και φύτευσέ τα αντάμα. Άλλοι πάλιν έβρεξαν
          το κλαρί ή την ρίζαν οπού ήθελαν να φυτεύσουν με κοπρίαν βοδίου και
          καταπολλά επρόκοψεν. Άλλοι βάνουσιν εις τας ρίζας στάκτην και έτεροι
          κοκκινόχωμα. Εάν δε θέλης να γένη χαμηλή η συκία, βάλε το φυτόν
          ανάποδα, ήγουν το απάνω μέρος κάτω, και γίνεται. Και εάν είναι καμία
          συκία οπού να κάμνη ο καρπός της σκώληκα, σκάψε, βάλε στάκτην εις τας
          ρίζας αυτής και εις τα κουφώματα και ιάται. Ει δε και ρίχνει τα σύκα
          της πριν να γένουν, άλειψε τους κλάδους αυτής με συκάμινα, ήγουν μούρα
          μαύρα, ή με κοκκινόχωμα, όταν είναι το φεγγάρι επτά ημερών ή
          εικοσιδύο· ή κατάπλασε τας ρίζας της με φύκια θαλάσσης και άλας
          αντάμα· η κρέμασέ την απάνω την ημέραν του Προδρόμου αγριόσυκα, ήγουν
          ρίνιασέ την τη κδ' <milestone ed="1643" n="B5r" unit="fol"/> Ιουνίου,
          ότι το πουλί εκείνο του αγριόσυκου υπάγει μέσα εις το λύθι και δεν
          το αφήνει να πέση. Όθεν τινές δια να μη φροντίζουσι κάθε χρόνον
          κεντρώνουν ένα κλάδον εις πάσαν συκίαν ρινόν και ούτως είναι καλύτερα
          δια το ασύγχυστον. Κεντρώνεται η συκία εισέ συκαμινίαν και πλάτανον
          και ου μόνον την άνοιξιν, ως τα άλλα δένδρη, αλλά και το θέρος έως τον
          Σεπτέμβριον και γίνεται.</p>
        <p>
          <pb n="155"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑ Η ΑΜΥΓΔΑΛΑ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΞΩΘΕΝ ΞΥΛΙΝΗΝ ΦΛΟΥΔΑ,
          ΗΓΟΥΝ ΤΟ ΣΚΕΠΑΣΜΑ, ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΝ Ο ΚΑΡΠΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΚΖ'</head>
        <p>Τσάκισον το έξωθεν ξύλον, έβγαλε τον καρπόν πιδέξια άβλαβον και
          ακέραιον και τύλιξέ τον με μαλλί ή απαλά κληματόφυλλα δια να μη τον
          φάγουν τα μηρμύγκια η αλλά ζωΰφια και φύτευσέ τον. Και ούτως γίνουνται
          όλοι του οι καρποί γυμνοί καθώς το εφύτευσες. Τα λεπτοκαρέα, ούτω τα
          στρογγυλά ως και τα μακρά, αγαπούσιν άσπρην γην και βαρικόν τόπον να
          έχη νερόν πολύν. Φυτεύονται τον καιρόν οπού βάνουν και τες καρές.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΓΕΝΗ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟΝ ΚΑΡΠΙΜΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΚΗ'</head>
        <p>Κάμε ένα στεφέλι μολυβένιον και ζώσε τον δένδρον ένα <milestone
            ed="1643" n="Β5ν" unit="fol"/> ποδάρι από την γην ψηλότερα έως τον
          καιρόν του άνθους. Και τότε το έβγαλε και πάλιν υστέρα, αφού άνθηση,
          του βάλε τον στέφανον. Τούτο του βοηθά πολλά να μη ρίχνη τον καρπόν
          του. Ή κάμε του τον στέφανον οπού είπομεν από φοίνικα αρσενικόν, ήγουν
          βαγίαν, και τόσην ενέργειαν έχει και αυτό καθώς και το σίδηρον. Το
          όμοιον κάμνει και η φάκλα, την οποίαν εις άλλους τόπους ονομάζουσι
          κόκλαστον (<seg lang="it">cioè tassobarbasso</seg>). Τούτο κάμνει
          αστάχυ μεγάλο μίαν οργίαν σχεδόν και έχει σπειρία τριγύρου ωσάν
          πιπέρι. Βουτούσιν αυτό εις την λάσπην του λαδίου και άπτει ως το δαδί.
          Μετ' αυτό ζώνουσι τα δένδρα και καρπίζουν καλά και κρατούσι και τον
          καρπόν απάνω τους. Πλην γίνωσκε και τούτο, ότι η καριά αγαπά το ραβδί
          εκ φύσεως και, όσον την ραβδίσης δυνατά τον ένα χρόνον, τόσον καρπίζει
          καλύτερα τον ερχόμενον και, αν την μαζώξης με το χέρι, κάμνει τον
          άλλον χρόνον ολιγότερα. Η δε ελαία θέλει όλον το εναντίον· ήγουν εάν
          την μαζώξης χεροπιαστά να μη τσακίσης τα βλαστάρια της, κάμνει καρπόν
          και τον άλλον χρόνον. Ει δε ραβδίσης την, κόπτεις τους ροδαμούς και
          δεν καρπίζει το ερχόμενον έτος.</p>
        <p>
          <pb n="156"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΑΚΚΟΥΣ ΤΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΓΕΝΩΝΤΑΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΚΘ'</head>
        <p>Εάν θέλης να φυτεύσης δένδρα το φθινόπωρον, κάμνει <milestone
            ed="1643" n="Β6r" unit="fol"/> χρεία να έχης τους λάκκους σκαμμένους
          από τον Ιούλιον ή καν τον Αύγουστον να είναι καθένας ποδάρια τρία
          βαθύς και πλατύς τέσσερα δια να κάψη το χώμα ο ήλιος να εργάση. Και ας
          είναι ο λάκκος απάνω στενός και κάτω πλατύτερος δια να απλώσουν οι
          ρίζες ογλήγορα και, όταν θέλης να φυτεύσης το δένδρον, γέμωσε πρότερον
          τον λάκκον άχερα, κάψε τα εκεί μέσα, ότι με τον τρόπον ετούτον κάμνεις
          δύο καλά· πρώτον καίεις τον τόπον τριγύρου και δεύτερον το άχερον
          δίδει του δένδρου πολλήν ωφέλειαν. Και τότε άλειψε τας ρίζας και αυτό
          το όρθιον του φυτού με χολήν βοδίου δια τους σκώληκας, ως άνωθεν
          εγράψαμεν. Έπειτα αφού το φυτεύσης, πρώτον μεν του βάλε καμπόσον χώμα,
          οπού να το έχη η ψύχρα και ο ήλιος εργασμένον, και μετ' αυτό σκέπασε
          όλες τες ρίζες και πάτησέ το. Έπειτα έχε κοπρίαν καλήν ενός χρόνου
          εργασμένην, ότι, εάν είναι πολλού καιρού, εξεθύμανε και δεν ενεργά,
          και μετ' αυτήν ανακάτωσε το επίλοιπον χώμα, σκέπασε το φυτόν έως άνω
          και πάτησέ το καλά από την μέσην και κάτω του λάκκου και απ' εκεί και
          απάνω ολιγότερον. Και κάμε του δύο λάκκους εις το απάνω μέρος παράμερα
          του φυτού να σταματά το νερόν να ποτίζεται. Το δε φυτόν ας είναι καλά
          χωσμένον με το κοπρόχωμα δια να μη ξεπαγιάση από τας χιόνας και χάσης
          τον κόπον σου· δι' αυτό σου είπομεν να βάλης την κοπρίαν, ήτις κάμνει
          δύο ενεργείας· δίδει του δένδρου σπατάλην και εβγάνει προκομμένα
            <milestone ed="1643" n="Β6ν" unit="fol"/> βλαστάρια και φυλάγει το
          από την ψύχραν με την ζέσιν αύτης. Και, δια να μη το καύση πάλιν
          ολότελα, σου είπομεν να την βάλης ανακατωμένην με το χώμα και τότε δεν
          βλάπτεται. Εις δε τον γύρον του φυτού έμπηξον καλάμια ή πικροδάφνες
          δια να μη φάγουν τα ζώα εκείνο οπού φαίνεται. Ο δε καιρός οπού
          φυτεύουσιν είναι από τες υστέρες Οκτωβρίου έως τας πρώτας του
          Δεκεμβρίου, μα να μην είναι το φεγγάρι γεμάτο, διατί τότε όλα τα
          δένδρη γεννούσι σκωλήκια και φθείρονται. . <pb n="157"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. Λ'</head>
        <p>Οι συκές πάλιν και όσα δένδρη φυτεύεις μουρέλλα βάνε τα την άνοιξιν.
          Η καστανέα ορέγεται τον ψυχρόν τόπον και την φυτεύουσι τον Σεπτέμβριον
          ή τον Μάρτιον και είτι βάλης ή ρίζαν ή κλάδον ή κάστανον γίνεται,
          μόνον εις την ψύχραν αγαπά, αμή εις την ζέστην δε γίνεται. Οι ζιζυφιές
          πριν του χειμώνος φυτεύονται, ήγουν κωλόρριζα, να είναι χονδρά ωσάν
          τον δάκτυλόν σου, είδε δεν προκόπτουσιν. Ομοίως και τα άλλα δένδρα
          ούτως γίνονται γληγορύτερα, μόνον οι ροδακινές, οπού φυτεύεις τον
          καρπόν τους και γίνουνται ογλήγορα και πάλιν ταχέως ξηραίνονται, δια
          τούτο κάλλιον <milestone ed="1643" n="B7r" unit="fol"/> να τας
          κεντρώνης εις την κυδωνίαν, κερασίαν και πλάτανον οπού δεν
          φθείρονται, αλλά χρόνους πολλούς διαμένουσιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑ ΡΟΓΔΙΑ ΚΑΙ ΑΜΥΓΔΑΛΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΛΑ'</head>
        <p>Όταν κάμνη η ρογδία ξυνά τα ρόγδια, η αμυγδαλία πικρόν τον καρπόν
          της, ζώσε την ρίζαν τους σιμά εις την γην με μολύβι ή με το δερμάτι
          του όφεως και εις τας ρίζας τριγύρου σκάψε, βάλε κοπρίαν του χοίρου να χαίρεσαι.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΙΟΝ ΚΑΙΡΟΝ ΚΟΠΤΟΥΣΙ ΤΑ ΞΥΛΑ ΔΙΑ ΝΑ ΦΥΛΑΓΟΥΝΤΑΙ ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ
          ΑΣΗΠΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΛΒ'</head>
        <p>Όσα ξύλα κόψης την γέμωσιν της σελήνης σαπίζουν ογλήγορα, ότι τότες
          είναι όλα γεμάτα υγρότητα από την οποίαν γεννάται ο σκώληξ, οπού
          λέγομεν σάθρακα. Ομοίως και όσα κοπούσι την άνοιξιν, διατί τότες είναι
          θυμωμένα και όλον δρόσος. Λοιπόν άλλοι τα κόπτουσι το φθινόπωρον και
          άλλοι τον μήναν Ιανουάριον και τότες είναι καλύτερα, ότι, όσα ξύλα
          κόψης αυτόν τον μήνα την ύστερην του φεγγαρίου, ποτέ τους δεν
          σέπονται, αλλά μένουν παρ' ολίγον αήττητα.<pb n="158"/>
          <milestone ed="1643" n="Β7ν" unit="fol"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑ ΚΕΝΤΡΙΑ ΠΟΙΑ ΠΡΟΚΟΠΤΟΥΣΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΛΓ'</head>
        <p>Όσα δένδρη μπολιάσης εις ομοίαν φύσιν γίνουνται ογληγορύτερα και
          κάμνουν καρπόν καλύτερον και βαστούσι καιρόν περισσότερον ήγουν την
          απιδίαν εις απιδίαν, μηλίαν εις μηλίαν, ροδακινέαν εις αμυγδαλίαν, ότι
          όλα αυτά έχουσι μίαν φύσιν, ήγουν κεράσα, δαμάσκηνα, μαράσκια,
          κορόμηλα, ήγουν μούσκλα, βερύκοκκα και άλλα παρόμοια. Μα πρόσεχε να μη
          κεντρώσης μίας λογής δένδρον, οπού να γίνεται τρανόν, εις άλλον
          δένδρον, οπού γίνεται μικρότερον, διατί βαστά ολίγον καιρόν και κάμνει
          και το καρπόν άσχημον πολλά και απρόκοπτον. Λόγου χάριν να κεντρώσης
          εις την ροδακινίαν οπού γίνεται μικρόν δένδρον την κερασίαν ή άλλο
          όμοιον, ότι έδωκές της ένα βαρύ φορτίον και δεν το δύνεται. Αλλά εις
          τα μεγάλα δένδρη κέντρωνε πάντα τα μικρότερα. Και πρώτον ας είναι το
          μπόλι, οπού θέλεις να κεντρίσης νέον, γερόν, καλόφλουδον και όχι
          ροζάρικον. Και μη το μπολιάσης εισέ κλάδον υψηλόν, αλλά σιμά εις την
          γην, διατί κάμνει τον καρπόν γλυκύτερον και υγιέστερον και είναι και
          σιγουρότερον να μη το χαλάσουν οι άνεμοι. Μάλιστα εις μεγάλον δένδρον
          δεν προκόπτει το μπόλι, μόνον κόψε το χαμηλά και, όταν απολύση
          βλαστάρια, εις αυτά βάνεις το <milestone ed="1643" n="B8r"
          unit="fol"/> κέντρι και γίνεται θαυμασιότατα. Τινές δε βάνουσι το
          μπόλι ανάποδα, ήγουν την κορυφήν κάτω, και κοιτάζουν προς την γην τα
          όμματα και ούτω γίνεται το δένδρον παράξενον και καρπίζει μεν και αυτό
          με τον καιρόν του, αλλά ποτέ δεν υψώνεται, αλλά είναι καταγής πάντοτε.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΤΑ ΠΩΡΙΚΑ ΝΑ ΓΕΝΟΥΝ ΜΕΓΑΛΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΛΔ'</head>
        <p>Έπαρε τρία καρύδια τα χονδρότερα οπού να ευρίσκονται, φύτευσέ τα εις
          ένα τόπον αντάμα, εις τον οποίον βάλε ένα τσουκάλιον άνω κάτω, ήγουν
          το στόμα του εις την γην, απάνω εις τα τρία καρύδια και ο πάτος του να
          είναι απάνω, εις το οποίον κάμε μίαν τρύπαν να έβγουν απ' αυτήν τα
          τρία βλαστάρια. Και τότε στενοχωρούμενα ένα με το άλλο θέλουν <pb
          n="159"/> ενωθήν να γενούν ένα κορμί και ένα μόνον δένδρον, το οποίον
          με τον καιρόν του θέλει κάμει καρύδια μεγάλα και εύμορφα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΕΝΑ ΔΕΝΔΡΟΝ ΝΑ ΚΑΜΗ ΣΤΑΦΥΛΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΛΕ'</head>
        <p>Φύτευσον πλησίον εις ένα πλάτανον ένα κλήμα και, όταν απόλυση
          βλαστάρια, άφες να μεστώσουν να γενούν δύο <milestone ed="1643"
            n="Β8ν" unit="fol"/> χρόνων ή τριών. Και τότε τρύπησε τον πλά τανον
          ή κερασίαν ή είτι άλλο δένδρον θέλεις με ένα χοντρόν τριβέλιον, όσον
          είναι το κλήμα, και πέρασέ το από την τρύπαν του δένδρου, αμή καθάρισε
          το πρωτύτερα δύο πιθαμές, ήγουν όσον είναι το χόντρος του κλάδου οπού
          τρυπήσης, καθάρισον τόσον κλήμα το μέρος, οπού θέλει να μείνη μέσα εις
          την τρύπαν δια να σαρκώση να γένη ένα με το δένδρον, και, όταν
          περάσουν τρεις χρόνοι, κόψε το κλήμα σύρριζα του δένδρου από το μέρος,
          οπού έχει την ρίζαν, ρίξε το και άφες μόνον την κορυφήν του, οπού
          είναι φυτευμένη εις το δένδρον, και, όταν κάμνη το δένδρον καρπόν,
          τότε και το κλήμα κάμνει τα σταφύλια, εάν είναι και παράκαιρα. Και
          τούτο είναι πράγμα αληθέστατον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΤΑΝ ΤΡΩΓΟΥΣΙ ΤΟ ΜΑΜΟΥΝΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΚΩΛΗΚΙΑ ΤΗΝ ΑΜΠΕΛΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΛΣΤ'</head>
        <p>Όταν φθείρουσι τα βλαστάρια του αμπελίου κάποια ζωΰφια ή ψείρες,
          σκάψε την κουρμούλλαν και βάλε εις την ρίζαν της κόπρον χοίρου με
          λάσπην κρασίου ή κόπρον περιστερίου μόνον. Ει δε και έχει κάμπιαν
          πολλήν ή άλλα μαμούδια το αμπέλιον, σκάψε εις την μέσην του, βάλε μίαν
          κοιλίαν μουνούχου ακέραια με την κόπρον της και άφησε να <milestone
            ed="1643" n="Cr" unit="fol"/> φαί νεται καμπόση. Και εκεί εις την
          κοιλίαν συνάσσουνται όλοι οι σκώληκες, οπού ζημιώνουν την άμπελον, και
          ή φόνευσέ τους ή καύσε τους.</p>
      </div>
      <div>
        <head>
          <pb n="160"/> ΔΙΑ ΝΑ ΣΠΑΤΑΛΙΣΗΣ ΤΗΝ ΑΜΠΕΛΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΛΖ'</head>
        <p>ΕΙ δε και είναι το αμπέλι πολλά αδύναμον, βάλε του καλήν κοπρίαν δύο
          χρόνων, αμή μην εγγίζει εις την ρίζαν του η κοπρά, ότι καίει το, αλλά
          βάνε την μίαν πιθαμήν παράμερα και ούτω σπαταλίζει θαυμασιότατα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑ ΦΥΤΑ ΠΩΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΛΗ'</head>
        <p>Όταν θέλης να φυτεύσης αμπέλι, πάγαινε από τον Αύγουστον, σημάδευε
          τες καρπερές μάνες με κοκκινόχωμα ή δένε τες με κομμάτι σπάρτον, όταν
          έχουσι τα σταφύλια, να τες εγνωρίζης ύστερα, όταν κόπτης τα κλήματα,
          από τα οποία διάλεγε εκείνα, οπού εβγάνουν το βλαστάρι με τον καρπόν
          από κάθα ομμάτι. Και ας είναι από αμπέλι πολλών χρόνων, ότι εάν είναι
          φυτεία δεν προκόπτουσι. Και διάλεγε τα κεφάλια, ήγουν από τα δύο
          κλήματα της κορυφής, να παίρνης το απανώτερον, εκείνο οπού κόπτει ο
          κλαδευτής και <milestone ed="1643" n="Cv" unit="fol"/> ρίπτει με όλα
          τα ομμάτια, με κομμάτι κλήμα περυσινόν, οπού δείχνει ωσάν σφυρί, ότι
          εάν επάρης το δεύτερον κλήμα, οπού κόπτει εις το τρίτο ομμάτι και τα
          δύο απομένουν εις την κουρμούλλαν, δεν προκόπτει τόσον καλά ως το
          πρώτον. Και φύτευε τον Φεβρουάριον ή τον Μάρτιον. Ο λάκκος ας είναι
          εις το πλάτος ποδάρι ανάμισυ, εις το βάθος δύο και εις το μάκρος κατά
          τα κλήματα. Βάνε δύο εισέ κάθε λάκκον και, αν πιάσουν και τα δύο,
          εβγάνεις το αχαμνότερον. Και όταν θέλης να φυτεύσης, βάνε τα εις το
          νερόν μίαν ημέραν πρωτύτερα και τότε, όταν τα φυτεύης, έχε κοπρίαν
          βοδινήν λυμένην εις τον νερόν ωσάν χυλόν και βούτα καθένα εις αυτήν
          πρότερον και τότε το βάνε εις τον λάκκον και πιάνει καλύτερα και μήτε
          τα ζώα το τρώγουσιν. Έπειτα του βάνε καμπόσην κοπρίαν χωνεμένην και
          χώμα καλόν και άφηνε κάμποσον λάκκωμα δια να ποτίζωνται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>
          <pb n="161"/> ΠΩΣ ΝΑ ΚΕΝΤΡΩΝΗΣ ΤΑ ΚΛΗΜΑΤΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΛΘ'</head>
        <p>Όταν θέλης να μπολιάσης, διάλεγε τα κλήματα καθώς είπομεν άνωθεν και
          έπαιρνέ τα από το μέρος της ανατολής της κουρμούλλας να είναι ολίγωσις
          και να είναι πυκνά τα ομμάτια τους, ότι εκείνα, οπού έχουσι αραία
          όμματα, δεν <milestone ed="1643" n="C2r" unit="fol"/> προκόπτουσι. Και
          πάλιν εκείνα τα προκομμένα οπού πάρης έως το έβδομον ομμάτι μόνον
          έχουσι καρπόν, αμή απ' εκεί έως την κορυφήν είναι άκαρπα. Εκείνο δε το
          κλήμα, οπού θέλεις να μπολιάσης, κόψε το τρεις ημέρες πρωτύτερα ή
          τέσσερις όσον ημπορείς χαμηλά δια να έβγη καμπόση από την πολλήν του
          υγρότητα να μη πνίξη το μπόλι με το άμετρον δάκρυον. Έπειτα το σχίσε
          πιδέξια, όσον μπόλι βάνεις, και ας είναι δύο τα κέντρια και έχε τα
          πελεκημένα από το έσωθεν μέρος λεπτότερα και, όταν τα βάλης φλούδα με
          φλούδα, έχε κρέδα, ήγουν παχύ χώμα λάσπην, να σκεπάζης τες κομμάδες
          καλά να μη βραχούσι και τύλιξε σφιγκτά και δέσε τα με λινάρι ή σπάγον
          ή άλλο οπού να δένη πιδέξια.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΚΕΝΤΡΙΣΜΑΤΟΣ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΠΑΡΔΑΛΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. Μ'</head>
        <p>Σχίσε εις την μέσην δύο κλήματα με τρόπον οπού να μη βλάψης τα
          ομμάτια, αλλά να μείνουν ολόγερα, και σμίξουν αντάμα αυτά τα δύο
          σχισμένα κλήματα να γένουν ένα και δέσε τα καλά από τα ομμάτια και
          κάτω να μην εγγίξη εις αυτά ο σπάγος να τα τυφλώση. Και ας είναι μακρά
          τα κλήματα να τα χώσης έως εκεί, οπού τα έχεις εσμιγμένα, και, όταν
          γένουν <milestone ed="1643" n="C2v" unit="fol"/> δύο χρόνων να
          ριζώσουν, κόψε τα κλήματα οπού κάμουν, φύτευσέ τα να κάμνουσι παρδαλά
          σταφύλια άσπρον και μαύρον κατά τες μάνες, οπού εφύτευσες πρότερον.
          Ομοίως φύτευσον τρία ή τέσσερα κλήματα λιανά, πέρασέ τα από ένα
          κόκκαλον χοντρόν ποδός βοδίου και, όταν χοντρήνουν εκεί μέσα εις το
          κόκκαλον να γένουν το ένα, κόψε όλα τα βλαστάρια σύρριζα του κοκκάλου
          άνωθεν και τότε εβγάνουν άλλα και κάμνουσι σταφύλια παρδαλά κατά τα
          κλήματα οπού έβαλες.</p>
      </div>
      <div>
        <head>
          <pb n="162"/> ΝΑ ΦΥΛΑΞΗΣ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΠΟΛΥΝ ΚΑΙΡΟΝ ΑΣΗΠΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΜΑ'</head>
        <p>Το κορίχι, το πωρικόν και αλλά σταφύλια όμοια τούτων βασταγερά, οπού
          δεν σαπίζουν ογλήγορα, αυτά ημπορείς να φυλάξης έως την άνοιξιν.
          Μάλιστα εγώ τα είδα εις την Σκύρον πολλές χρονιές και τα έχουσιν έως
          να γένουν τα νέα τον Αύγουστον και εθαύμασα, διατί εφαίνουνταν νωπά
          και ροδοκόκκινα ωσάν να τα ήθελαν κόψειν αυτήν την ώραν από το κλήμα.
          Και ερωτήσας τινά απ' αυτούς να μου ερμηνεύση τον τρόπον μου
          αποκρίθηκε λέγοντας· <q>κόψε τα σταφύλια την ολίγωσιν του φεγγαρίου να
            μην είναι περισσά ώριμα ουδέ πάλιν άγγουρα, αλλά να κρατούσι
            καμπόσον ακάμωτα, βάλε<milestone ed="1643" n="C3r" unit="fol"/> τα
            εις τον ήλιον πιδέξια απάνω εισέ πτέρην η κληματόφυλλα ή άλλα
            χορτάρια να μη πληγωθούσι και, αφού κάμουσι ώρες τέσσαρες, τα έπαρε
            και καθάρισέ τα να μην έχουν ρώγες σαπημένες ή φύλλα από χορτάρια
            τίποτας και βούτηξέ τα ένα προς ένα εισέ βρασμένην θάλασσαν. Ή αδέν
            έχης θάλασσαν, ας είναι και νερόν, αμή να έχη μέσα άλας, ότι η άλμη
            τα φυλάγει και δεν τα τρώγουν οι σκώληκες. Αμή φυλάγου να μη κάμουσι
            ώραν πολλήν εις το θερμόν, μόνον ευθύς να τα εβγάνης. Και βάλε τα
            εισέ άχερα κρίθινα ή κρέμασέ τα εις την στέγην του οίκου σου να μην
            εγγίζη ένα μετ' άλλο και κοσκίνιζε το σιτάρι εκεί αποκάτω να παγαίνη
            η σκόνη εις τα σταφύλια, ότι αυτή έχει δύναμιν εκ φύσεως και τα
            φυλάγει καιρόν πολύν άσηπα. Και δια να μη τα τρώγουν τα μελίσσια και
            τα άλλα ζωΰφια βάνε ολίγον λάδι εις το στόμα σου και περέχα τα ή
            βάνε το εις το θερμόν, όταν τα ζεματίζης, και τόσον χρείζει.</q>
        </p>
        <p>Ούτως κάμνουσι και τα σύκα, τα κεράσια, σταφίδας, απιδοκόμματα και
          άλλα πωρικά· αφού τα ξηράνουσιν εις τον ήλιον και τα ζεματίζουν με την
          θάλασσαν και τα βάνουν εισέ μίαν ψάθην παστρικήν να στραγγίξουν
          ολίγον, και τότε τα φυλάγουν ακόμη ζεστά εις το πιθάρι ή παραβούτι και
          τα πατούσι δυνατά και, αν είναι σύκα, ζαχαρώνουν και
            γίνουνατι<milestone ed="1643" n="C3v" unit="fol"/> γλυκύτατα. Ομοίως
          κάμνουν και τα δαμάσκηνα, μαράσκια και όλα τα πωρικά, οπού ξηραίνουσιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>
          <pb n="163"/> ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΚΡΑΣΙ ΕΙΣ ΩΡΑΣ ΧΡΕΙΑΝ ΧΩΡΙΣ ΣΤΑΦΥΛΙΑ
          ΚΑΛΟΤΑΤΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. MB'</head>
        <p>Βάλε εις ένα μαστέλον ή εισέ πιθάρι κρασερόν σταφίδα λίτρας ν' και
          βράσε ένα χάλκωμα μεγάλο νερόν, βάλε το μέσα εις την σταφίδα βραστόν
          και ένα μίστατο ξύδι δριμύ. Άφες να περάσουν ώρες κδ'. Έπειτα πάλιν
          βράσε άλλες τρεις χαλκωματίες νερόν, βάλε το μέσα και φράξε το και εις
          οκτώ ημέρας γίνεται κρασί ωραιότατον, νόστιμον εις την γεύσιν και
          υγιέστατον εις τον στόμαχον. Και, αν θέλης να το φυλάγης καιρόν πολύν,
          έβγανε καθ' έκαστην μίαν κανάτα κρασί και βάνε άλλο τόσον νερόν και
          δεν χάνει ποσώς την δύναμιν και ουσίαν του. Αυτή είναι μία ερμηνεία
          θαυμάσιος και κατά αλήθειαν πολυτίμητος, την οποίαν μας ερμήνευσεν
          ένας γνωστικός και πολυμαθής άνθρωπος από τα μέρη της Μοσχοβίας με τον
          οποίον ετύχαμεν εις ένα κάστρον, οπού μας απέκλεισαν οι πολέμιοι, και
          δεν είχαμεν οίνον και αυτός με την άνωθεν μηχανήν έκαμε και δεν μας
          έλειψε το κρασί, έως ετελείωσεν η μάχη και ελυτρώθημεν. Με τον αυτόν
          τρόπον λοιπόν ημπορεί πας ένας οπού έχει πολλήν φαμελίαν <milestone
            ed="1643" n="C4r" unit="fol"/> να πορευθή με ολίγην έξοδον και
          μάλιστα εις τους τόπους, οπού είναι ακριβόν το κρασί ή και ολότελα
          δεν ευρίσκεται, ότι η σταφίδα τον καιρόν ετούτο είναι τόσον πολλή και
          εξόχως η ψιλή της Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, οπού την αγοράζεις με
          ολίγον τίποτας. Γίνωσκε δε ότι κατά την ποσότητα της σταφίδας να βάνης
          και το νερό, ήγουν τέσσερις λίτρας σταφίδα εις κάθε μίστατον ή πάλιν,
          ως θέλεις, να το κάμης δυνατότερον ή αχαμνότερον, ότι, όταν βάλης
          ολίγον νερόν, γίνεται το κρασί καλύτερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΚΡΑΣΙ, ΕΑΝ ΕΙΣ ΑΙ ΠΤΩΧΟΣ, ΧΩΡΙΣ
          ΕΞΟΔΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΜΓ'</head>
        <p>Μάζωξε από τον δάσον άγρια μούσκλα ή σούρβα τρία τέσσερα καλάθια,
          άφες τα να ωριμάξουν ή βάλε τα ολίγας ημέρας εις τον ήλιον να
          σταφιδιάσουν, αν είναι άγγουρα. Έπειτα τα βάλε εις το βαρέλι ή
          παραβούτι και βράσε ένα <pb n="164"/> σταμνί νερόν, γύρε το μέσα και
          υστέρα κοπάνισε δώδεκα αγγουρίδες ξυνές, ρίξε τες με το ζουμί τους
          μέσα και έξι στάμνας νερόν και φράξε το και εις πεντέξι ημέρας έβγαλε,
          πίνε, ότι έγινη κρασί άβλαβον. Αμή έβγανε μόνον όσον να πίης την
          ημέραν εκείνην, ότι, εάν το αφήσης τρεις ημέρας, χάνει την ουσίαν του
          και γίνεται νερόν ως το πρότερον. </p>
        <milestone ed="1643" n="C4v" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΡΑΣΙ ΝΑ ΓΕΝΗ ΑΣΠΡΟΝ Η ΤΟ ΑΣΠΡΟΝ
          ΜΑΥΡΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΜΔ'</head>
        <p>Εάν θέλης να γένη το μαύρον κρασί άσπρον, βάνε του μέσα καμπόσον
          ορρόν του γάλακτος, ήγουν χουμά, αφού τυροκομήσουν την μυζήθραν, και
          μίαν ογγίαν στύψιν εις κάθα οκτώ μίστατα κρασί και ανακάτωσέ το καλά
          με ένα ξύλον. Ή καύσον κλήματα άσπρων σταφυλίων και βάλε την στάκτην,
          ήγουν τον άθον των κλημάτων, μέσα εις το μαύρο κρασί να γένη άσπρον.
          Ει δε και θέλεις να το κάμης μαύρον, καύσε κλήματα, οπού να κάμνουν
          μαύρα σταφύλια, και βάλε ομοίως μέσα εις το κρασί την στάκτην τους ή
          συκαμινιαίαν στάκτην βάλε και μαυρίζει.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΤΑΝ ΕΒΓΑΝΗ ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΚΑΚΗΝ ΜΥΡΩΔΙΑΝ ΝΑ ΤΟ ΙΑΤΡΕΥΣΗΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΜΕ'</head>
        <p>Κάρφωσε εις ένα κίτρον ή γλυκονέραντζον πολλά μοσκοκάρφια διαλεκτά,
          έως να γεμώση το νεράντζι, το οποίον κρέμασε μέσα εις το βουτσί, μα να
          μην εγγίζη εις το κρασί, και φράξε καλά τον πόρον να μην εβγαίνη η
          ευωδία η οποία παγαίνει εις το κρασί και χάνει τον βρώμον του. Ή κάμε
          στάκτην με μερσινόκουκκα, ήγουν της μυρτίας τον καρπόν, και ρίξε την
          εις το κρασί, όταν βράζη, και δίδει του καλήν ευωδίαν. Το αυτό κάμνει
          και η ρίζα του αρκεύθου, <seg lang="it">cioè </seg>
          <milestone ed="1643" n="C5r" unit="fol"/>
          <seg lang="it">ginepro</seg>, να την κόψης μικρά κομμάτια να την βάλης
          εις το κρασί όταν βράζη και να τρίβης τα άκρα του βουτσού με φύλλα του
          πεύκου ή της κουκουναρέας ή με κυπάρισσον. Άλλοι πάλιν βάνουσι το
          άνωθεν νεράντζι εις την μέση του κρασίου.</p>
      </div>
      <div>
        <head>
          <pb n="165"/> ΝΑ ΚΑΜΗΣ TON ΟΙΝΟΝ ΕΥΩΔΕΣΤΑΤΟΝ<lb/> ΚΕΦ. ΜΣΤ'</head>
        <p>Αλλά και χωρίς να μυρίζη το κρασί, εάν θέλης να το κάμης να ευωδιάζη
          ως το μόσχον, μάζωξε άνθος πολύ από τα αγριοστάφυλα, οπού είναι εις
          τους βάτους και τράφους, και φύλαξέ το εις ένα σακκούλι και βάλε τα
          άνθη εκείνα μέσα εις το βουτσί, όταν βάνης τον νέον οίνον. Ή, αν είναι
          και παλαιόν κρασί και βάλης τα, κάμνουσι την αυτήν ενέργειαν. Άλλοι τα
          βάνουν εις το πατητήρι και βράζουν με το κρασί. Το όμοιον κάμνει και
          το χόρτον του Αγίου Ιωάννου, οπού μαζώνουσι τη κδ' Ιουνίου και το
          λέγουσι σκλαρέα φράγκικα, να το κάμης δεματάκια να το βάλης εις το
          βουτσί. Άλλοι μαζώνουσι το άνθος αυτού του χόρτου και το ξηραίνουν εις
          τον ίσκιον και, όταν βράζη το κρασί, το βάνουν μέσα εις ένα σακκούλι
          λινόν εις το οποίον δένουσι μίαν πέτραν δια να βαρύνη να υπάγη εις την
          μέσην του κρασίου και φράσσουν καλά το βουτσί να μην εβγαίνη η ευωδία
          και μετά δέκα <milestone ed="1643" n="C5v" unit="fol"/> ημέρας το
          εβγάνουν και μένει εις τον οίνον η μυρωδία του. Το όμοιον κάμνει να το
          ξηράνης εις τον ίσκιον. Έπειτα γέμωσε ένα σακκούλι λινόν, όσον να χωρή
          εις τον πόρον του βουτσού, και με τον σπάγον και μίαν πέτραν το
          κατέβασε εις την μέσην του οίνου ως άνωθεν. Και πάσαν ημέραν το
          έβγανε, στίφε το μέσα εις το κρασίν, ήγουν αποσφώνιαζέ το, και πάλιν
          βάνε το έως δέκα ημέρας. Και τότε φράξε καλά τον πόρον και ρίξε τα
          άνθη, ότι δεν κάμνει χρεία να τα αφήσης μέσα, ότι επήρεν ο οίνος την
          ευωδίαν τους άπασαν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΕΓΝΩΡΙΣΗΣ ΕΑΝ ΒΑΣΤΑ ΤΟ ΚΡΑΣΙ Η ΧΑΛΑ ΟΓΛΗΓΟΡΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΜΖ'</head>
        <p>Έβγαλε από την μέσην του βουτσού καμπόσον, βράσε το και, όταν
          ψυχράνη, το δοκίμασε και καθώς ευρέθη τότε εις την γεύσιν ή ξυνόν ή
          νόστιμον ούτω μέλλει να γένη και το επίλοιπον. Ομοίως και από τον
          αθόν, οπού κάμνει εις την απάνω μεράν, εγνωρίζεται. Όταν ουν ίδης και
          είναι αυτά τα άνθη άσπρα, είναι καλό σημάδι και εάν εισί μαύρα ή
          κίτρινα ογλήγορα καταλύεται το κρασί. Έτι έγγισον την χέρα σου εις <pb
          n="166"/> το γεμάτο αγγείον και, εάν είναι ψυχρόν, ήγουν κρύον, βαστά
          το κρασί, εις δε και είναι ζεστόν, καταλύεται. Ομοίως εάν είναι το
          σκέπασμα του αγγείου στιγνόν χωρίς υγρότητα, δεν χαλά το κρασί, ει δε
          και είναι υγρόν, καταλύεται. </p>
        <milestone ed="1643" n="C6r" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΓΓΙΖΗΣ ΤΟΝ ΟΙΝΟΝ, ΗΓΟΥΝ ΝΑ ΤΟ ΤΡΑΒΑΖΑΡΗΣ, ΝΑ ΜΗ
          ΧΑΛΑΣΗ.<lb/> ΚΕΦ. ΜΗ'</head>
        <p>Τα κρασία, οπού γίνονται εισέ παχύν και νοτερόν χωράφιον, μετάγγιζε
          τον Νοέμβριον από τας ις' του φεγγαρίου και έμπροσθεν και, όσα
          γίνουνται εις ανύδρους και αχαμνούς τόπους, μετάγγιζε τον Μάρτιον εις
          τες υστερινές του φεγγαρίου, ότι, όσα κρασία μετάγγισης, όταν είναι
          γέμωσις, ήγουν από την πρώτην του φεγγαρίου έως τας ιε', ξύδι
          γίνονται. Ούτε όταν άνθουσι τα ρόδα και τα αμπέλια μη μεταγγίσης και,
          διατί το κρασί αχαμνίζει ολίγον, όταν έβγη από την μάναν του, δια
          τούτο είναι χρεία τον χειμώνα να το έχης εις τόπον ζεστόν και το
          καλοκαίρι εισέ κατάψυχον. Γίνωσκε δε και τούτο, ότι το κρασί οπού
          μεταγγίζεται, εάν δεν σταματήση ημέρας μ', δεν έρχεται εις την πρώτην
          ουσίαν του και ποιότητα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΞΥΝΙΣΗ ΤΟ ΚΡΑΣΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΜΘ'</head>
        <p>Καύσε φλούδα δρυός ή κλήμα, οπού κάμνει άσπρα σταφύλια, και βάλε την
          στάκτην εις το αγγείον κατά την ποσότητα του οίνου, ήγουν εάν είναι
          δέκα μίστατα, βάλε τρεις χεριάς άθον ή τέσσερις. Ομοίως το φυλάγει και
          το <milestone ed="1643" n="C6v" unit="fol"/> λάδι, ήγουν να βάλης εις
          το αγγείον, οπού έχει το κρασί, μίαν κανάτα λάδι ή περισσότερον. Το
          οποίον το σκεπάζει όλον και δεν το αφήνει να χαλάση. Και πάλι ύστερα,
          αφού σωθή το κρασί, μαζώνεις το λάδι και δεν χάνεις τίποτας. Άλλοι
          πάλιν βάνουσιν ένα κομμάτι λαρδί παχύ και το τυλίσσουν με κομμάτι·
          λινόν πανί και κρεμνούσι το εις το μέσον του κρασίου, αμή εγώ δεν το
          επαινώ, διατί μολύνεται ο οίνος και δεν πρέπει να λειτουργήσουσι μετ'
          αυτόν, ούτε Τετράδη και Παρασκευή να τον πίνουσιν. Άλλοι βάνουσιν <pb
          n="167"/> αβγά και τα ταράσσουν με το μέλι, ήγουν μόνον το άσπρον των
          αβγών, και αυτό το φυλάγει και δεν ξυνίζει, αμή δεν πρέπει (μου
          φαίνεται) τον οίνον οπού είναι με την κόντζαν αυτήν να βάνη ο ιερεύς
          εις την Ένωσιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΙΑΤΡΕΥΣΗΣ ΚΡΑΣΙ ΞΥΝΙΣΜΕΝΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. Ν'</head>
        <p>Εάν αρχίζη να ξυνίζη ο οίνος, βάλε άμμον πολύν εις ένα σάκκον. Ει δε
          και δεν έχεις άμμον, ας είναι και χώμα, μα να το έχη καϊμένον ο ήλιος,
          και πέρασε όλον το κρασίν από την άμμον και πάλιν βάλε το εισέ αγγείον
          και τότε χάνει την ξυνάδα του. Ει δε και είναι ξυνόν ολότελα και
          θέλεις να το κάμης να γένη κρασί, βάλε του μέσα πρασόσπορον. Ή κάμε
            <milestone ed="1643" n="C7r" unit="fol"/> ένα κουτί με κερί, γέμωσέ
          το μέλι, κρέμασέ το εις τον πάτον του κρασίου και άφες το.</p>
        <p>Ετέρα ερμηνεία. Όταν ίδης και θέλει να καταλυθή το κρασί, έβγαλέ το
          από το βαρέλιν εκείνο, βάλε το εις άλλο αγγείον καλόν μυρωδάτο και
          τότε έπαρε τόσα νεράντζα γλυκά, όσα φορτία είναι το κρασί, κόψε τα εις
          τέσσερα κομμάτια το ένα και πέρασέ τα με ένα σπάγον, βάλε τα από τον
          πόρον εις την μέσην του κρασίου, εις τα οποία δέσε μίαν πέτραν να
          υπάγη εκείνη εις τον πάτον του αγγείου και τα νεράντζια παραπάνω μίαν
          πιθανήν και, αφού περάσουν ημέρες δέκα, έβγαλε τα νεράντζα, ρίξε τα
          και πίνε τον οίνον. Ει δε και είναι το κρασί χαλασμένον ολότελα,
          μετάγγισέ το, βάλε το εισέ βαρέλι παστρικόν και ρίξε μέσα πολλά
          μαράσκια, ήγουν ξυνοκέρασα, και αυτά το κάμνουν και βράζει και ούτω
          χάνεται η κακοσύνη του και, ωσάν ξεβράση, το έβγαλε, βάλε το εισέ
          καλόν αγγείον.</p>
        <p>Έτερον. Βάλε μέλι εις το καταλυμένον κρασί και ανακάτωσε το να γυρίση.</p>
        <p>Έτερον. Ψήσε εις τον φούρνον άσπρους κοχλάκους, ήγουν στρογγυλές
          πέτρες οπού είναι εις τους ποταμούς, και άφες τες να κάμουν εις την
          φωτίαν έως να σκάσουν και τότε κοπάνισε, κάμε τες αλεύρι, βάλε το εις
          τον οίνον και ιάται.</p>
        <p>Έτερον. Έβγαλε το κρασί από το βαρέλι εκείνο και γύρε <milestone
            ed="1643" n="C7v" unit="fol"/> το εις την ύλην αλλού κρασίου καλού           μυρωδάτου να μεταγυρίση την φύσιν του. <pb n="168"/>
        </p>
        <p>Έτερον. Έπαρε μίαν λίτραν στύψιν γυαλερήν, εύμορφον, ζάχαρην ροζάδην
          άλλην τόσην και οκτώ λίτρες μέλι εκλεκτόν, το οποίον βράσε πρώτα
          μοναχόν και ξαφρισέ το καλά να μην έχη τίποτα ρύπον και τότε κοπάνισε
          την στύψιν και ανάλυσον την ζάχαρην και, αφού ψυχρανθή το μέλι, έβγαλε
          μίαν στάμνον κρασί και βάλε τα όλα μέσα, ανακάτωσέ τα και γύρε τα εις
          το κρασί και ανακάτωσέ το καλά με ένα ραβδί να υπάγη εις όλον το
          αγγείον και φράξε το.</p>
        <p>Άλλο. Κοπάνισον πιπέρι πολύ και ρίξε το εις το βρωμεσμένο κρασί και
          αχαμνισμένον να γένη καλό και μυρωδάτο. Το αυτό κάμνουσι και τα
          φλούδια των πικραμυγδάλων να καύσης, να τα κάμης άλευρον, να το βάλης
          εις τον οίνον ως άνωθεν. Η κιτρόσπορον και κικίδια καύσε και βάλε μέσα
          την σκόνην τους. Ή βάλε του μαραθόσπορον πεντέξι χεροπιάσματα. Ή ρίξε
          του μέσα καμπόσην άμμον.</p>
        <p>Έτερον αληθέστερον. Έπαρε κ' λίτρες σταφίδα ψιλήν, βάλε την εις ένα
          μεγάλο χάλκωμα και γέμωσέ το κρασί καλόν τρία μίστατα ή περισσότερον
          και κόψε ένα κίτρον και τρία νεράντζια γλυκά εις μικρά κομμάτια και
          στίψε και το ζουμί τους όλον μέσα εις το χάλκωμα, βάλε και τριών
          ασπρών μοσκοκάρφια και άλλην τόσην κανέλλαν, βράσε τα καλά έως
            <milestone ed="1643" n="C8r" unit="fol"/> να φυράση ένα δάκτυλον,
          ξάφρισέ το καλά. Έπειτα έτσι ζεστόν το γύρε εις το βουτσί και φράξε το επιμελέστατα.</p>
        <p>Εγώ έγραψα πολλάς ερμηνείας δια τους πτωχούς και όστις δεν έχει
          έξοδον να κάμη την μίαν, ας δοκιμάζη την εύκολον.</p>
        <p>Έπαρε μίαν ράβδον χοντρήν από ξύλον ετέας και τρύπησέ την εισέ
          πολλούς τόπους με ένα τριβέλι χοντρόν, μα να μη περνά την όλλην μεράν
          της ράβδου, τες οποίες τρύπες γέμισε μέλι καλόν και τριμμένην ζάχαρην,
          και βάλε το μέσα εις το κρασί, άφες το καμπόσες ημέρες και θεραπεύεται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΦΥΛΑΞΗΣ ΟΙΝΟΝ ΑΠΟ ΒΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΡΟΠΕΛΕΚΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΝΑ'</head>
        <p>Γίνωσκε ότι ο σίδηρος είναι εναντίος της βροντής και η δάφνη της
          αστραπής. Λοιπόν βάλε ένα κομμάτι σίδηρον απάνω εις το σκέπασμα του
          αγγείου και ζώσε το με ένα <pb n="169"/> στεφάνι δάφνης καν βουτσί
          είναι καν πιθάρι. Ούτω κάμνουσιν εδώ εις τα μέρη της Ιταλίας πολλοί
          και έχουν εις τα βουτσά τους σιδηρά στέφανα και ούτω φυλάγουνται από
          τον άνωθεν κίνδυνον και κερδίζουν και πολλήν έξοδον του μαστόρου,
          διατί ο σίδηρος βαστά πολλούς χρόνους και δεν τα φθιάνουσιν. Ου μόνον
          δε τα αγγεία, αλλά και εις υψηλά <milestone ed="1643" n="C8v"
          unit="fol"/> σπίτια όστις φοβάται τας αστραπάς ημπορεί να βάλη
          καμπόσες δάφνες να τα ζώνη κάθε χρόνον καθώς τινές κάμνουσιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΡΜΗΝΕΙΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΙ ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΞΥΔΙΑΣΗ Ο ΟΙΝΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΝΒ'</head>
        <p>Αμύγδαλα γλυκύα βάνε μέσα εις το κρασί να το φυλάγουν άβλαβον.
          Σταφίδας· έβγαλε πρώτον τα κόκκαλά τους, έπειτα τας βάλε μέσα και το
          φυλάγουσιν. Ή βρέξε εις τον μούστον άμμουδα, ήγουν εις το ήψιμα, και
          βάλε την εις το κρασί. Ή αλεύρι άσπρου ροβίου βάλε και του κάμνει
          πολλήν ωφέλειαν. Ή σπόρον του σέλινου με πίτερα κριθαρίου και
          δαφνόφυλλα και άθον του κλήματος αντάμα. Αυτά όλα με κοπανισμένον
          μαραθόσπορον βάλε εις τον οίνον και τον φυλάγουσιν άβλαβον. Ή
          ελλέβορον ρίξε μέσα, ήγουν σκάρφην, η οποία τον καθαρίζει και φυλάγει
          τον και όστις πίνει από το κρασίν εκείνο πουργάρει, ήγουν σκορπά την
          χολήν ο ελλέβορος. Κοπάνισον μαύρα ρεβύθια ψημένα εις τα ανθράκια,
          βάλε μέσα την σκόνην τους. Ή τριμιντίνα κάμνει το ίδιον και η στύψη.
          Γράψον απ’ έξω του αγγείου αυτά τα θεία λόγια: <quote>ΓΕΥΣΑΣΘΕ ΚΑΙ
            ΙΔΕΤΕ, ΟΤΙ ΧΡΗΣΤΟΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ</quote>. Ή γράψε τα εις ένα μήλον και
          ρίξε το μέσα εις το κρασί να μη καταλυθή ποτέ του. Ή κάμε ένα στέφανον
            <milestone ed="1643" n="Dr" unit="fol"/> μεγάλον με φλησκούνι, ήγουν
          γληχούνι, ή αρίγανην ζώσε το βουτσί ή πιθάρι να μη χαλάση το κρασί. Ή
          βάνε μέσα δαδία λιπαρά ή λινόσπορον ή αρτσίνην ή ρίζαν και σπόρον της
          αρτεμισίας, cioè artemisia, ή βάλε ρακί καλόν εισέ κάθε μίστατο κρασί
          μίαν ουγγίαν. Ή βάλε εισέ μίαν άμπολλα γυαλένιαν δύο λίτρες γιάργυρον
          και φράξε καλά και από πάνω την δέσε με χαρτί μεμβρανώδην, ήγουν
          ντέμπρινο, δια να μην εμπή μέσα το κρασί και κρέμασέ την εις την μέσην
          του <pb n="170"/> κρασίου, άφες την και καθώς πίνεις το κρασί τόσον
          κατέβαζε παρακάτω και τον γιάργυρον, ο οποίος με την πολλήν του
          ψυχρότητα φυλάγει τον οίνον θαυμασιότατα. Και τούτο ημπορείς να το
          κάμνης κάθα χρόνον, ότι είναι αληθέστατον. Ή πάλιν όταν βάνης τον
          οίνον εις το βουτσί, βράσε απ' εκείνο το κρασί δύο τρεις σίκλες εις
          ένα χάλκωμα με μίαν λίτραν άλας και πέντε κυδώνια και βράζε το πολλήν
          ώραν, ξάφριζέ το καλά. Έπειτα, όταν δεν κάμνη πλέον αφρόν, χύσε το
          μέσα εις το βουτσί ζεστόν και, αν λείπεται, απογέμωσέ το κρασί, φράξε
          το. Ή πάλιν μάζωξε κλαδία του ροσμαρίνου, ήγουν κορφές από
          δενδρολίβανον, να έχουσιν άνθη και βάλε εισέ κάθα αγγείον πεντέξι
          πιάσματα, ήγουν ένα μανδήλιον, και φράξε τον πόρον καλά να γένη ένα
          κρασί μυρωδάτο και εύμορφον να μη καταλυθή πώποτε.</p>
        <p>Έτερον. Η στάκτη των οστρακοδερμάτων, ήγουν κοχύλων, <milestone
            ed="1643" n="Dv" unit="fol"/> οστρειδίων και άλλων ομοίων να την
          βάλης εις τον οίνον δεν καταλύεται.</p>
        <p>Έτερον αληθέστατον. Βάλε μέσα εις το βουτσί ή πιθάριν, οπού είναι το
          κρασί, τόσον λάδι έως να το σκεπάση καλά και τούτο το φυλάγει
          θαυμασιότατα. Έπειτα, αφού σωθή το κρασί, εβγάνεις πάλιν το λάδι
          ακέραιον και δεν ζημιώνεσαι τίποτας. Ομοίως, να καύσης καμπόσον άλας
          να το ρίξης μέσα, το διαφυλάττει και του κάμνει πολλήν ωφέλειαν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΑΛΛΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ, ΟΤΑΝ ΒΡΩΜΕΣΗ ΤΟ ΚΡΑΣΙ, ΝΑ ΤΟ ΙΑΤΡΕΥΣΗΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΝΓ'</head>
        <p>Έπαρε ζεστόν ψωμί, βάνε το εις τον πόρον του βουτσού ή κάμε μίαν
          πίταν, ήγουν φογάτσα κέχρινη, βάλε την εις το κρασί και εβγάνει του
          την κακήν μυρωδίαν. Κάμε ένα σακκούλι όσον να χωρή εις τον πόρον του
          βαρελίου και γέμισε το άλας, ύψον και ασβέστην, δέσε το και κρέμασέ το
          εις την μέσην του οίνου, άφες το και φράξε το.</p>
        <p>Έτερον. Κόψε καμπόσα νεράντζα εύμορφα εις τέσσερα κομμάτια καθένα,
          βελόνιασέ τα με σπάγον και δέσε μίαν πέτραν να υπάγη εις τον πάτον και
          αυτά να είναι εις την μέσην του οίνου και ας κάμουν ημέρας δέκα, μα ας
          είναι καλά <milestone ed="1643" n="D2r" unit="fol"/> φραμένον να μην
          εβγαίνη η ευωδία τους. Το όμοιον <pb n="171"/> κάμνουσι και τόσα
          μήλα μυρωδάτα να τα κόψης εις τέσσερα να τα καθαρίσης από το μέσα,
          οπού είναι άχρηστον, να τα κρεμάσης ως άνωθεν. Ή λάβε κυδώνια όσα
          θέλεις κατά την ποσότητα του οίνου και ψήσε τα καμπόσον και σχίσε τα
          εισέ δύο τρεις τόπους, αμή ας μείνουν αλάκερα να μη χωρίσουν τελείως
          και κρέμασέ τα να μην εγγίζουν εις το κρασί και άφες τα καμπόσας
          ημέρας να ιδής πως εβγαίνει ο βρώμος του οίνου και υπάγει εις τα
          κυδώνια. Ή βάλε εις ένα μανδήλιον λεπτόν καμπόσες νέσπολες, οπού είναι
          ωσάν αγριάχλαδα, και ράψε το του μάκρου δια να χωρή εις τον πόρον του
          βαρελίου, να βάλης πολλές, και ας είναι ώριμες, ήγουν γενόμενες εις τα
          άχερα, και κόψε τες εις τέσσερα και κρέμασέ τες εις το κρασίν όσον να
          χώνεται το μανδήλιον. Άφες το μέσα εις το βαρέλι ένα μήνα, έπειτα το
          έβγαλε και επήρεν όλον τον βρώμον. Εάν δεν έχης ώριμες νέσπολες, ας
          είναι και άγγουρες.</p>
        <p>Έτερον. Βάλε μαραθίες ή φασκομηλίες, όσες χωρούσιν από τον πόρον,
          δέσε τες με μίαν πέτραν να υπάγουν εις το μέσον του οίνου να κάμουν
          δέκα ημέρας ως άνωθεν.</p>
        <p>Βράσε με κρασί δαφνόκουκκα και βάλε τα όλα και το κρασί εις το βαρέλι
          και ιατρεύεται. Ή βάλε εις ένα κίτρον μοσκοκάρφια γερά, γέμωσέ το όλον
          και κρέμασέ το ημέρας πολλάς και φράξε το επιμελέστατα. </p>
        <milestone ed="1643" n="D2v" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΘΑΡΙΣΗΣ ΒΑΡΕΛΙ ΑΠΟ ΒΡΩΜΟΝ ΚΑΚΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΝΔ'</head>
        <p>Βράσε νερόν με κουκουνάρες, οπού δεν έχουσι καρπόν, και κάψε κλήματα,
          βάλε μέσα εις το βαρέλι την στάκτην ζεστήν με τα κάρβουνα και γύρε και
          το θερμόν, φράξε καλά τους πόρους και τάραξέ το να το καύση το θερμόν
          εις κάθα τόπον και ανακάτωνέ το καλά, έως να ψυχράνη το νερόν, και
          τότε το χύσε. Και ξανάπλυνέ το με ζεστήν θάλασσαν ή και με γλυκόν
          νερόν βραστόν αλατισμένον καλά να είναι αλμυρόν ωσάν την άρμην.</p>
        <p>Έτερον. Ασβέστην άσβηστον σβήσε εις το νερόν, ανακάτωσέ τον, βάλε τον
          εις το βαρέλι, τάραξέ το καλά να το πιάση όλον να κολλήση η άσβεστος
          και άφες το φραμένον <pb n="172"/> έως έξι ώρας να κρυγιάνη και τότε
          το πλύνε καλά και εβγαίνει ο βρώμος του. Ή βράσε ξύδι καλόν και πλύνε
          το αγγείον και ιατρεύεται, αμή άφες το ξύδι μέσα να κάμη έως να
          ψυχράνη και ας είναι ο πόρος φραμένος καλότατα.</p>
        <p>Έτερον. Έβγαλε το φούντι του βουτσού και βάλε μέσα άχυρα ξηρά έως την
          μέσην και δος του φωτίαν και φράξε το καμπόσον, όχι τέλεια, δια να μη
          σβήση η φωτία και συχνογύριζέ το σπουδακτικά να καγή εις όλες τες
          ντόγες και τα φούντια. Έπειτα το πλύνε καλά και με μίαν σκούπαν το
            <milestone ed="1643" n="D3r" unit="fol"/> τρίψε δυνατά και βάλε το
          φούντι. Βράσε ένα σταμνί ξύδι δυνατόν, χύσε το μέσα, φράξε καλά και
          τάρασσέ το να πιάση όλον το βαρέλι και, όταν ψυχρανθή το ξύδι, έβγαλέ
          το και, εάν δεν έχασε τον βρώμον το αγγείον, ξανακάμε το και δεύτερην
          φοράν ως άνωθεν.</p>
        <p>Άλλο. Έβγαλε το φούντι του βαρελίου, οπού βρωμεί, και ξύσε το από
          μέσα καλά με ένα μαχαίριον εις όλας τας ντόγας, αμή πρότερον ας κάμη
          δύο τρεις ημέρας γεμάτο νερόν και απαλύνη, να έβγη όλη η κάσα του
          ευκολώτερα, έως να φαίνεται το ξύλον παστρικόν. Και τότε βράσε στάκτην
          με νερόν, γύρε τα μέσα και τρίψε το καλά με μίαν σκούπαν και άφες το
          έτσι ανοικτόν να του δίδει ο ήλιος ημέρας δ' και τότε το γέμωσε
          στάφυλα, οπού να είναι έγκαιρα ως τα μαγκανίσουν, να έχουσι τον θυμόν
          του κρασίου και, όταν κάμωσι καμπόσας ημέρας να πάρη την μυρωδίαν το
          βαρέλι, τα έβγαλε και πλύνε το με βραστόν ξύδι δυνατόν. Έπειτα γέμωσέ
          το κρασί και δεν φοβάσαι να χαλάση.</p>
        <p>Έτερον. Βράσον φασκομηλίαν, ήγουν φασκόν, και δενδρολίβανον και
          βιόλες γαροφαλάτες ή άλλα μυριστικά χορτάρια ή κουκουνάρες και μετ'
          εκείνο το βραστόν νερόν πλύνε καλά το βαρέλι και άφες μέσα το θερμόν,
          έως να είναι ζεστόν, έπειτα το ξαναπλύνε με κρύον νερόν και γέμωσέ το
          κρασί αντίρητα. </p>
        <milestone ed="1643" n="D3v" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΡΟΙΜΙΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ ΣΩΜΑΤΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΝΕ'</head>
        <p>Η σύστασις και διατήρησις της ανθρωπινής ουσίας γίνεται από τα
          τέσσερα ταύτα· υγρόν, θερμόν, ψυχρόν και ξηρόν, ήτοι από τα δ'
          στοιχεία. Αμή το αρχαιότερον και <pb n="173"/> αναγκαιότερον είναι το
          θερμόν, το οποίον οι ιατροί ονομάζουσι καλόρ νατουράλε, τουτέστιν
          θέρμην έμφυτον. Το δεύτερον χρειαζόμενον είναι το υγρόν, οπού λέγουσιν
          ουμόρ ραντικάλε και ουμιντιτά νατουράλε, ήγουν φυσικήν υγρότητα, και
          με ταύτα τα δύο διαφυλάττεται εις την ζωήν ετούτην ο άνθρωπος και,
          καθώς ο λύχνος άπτει με το πυρ και το ελαίον και, όταν λείψη ένα από
          αυτά τα δύο, σβέννυται, ούτω και ο άνθρωπος, όταν του λείψη η θέρμη ή
          η υγρότης, αποθαίνει. Το ξηρόν και ψυχρόν υποτάσσονται εις τα άλλα
          δύο. Όλα λοιπόν τα πράγματα οπού τρώγομεν μετέχουσιν απ’ αυτά τα
          τέσσερα, επειδή από τα δ' στοιχεία γίνονται καθώς και ημείς. Δια τούτο
          κάμνει χρεία, όστις ορέγεται να ζήση πολύν καιρόν, να εγνωρίζη όλα όσα
          τρώγουνται ποία είναι θερμά και ποία ψυχρά και υγρά δια να κυβερνάται
          με γνώσιν να μην αποθάνη προ καιρού δια την αταξίαν του, καθώς πολλοί
          το έπαθον και ετελεύτησαν δια την αγνωσίαν τους άωρα. Δια <milestone
            ed="1643" n="D4r" unit="fol"/> τούτο σας γράφω εδώ παρεμπρός τινάς
          νουθεσίας και παραγγέλματα καταπολλά χρειαζόμενα να ηξεύρετε πως να
          διάγετε εις όλας τας εργασίας σας και εξόχως εις την ζωοτροφίαν. Και
          σας αποδείχνω ένα καθένα όλα τα βρώσιμα κρέατα, λέγω, καρπούς και
          χορτάρια ποία είναι βλαβερά να τα φεύγετε και ποία ωφέλιμα και ποταπήν
          φύσιν έχουσι, θερμήν ή ψυχράν, και ποία είναι τα κακοχώνευτα να
          φυλάγεσθε, διατί ο στόμαχος είναι ωσάν ένα τσουκάλι και βράζουσιν όλα
          τα φαγητά με την έμφυτον θέρμην και όσα είναι καλά χωνεύουσιν ογλήγορα
          και δίδουσιν ουσίαν υγιή και άβλαβον, όσα δε πάλιν είναι άτυχα,
          γεννούσι βλάβην πολλήν, χολήν, φλέγματα, κακόν αίμα και άλλα διάφορα.
          Αμή τα βλαβερώτερα είναι τα ψυχρά εις τον αχαμνόν στόμαχον, διατί
          αφανίζουσιν ολίγον κατ' ολίγον την έμφυτον θέρμην και ψυχραίνει καθ'
          εκάστην η φύσις, έως ου εσβήνει τελείως η θέρμη και τότε αποθαίνει ο
          άνθρωπος. Δια τούτο πρέπει να προσέχη πας ένας επιμελώς, εάν αγαπά την
          υγείαν του, και ας αναγνώθη ταύτην την βίβλον πολλάκις να εγνωρίζη όσα
          τον βλάπτουσι να φυλάγεται, τα οποία είναι εβγαλμένα από τους
          σοφωτέρους ιατρούς οπού εις όλον τον κόσμον επρόκοψαν. Λοιπόν
          προσέχετε με ακρίβείαν. </p>
        <pb n="174"/>
        <milestone ed="1643" n="D4v" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ TOY ΑΕΡΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΝΣΤ'</head>
        <p>Από όλα τα χρειαζόμενα περί της υγείας του σώματος ο αέρας είναι
          αναγκαιότερος, ότι χωρίς τούτου δεν ημπορεί να ζήση ο άνθρωπος. Όθεν,
          όστις ποθεί να μην ασθενήση και να ζήση εις τούτον τον κόσμον πολύν
          καιρόν, πρώτον από όλα ας εύρη τόπον τινά να κατοικήση όπου να είναι
          αήρ υγιέστατος, ήγουν να μην είναι εκεί σιμά ποταμός, σπήλαια, λίμνες
          και λάκκοι μεγάλοι, οπού συνάγεται το νερόν και γίνεται λάσπη και
          πηλός, από τα οποία ο αήρ φθείρεται και βλάπτει περισσά τον άνθρωπον
          και, όπου είναι κακός ο αέρας, εκεί είναι και το νερόν βλαβερόν και
          άχρηστον και ούτως σε φέρνει εισέ διαφόρους ασθενείας και νοσήματα, ο
          δε λαμπρός αήρ και καθαρός διαφυλάττει εις υγείαν τον άνθρωπον και τον
          κάμνει πολύχρονον. Ευφραίνει την καρδίαν, λεπτύνει τον νουν και
          δυναμώνει τα μέλη του σώματος και κάμνει και χωνεύει το φαγί
          γληγορύτερα, ο δε σκοτεινός και βαρύς αέρας σκοτίζει τον νουν και την
          καρδίαν, βαραίνει το σώμα, κάμνει το φαγί αργοχώνευτον και ούτως σε
          φέρνει προ του διατεταγμένου καιρού εις τον θάνατον. Γίνωσκε δε ότι ο
          καλός αέρας ψυχραίνει και φρεσκάρει, όταν δύση ο ήλιος, και, όταν
          ανατέλλη, γίνεται ζεστός και θερμότερος. Οπόταν ουν ο αέρας είναι
          ζεστός, <milestone ed="1643" n="D5r" unit="fol"/> κυβερνού με ψυχρά
          πράγματα, ήγουν ράντιζε το σπίτι με κρύον νερόν και ξύδι, ότι το
          ξύδι με την φυσική του ψυχρότητα διώκει την φθοράν του αέρος και την
          κακήν αναθυμίασιν. Ομοίως έχε και άνθη και χόρτα ψύχρας ποιότητος,
          ήγουν βιόλες, τριαντάφυλλα, καλαμόφυλλα, μαρούλια και άλλα ψυχρά
          χορτάρια εις τον οίκον σου και πωρικά μυριστικά, ήγουν μήλα, κίτρα,
          λεμόνια και κυδώνια. Ει δε και είναι ο αέρας ψυχρός, έχε εις το σπίτι
          πανταχού ερριμμένα θερμά χορτάρια, ήγουν δυόσμον, φλησκούνι,
          φασκομηλίαν, ροσμαρί και δάφνην και άλλα παρόμοια, και θύμιαζε
          αρώματα, ήγουν λιβάνι, μαστίχι, κιννάμωμον, φλούδα του κίτρου,
          στουράκι, αλάδανον, ότι αυτών η ευωδία λεπτύνει τους χοντρούς χυμούς
          και διώκει την ψυχρότητα. Έχε δε και ξύλα μυριστικά να βάνης εις την
          φωτίαν, ήγουν δάφνην, δενδρολίβανον, κυπαρίσσι, άρκευθον, πεύκον,
          έλατον, <pb n="175"/> ραμυθίαν, μυρίκην και άλλα παρόμοια. Γίνωσκε δε
          και τούτο· ότι εις τα χαμηλά σπίτια είναι ο χειρότερος αέρας και εις
          τα υψηλά ο λεπτότερος. Λοιπόν μη κατσίκας εισέ σπίτι υπόγαιον, αλλά
          εις το υψηλότερον της χώρας και ας έχη παράθυρα από τους τέσσερις
          ανέμους δια να μη κάμνη ώραν πολλήν ο αέρας μέσα. Ούτως και τα ζώα και
          τα φαγητά οπού γεννούνται εις υψηλούς τόπους είναι υγιέστατα και
          άβλαβα εις την ζωοτροφίαν σου, διατί ο ήλιος και ο άνεμος τα
            <milestone ed="1643" n="D5v" unit="fol"/> διαφυλάττουσιν υγιέστατα.
          Αμή εις τες λίμνες, ποταμούς και λιβάδια γίνουνται βλαβερά και
          άχρηστα. Όταν θέλης να εγνωρίσης εις ένα τόπον, εάν είναι καλός αέρας,
          κρέμασε έξω του σπιτίου ένα σπουγγάρι στεγνόν να κάμη όλην την νύκτα
          και, εάν το εύρης στεγνόν το ταχύ, είναι καλός ο αέρας, ει δε και
          είναι υγρόν πολλά, είναι ο αήρ βλαβερός. Ομοίως βάλε και ένα ψωμί
          νωπόν, ήγουν φρέσκον, και αν είναι το ταχύ στεγνόν το ψωμί, καλός
          είναι ο αέρας, ει δε και εύρης το με μούχλαν έξωθεν, είναι βλαβερός.
          Φυλάγου λοιπόν όσον δύνεσαι από όλα τα βλάπτοντα και κυβερνού τον
          χειμώνα με μάλλινα ρούχα και μάλιστα την νύκτα ας είσαι καλά
          σκεπασμένος και εξόχως την κεφαλήν και τους πόδας σου και το θέρος με
          λινά ιμάτια, οπού δεν δίδουσι καύσιν. Τούτο είναι το πρώτον εις την
          υγείαν αναγκαιότερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΝΖ'</head>
        <p>Το δεύτερον είναι να μη κάθεσαι αργός, άλλα να εργοχειράς και να
          κάμνης υπηρεσίαν τινά, ότι με την κίνησιν των μελών καθαρίζουνται τα
          περισσεύματα του σώματος και διαλύονται εις τρόπον οπού ιατρικά δεν
          χρειάζεσαι, αμή όσοι καθέζονται αργοί ολημερνής είναι ασθενείς τον
          περισσότερον καιρόν και ζούσιν ολίγους χρόνους. Όταν ουν είναι ελαφρόν
          το εργόχειρον, δεν σε βλάπτει να δουλεύης όλην <milestone ed="1643"
            n="D6r" unit="fol"/> την ημέραν, αμή όταν είναι βαρύ, πρέπει να
          ξεκουράζεσαι δια να παίρνη η φύσις ολίγην άνεσιν, ότι καθώς η πολλή
          αργία φέρνει την ασθένειαν, ούτω και ο κόπος ο άμετρος, δια τούτο ας
          είναι σύμμετρος. Και δούλευε πριν να φάγης, αμή ύστερα από το φαγί
          πρέπει να αναπαυθής δύο ώρες ή μίαν το ολιγότερον. Και όταν είναι
          ψύχρα μεγάλη, μη δουλεύης <pb n="176"/> πολλά, διατί το κρύος ευρίσκει
          τότε τους πόρους ανοικτούς, όταν είσαι ιδρωμένος, και σε περνά
          ευκολώτατα. Τον δε επίλοιπόν καιρόν, οπού δεν είναι πολλή ψύχρα,
          δούλευε σύμμετρα, αν είσαι και άρχοντας, ότι η οκνηρία γεννά πολλάς
          ζημίας και ου μόνον το σώμα βλάπτει, αλλά και τον νουν. Η αργία είναι
          αιτία πολλών ασθενειών. Αφανίζει την δύναμιν, σβήνει την έμφυτον
          θέρμην, πληθαίνει εις τες φλέβες τα φλέγματα και παχαίνοντας το κορμί
          από την αδουλευσίαν γίνεται σαχλόν, ασθενισμένον και άχρηστον, το
          πρόσωπον κίτρινον, γεννούνται χυμοί κακοί και καταρροές εις τα
          εντόσθια, σπλήνα, ποδάγρα, χειράγρα, επιληψία, πόνοι και άλλες
          ασθένειες διάφοραι. Ει δε και είναι τινάς ασθενής, οπού να μην ημπορή
          να δουλεύση, ας τρώγη ελαφρά φαγητά, οπού να χωνεύουν ογλήγορα, και μη
          κάθεται ώρες πολλές, αλλά ας στέκη όρθιος, εάν δεν ημπορεί να
          περιπατή. Όσα είπαμεν άνωθεν είναι αληθέστατα καθώς με την δοκιμήν και
          πολυπειρίαν εγνωρίσαμεν, ως φαίνεται και εις τους φυλακωμένους,
            <milestone ed="1643" n="D6v" unit="fol"/> οίτινες είναι ασθενείς και
          βλαμ μένοι, διατί είναι δεμένοι με άλυσον και δεν ημπορούσι να
          περιπατούν οι ταλαίπωροι, όθεν από πολλήν ψυχρότητα της αργίας δεν
          παγαίνει εις όλα τα μέλη η έμφυτος θέρμη ούτε εις τα φαγητά. Όθεν τα
          μέλη ξηραίνονται και αχαμναίνει όλη η δύναμις. Λοιπόν, (δια να έλθωμεν
          εις το προκείμενον), ας είναι ο κόπος και η ανάπαυσις σύμμετρος κατά
          τον σοφόν Ιπποκράτην δια να μη έρχουνται οι ασθένειαι. Περισσότερον δε
          ας δουλεύουν οι φλεγματικοί και όσοι είναι ψύχρας κράσεως, οι δε
          θερμοί και χολερικοί ολιγότερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΥΠΝΟΥ ΚΑΙ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΝΗ'</head>
        <p>Ο ύπνος είναι πολλά χρειαζόμενος, διατί αναπαύει τα κοπιασμένα μέλη
          και δυναμώνει τα. Ψήνει τους χυμούς, αυξάνει την έμφυτον θέρμην,
          παχαίνει το σώμα, καταπαύει, τας φροντίδας του νοός και χωνεύει όλα τα
          βρώματα, αμή πρέπει να είναι και αυτός σύμμετρος, ότι ο περισσός ύπνος
          ψυχραίνει και ξηραίνει την θέρμην και αχαμνίζει την και γεννά χυμούς
          του φλέγματος και υπάγει εις την κεφαλήν η αναθυμίασις και γίνεται
          βλάβη όλου του σώματος και όσοι <pb n="177"/> είναι παχείς εις την
          σάρκα και πολύθροφοι τους βλάπτει χειρότερα. Ο άμετρος ύπνος φέρνει
          παραλυσίαν, επιληψίαν και θερμασίαν και άλλας πολλάς ασθενείας. Ομοίως
          βλάπτει <milestone ed="1643" n="D7r" unit="fol"/> και η πολλή
          αγρυ πνία, διατί φέρνει πολλήν θέρμην εις τον ομυαλόν, ότι η ψυχή,
          οπού δουλεύει του σώματος, διαμερίζεται εις όλες τες αίσθησες και
          εργασίες τες έξωθεν και αφήνει το φαγητόν εις τον στόμαχον αχώνευτον
          και ο ύπνος το χωνεύει ογλήγορα. Η άμετρος αγρυπνία κάμνει το πρόσωπον
          άσχημον και αδύναμον και αχαμνίζει την δύναμιν, πληθαίνει την χολήν
          και ανεβάζει εις την κεφαλήν την αναθυμίασιν και άλλας βλάβας δίδει
          του σώματος. Ο δε σύμμετρος ύπνος διαλύει τους ψυχρούς χυμούς και
          ωφελά τους φλεγματώδεις και μελαγχολικούς περισσότερον. Αμή της ημέρας
          ο ύπνος βλάπτει καθένα και μη κοιμάται τινάς τότε, είμητα εάν την
          περασμένην νύκτα δεν εκοιμήθη ή είναι αχαμνός εις τα μέλη και αδύνατος
          ή, εάν είναι κακοστόμαχος και δεν ημπορεί να χώνευση το φαγητόν. Οι
          τοιούτοι ας κοιμώνται και την ημέραν ολίγον, αμή όχι εις κρεββάτι
          κειτόμενοι, αλλά εισέ θρονί καθεζόμενοι και ας είναι η κεφαλή ορθή και
          ο ύπνος τους μόνον μίαν ώραν. Οι δε επίλοιποι άνθρωποι μη κοιμώνται
          την ημέραν ολότελα, ότι ο ύπνος αυτός βαραίνει την σπλήναν, βλάπτει τα
          νεύρα και γεννά αποστέματα και άλλας πολλάς ασθενείας και διάφορα
          νοσήματα. Όταν δε είναι η ημέρα πολλά μεγάλη και δεν ημπορείς να είσαι
          έξυπνος, κοιμού μίαν ώραν ως άνωθεν είπομεν καθεζόμενος, αμή πρόσεχε
          να μη κοιμηθής ποτέ ως <milestone ed="1643" n="D7v" unit="fol"/> φάγης
          πάραυτα τόσον την ημέραν όσον και την νύκτα, έως να περάσουν δύο
          ώρες. Και όταν υπάγης να κοιμηθής, μη στρουφογυρίζης ζερβά και δεξιά,
          διατί γίνεται φθορά των βρωμάτων εις τον στόμαχον και δεν χωνεύουσιν
          ογλήγορα. Ομοίως μη κοιμάσαι ανάσκελα, διατί τα νεύρα αχαμνίζουσι και
          τα νεφρά ασθενούσι και ο ανασασμός εμποδίζεται. Αμή όποιος έχει
          πέτραν, ήγουν δεν ημπορεί να κάμη το νερόν του, ας κοιμάται ανάσκελα,
          ότι ευρίσκει με τούτο ωφέλειαν. Οι δε υγιείς πρώτον ας κοιμώνται δεξιά
          έως δύο ώρας, έπειτα ας γυρίζουν ζερβά την περισσότερην ώραν, ότι με
          τούτον τον τρόπον το συκώτι περιλαμβάνει τα φαγητά, ωσάν η κλωσσαρέα
          τα πουλία της και στέκουνται υποκάτω του στομάχου, ωσάν η φωτία εις το
          χάλκωμα και χωνεύουν ογλήγορα. Και <pb n="178"/> πάλιν ύστερον εις το
          τέλος του ύπνου γύριζε δεξιά δια να κατέβη το φαγί εις το συκώτι από
          τον στόμαχον και να υπάγουν ανεμπόδιστα εις τα εντόσθια τα
          περισσεύματα της πρώτης χωνεύσεως. Αμή όταν είναι αχαμνός ο στόμαχος,
          (τούτο εγνωρίζεται από την οξίδα), τότε κοιμού με την κοιλίαν πρότερον
          δια να ζεσταθή ο στόμαχος. Ει δε και έχεις εις τα ομμάτια ασθένειαν,
          μη κοιμηθής πρίμυτα και βλάπτει σε, αλλά βάλε ένα προσκέφαλον ελαφρόν
          και λεπτόν εις το στήθος σου. Το δε μέτρος του ύπνου δεν δίδομεν εις
          όλους μίαν ποσότητα, αλλά όσοι είναι θερμής κράσεως και νεώτεροι
            <milestone ed="1643" n="D8r" unit="fol"/> ας κοιμώνται μόνον εξι
          ώρας το περισσότερον, οι δε γέροντες και όσοι είναι ψύχρας φύσεως, ας
          κοιμώνται άλλες δύο ώρες περισσότερον, ότι η δύναμις της χωνεύσεως
          αυτών είναι ασθενής και δεν χωνεύει το φαγί ογλήγορα. Όταν δε τύχη και
          δεν ημπορεί τινάς να κοιμηθή τον διατεταγμένον ύπνον, ως άνωθεν, ή από
          ασθένειαν ή από άλλην τινά αιτίαν, ας σφαλίζη τα ομμάτια, ώσπερ να
          εκοιμάτο, και μη σαλεύει ολότελα και τόσον χρείζει σχεδόν, ώσπερ και
          τον ύπνον. Οι δε γέροντες, οπού έχουν το συκώτι θερμόν και ψυχρόν τον
          στόμαχον, ας κοιμώνται τον πρώτον ύπνον ζερβά δια ζεσταίνεται ο
          στόμαχος να χωνεύη το φαγί γληγορύτερα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΒΡΩΜΑΤΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΝΘ'</head>
        <p>Τέλος πάντων δια να φυλάγης την υγείαν του σώματος, άνθρωπε, κάμνει
          χρείαν να τρώγης ευτάκτως και σύμμετρα, ότι άλλο δεν βλάπτει
          περισσότερον ως την πολυφαγίαν και τα διάφορα βρώματα, τα οποία μας
          έδωκεν ο πανάγαθος Θεός να τα τρώγωμεν με διάκρισιν εις κάθα καιρόν
          ευάρμοστον και όχι να γεμώνωμεν καθ' ώραν την κοιλίαν, ως τα χοιρίδια,
          αλλά με ευταξίαν και σύνεσιν. Από την πολυφαγίαν επόθαναν πολλοί άωρον
          θάνατον, διατί, όταν φάγης από το αρκετόν σου περισσότερον, είναι
          μεγάλη <milestone ed="1643" n="D8v" unit="fol"/> ζημία, ώσπερ να
          φόρτωσης ένα ονάριον περισσότερον από όσον δύνεται να σηκώση και
          κινδυνεύει εις θάνατον, καθώς είδαμεν πολλούς μερικές φορές εισέ πολλά
          κάστρη όταν ήταν κακοχρονία και επεινούσαν οι άνθρωποι και, όταν τινές
          πτωχοί εύρισκον ποθές πολύ φαγί και έτρωγαν υπέρμετρα, <pb n="179"/>
          εποθάνασι, διατί όταν βάλης εις τον στόμαχον περισσότερον από το
          συνηθισμένον δεν δύνεται η έμφυτος θέρμη να το χωνεύση και να το
          μετατρέψη εις την ουσίαν του σώματος και αιτιά μεγάλην ζημίαν μάλιστα,
          όταν είναι διάφορα βρώματα, διατί άλλο θέλει πολλήν ώραν να χωνεύση
          και άλλο ολίγην κατά την φύσιν του. Εις τούτο έχομεν υπόδειγμα τους
          παλαίους άνδρας οπού έζησαν τόσους χρόνους χωρίς ασθένειαν, διατί
          έτρωγαν σύμμετρα, αμή τώρα περισσότεροι φονεύονται από την
          γαστριμαργίαν παρά με την μάχαιραν. Ναι, επ' αληθείας, πολλούς είδαμεν
          οπού δια να μη φυλάξουν εις το φαγί εγκράτειαν απέθανον οι τρισάθλιοι
          και απώλεσαν την ψυχήν συν τω σώματι. Όστις, εάν ποθής την υγείαν σου,
          φυλάγου πρώτον μεν από τα βλαβερά και κακοχώνευτα βρώματα, ωσάν να
          ειπούμεν ψωμί λειψόν, τυρόν παλαιόν, κουκκία, φασούλια, φυλλάδες,
          σκόρδα, κρομμύδια και όλα τα εντόσθια των ζώων και άλλα όμοια
          πράγματα, καθώς θέλομεν γράψει παρακάτω σαφέστερα, δια <milestone
            ed="1643" n="Er" unit="fol"/> να εγνωρίζη πας ένας το βλαβερόν και
          ωφέλιμον. Δεύτερον φεύγε την κραιπάλην ως θάνατον και τρώγε πάντοτε
          ολιγότερον, αν θέλης να μην ασθενήσης πώποτε, ότι, όσοι χορταίνουν ως
          τα άλογα ζώα, πίπτουσιν εισέ μέγαν κίνδυνον ή να σβήσουν την έμφυτον
          θέρμην ή να σπάση καμία φλέβα, τα οποία και τα δύο τους φέρνουν ταχέως
          εις θάνατον. Ομοίως και όσοι έχουν αίμα πολύ, ας φυλάγουνται από τα
          θερμά και υγρά φαγητά, οπού γεννούσιν αίμα πολύ. Οι χολερικοί και
          θυμώδεις από όσα κάμνουσιν την χολήν. Ομοίως και οι φλεγματικοί μη
          τρώγουν όσα γεννούσιν ομοίους χυμούς. Όθεν όσοι έχουσιν αίμα πολύ και
          χολήν μη τρώγουν γλυκέα πράγματα, ήγουν μέλι, ζάχαρη, βούτυρον, λάδι,
          καρύδια και άλλα όμοια, αλλά ας τρώγουν όλα τα όξινα, ήγουν λεμόνια,
          ξύδι, αγγουρίδα και ρόγδια. Έτι δε πρόσεχε να μη τρώγης από τα θερμά
          φαγητά περισσά, ήγουν πιπέρι, σκόρδο, κάρδαμον και άλλα όμοια οπού
          καίγουσι το αίμα. Και πάλιν τα πολλά ψυχρά το απονεκρώνουσι και
          παγώνει, ήγουν τα μαρούλια, η αντράκλα και τα αγγούρια και άλλα
          τοιαύτα. Τα γλυκέα πρήσκουσι, τα πικρά ποσώς δεν θρέφουσιν, αλλά μόνον
          το αίμα καίγουσι, τα αλμυρά ζεσταίνουν, ξηραίνουν και πρήσκουσι και
          βλάπτουν τον στόμαχον. Τα καυσερά, ήγουν τα σκόρδα, τα πράσα, το <pb
          n="180"/> αλμυρόν κρέας και άλλα τοιαύτα δια την πολλήν τους θερμότητα
          βαραίνουν την κεφαλήν και τον νουν εκταράσσουσι. <milestone ed="1643"
            n="Ev" unit="fol"/> Τα ξυνικά γεννούσι μελαγχολίαν και βλάπτουσι τα
          νεύρα καταπολλά. Δια τούτο όταν τρώγης ένα ψυχρόν φαγί, έσμιγε το με
          άλλο θερμόν να συγκερνάται η κακοσύνη του, ήγουν εις τα μαρούλια, οπού
          είναι ψυχρά, βάνε και ρούκαν ή κάρδαμον και ούτως κάμνε εις τα
          επίλοιπα να καταπραΰνης την κακοσύνην του ενός με την καλοσύνην του
          άλλου βρώματος. Όσα φαγία μασούνται ογλήγορα και τρώγουνται εύκολα
          είναι άβλαβα· ομοίως και όσα μαγερεύονται ογλήγορα, αμή τα κακόψητα
          όλα βλάπτουσιν. Όταν ουν μέλη να φάγης δύο φαγητά, τρώγε πρώτον το
          πλέον καλοχώνευτον και ύστερα το ατυχότερον. Ομοίως τρώγε το
          μαγερευτόν κρέας, έπειτα το οπτόν· ομοίως και τα επίλοιπα βρώματα, ας
          προλαμβάνουν τα καλύτερα πρότερον και τα κινητικά από τα στυπτικά δια
          να χωνεύουσιν ευκολώτερα. Ήξευρε δε ότι τα νέα όλα είναι από τα παλαιά
          υγιέστερα, ήγουν τυρί, αβγά, κρασί, λάδι, ψωμί και τα επίλοιπα. Δια
          τούτο εδώ εις την Βενετίαν, πουλούσι τα σύνωρα αβγά τέσσερα άσπρα το
          ένα και πολλές φορές ακριβότερα και τα άλλα, οπού δεν είναι νωπά,
          δίδουσι δύο εις το άσπρον και τρία πολλάκις, διατί βλάπτουσιν. Περί δε
          της ώρας του γεύματος φυλάγου να μη φάγης ποτέ όταν είναι γεμάτος ο
          στόμαχος, ήγουν αφού γευθής ας περάσουν οκτώ ώρες το <milestone
            ed="1643" n="E2r" unit="fol"/> καλοκαίρι και τον χειμώνα έξι, και           πρωτύτερα μη δοκιμάσης τίποτα, διατί εμποδίζει εκείνο το ολίγον την
          χώνευσιν των προτέρων βρωμάτων και γίνεται σύγχυσις εις τον στόμαχον.
          Και πάλιν, όταν σου έλθη η όρεξις, μην αργήσης να φάγης, ότι εκείνο
          οπού τρώγεις όταν πεινάς σε θρέφει θαυμασιότατα, αμή όσον φάγης
          στανικώς σου βλάπτεσαι, αντί να λάβης ωφέλειαν. Το θέρος τρώγε ολίγον
          και πίνε περισσότερον, το φθινόπωρον τρώγε περισσότερον και πίνε
          ολιγότερον. Οι γέροντες ας τρώγουν φαγητά θερμά και ολίγα και ας
          πίνουν καμπόσον περισσότερον, ότι η έμφυτος θέρμη εις αυτούς είναι
          ολίγη και δεν ημπορούν να χωνεύσουν πολύ φαγί, οι δε νεώτεροι ας
          τρώγουν περισσότερον και ας πίνουν ολιγότερον, διατί έχουσι πολλήν
          βράσιν εις τov στόμαχον και, απλώς ειπείν, πας ένας πρέπει να
          κυβερνάται κατά την φύσιν οπού έχει και όρεξιν και να μη τρώγη εκείνα
          οπού ο στόμαχος του <pb n="181"/> δεν δέχεται, ότι είναι τινές οπού
          τρώγουν και τρεις φορές την ημέραν και δεν βλάπτονται, ήγουν όσοι
          είναι αδύναμοι και ξηράς και θερμής κράσεως. Αμή οι παχοί και χοντροί
          ας τρώγουν μόνον μίαν φοράν και σώνει τους. Όσοι λοιπόν αγαπάτε την
          υγείαν σας προσέχετε από όλα τα εναντία, ως άνωθεν είπομεν, και
          μάλιστα από ταύτα τα οκτώ, ήγουν πρώτον και αναγκαιότερον να λείπεσθε
          ολίγον, όταν σηκώνεσθε από την τράπεζαν, ότι καθώς το πολύ λάδι πνίγει
          τον <milestone ed="1643" n="E2v" unit="fol"/>Ε2ν λύχνον και σβήνει
          τον, ούτω και το περισσό φαγί πνίγει την έμφυτον θέρμην και αιτιά
          μεγάλην βλάβην εις τον στόμαχον. Δια τούτο ας φυλάγη πας ένας
          εγκράτειαν, ήτις δίδει εις την ψυχήν και εις την σάρκα πολλήν
          ωφέλειαν. Δεύτερον φεύγετε τα διάφορα βρώματα, ότι όσον γλυκαίνουν τον
          λάρυγγα, τόσον βλάπτουσι τον στόμαχον και εξόχως όταν είναι εναντίας
          ποιότητος και εμποδίζει ένα του άλλου την χώνευσιν και ούτως έρχεται η
          ασθένεια. Τούτο πολλοί εφύλαξαν και μάλιστα ένας φρόνιμος αρχών τον
          οποίον ηρώτησαν τινές, διατί έτρωγε μόνον μίαν βρώσιν εις όλα τα
          γεύματα και απεκρίθηκε ταύτα· <q>δια να μην έχω χρείαν τον ιατρόν</q>.
          Δια την αιτίαν ταύτην δεν ασθενούσι τα ζώα, διατί τρώγουν μόνον
          χορτάρια. Το τρίτον· μη συντυχαίνετε εις την τράπεζαν δια να μη
          κάθεσθε ώραν πολλήν να χώνευση το πρώτον φαγί, ώστε να φθάση το
          ύστερον, και τότε γίνεται φθορά και σύγχυσις εις τον στόμαχον.
          Τέταρτον· μασείτε καλά τα φαγία να μη παγαίνουν κάτω αμάσητα και
          αργούν να χωνεύσουν και μη τρώγετε σπουδακτικά ως λαίμαργοι, αλλά
          αναπαυτικά καταπίνετε. Ας είναι και οι γουλίες μικρές δια να
          λεπτύνωνται. Ας είναι τα φαγία ζεστά και μάλιστα τον χειμώνα, αμή δεν
          πρέπει να τα τρώγετε όταν καίγουσιν, αλλά μόνον ζεστά εις το δίκαιον.
          Τον χειμώνα τρώγετε φαγία <milestone ed="1643" n="E3r" unit="fol"/>
          χοντρά, οπού είναι η έμφυτος θέρμη περισσότερη και το καλοκαίρι λεπτά
          και ελαφρά δια να χωνεύουσιν. Ας είναι ολίγον το ζουμί εις τες
          τράπεζες, ότι το περισσό βλάπτει, διατί πλέγουσι τα φαγητά εις τον
          στόμαχον και γεννούσι πολλήν υγρότητα από την οποίαν έρχεται η
          ασθένεια. Όγδοον. Ας έχη πας ένας ένα μέτρον με ακρίβειαν να είναι το
          φαγί από το ποτόν διπλάσιον, ήγουν εάν είναι το φαγητόν, οπού έφαγες,
          δύο λίτρες, ας είναι το κρασί και νερόν οπού έπιες μίαν λίτραν, ήγουν
          το ήμισυ. Και, όταν τρώγης κρέας, <pb n="182"/> τρώγε τρεις φορές
          τόσον ψωμί όσον είναι το κρέας. Ει δε και τρώγεις οψάριον ή χορταρικά
          ή πωρικά, ας είναι το ψωμί τέσσερις τόσον και εις τα αβγά έξι φορές
          τόσον και, όταν φάγης τίποτας βλαβερόν, τρώγε και από το εναντίον
          αυτού, ήγουν τίποτας ωφέλιμον πάντοτε. Και ύστερα από όλα τα φαγητά
          τρώγε καμπόσον στυπτικόν χωρίς να πίης, ήγουν ένα κυδώνι ή αχλάδα ή
          νέσπολα ή άλλο τι παρόμοιον ή κομμάτι τυρί ή καν πίε ολίγον νερόν
          ψυχρόν, ότι με τον τρόπον ετούτον κλειδώνει το στόμα του στομάχου και
          δυναμώνει η έμφυτος θέρμη και δεν αναβαίνει εις την κεφαλήν η
          αναθυμίασις. Τινές τρώγουσιν ένα πιάσμα κολίανδρον ζαχαράτο και άλλοι
          κομμάτι κυδωνάτο, το οποίον είναι καλύτερον από όλα τα άνωθεν, διατί
          είναι χωνευτικόν και δυναμώνει και τον στόμαχον. Τέλος πάντων, αφού
          απογευθής ή δειπνήσης, <milestone ed="1643" n="E3v" unit="fol"/>
          περιπάτει έως να συγκαθίση το φαγί να μη βαραίνει τον στόμαχον και
          τότε κάθισε ολίγον και μην υπάγης να κοιμηθής έως δύο ώρας, ούτε να
          κάμνης βαρέαν υπηρεσίαν, εάν δεν περάση καμπόση ώρα, αλλά ύπαγε εις
          περιδιάβασιν ή αδέν σου βολή να έβγης από τον οίκον σου, σολατσάριζε
          ολίγην ώραν να μη σε βλάψη το φαγί καθίζοντας εις τον στόμαχον. Ταύτα
          πάντα φύλαγε ακριβώς καθ' εκάστην εις την ζωοτροφίαν σου, εάν ορέγεσαι
          την υγείαν σου.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΟΙΝΟΥ ΚΑΙ ΠΟΜΑΤΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. Ξ'</head>
        <p>Το ποτόν είναι πολλά χρειαζόμενον εις την υγείαν σου, άνθρωπε, διατί
          ποτίζει το σώμα σου έσωθεν και γεμώνει τους τόπους με την υγρότητα και
          ανακατώνεται με τα φαγητά και χωνεύουσιν εύκολα και ούτως τα
          μετατρέπει εις την ουσίαν του σώματος και, όταν δεν πίης κρασί ή νερόν
          ή άλλο ποτόν, δεν ημπορεί το φαγί να χωνεύση και αιτιά μεγάλην
          ασθένειαν. Όθεν ο σοφός Πλάτων είπεν ότι, καθώς απαλαίνει με το πυρ ο
          σίδηρος, ούτω και το σώμα του γέροντος απαλαίνει με τον οίνον και
          αφανίζει την εναντίαν ξηρότητα. Πρέπει γούν να τον πίνης σύμμετρα, ότι
          καθώς βλάπτει η τούτου τελεία στέρησις, ούτω και η περισσά του χρήσις
          και πόσις σου δίδει πολλήν ζημίαν και κάκωσιν, διατί πνίγει την
          έμφυτον θέρμην, βλάπτει τον ομυαλόν και όλα τα νεύρα και ούτως <pb n="183"/>
          <milestone ed="1643" n="E4r" unit="fol"/> έρχουνται διάφοραι           ασθένειαι παραλυσία, αποπληξία, σπάσματα και τρομάρα των μελών και
          άλλα πάθη διάφορα, ότι το κρασί εισέ μερικούς ανθρώπους μετατρέπεται
          εις το στομάχι τους και γίνεται χολή και εις άλλους ξύδι. Ο μεθυσμένος
          είναι ωσάν ένα καράβι χωρίς τιμόνι εις το μέσον του πελάγου και
          κινδυνεύει ψυχή τε και σώματι. Ο Πλάτων έκαμε νόμον να μη πίνουσι
          κρασί oι κριταί δια να κρίνουσι φρόνιμα, αι γυναίκες δια να φυλάγουν
          σωφροσύνην, ότι όσες αγαπούσι τον οίνον εύκολα προδίδουσι την τιμήν
          τους, και οι νέοι όλοι ομοίως να μη τον πίνουν έως να φθάσουν χρόνων
          τριάκοντα, διατί έχουσι πολλήν θέρμην της φύσεως. Οι γέροντες ας το
          πίνουσι σύμμετρα, αμή, όταν είναι δυνατό, ας βάνουν το τρίτον νερόν.
          Μάλιστα εις τα κρασά της Κρήτης, Κύπρου, Χίου και άλλα παρόμοια, οπού
          έχουν πολλήν αψάδα και, όταν το πίνη τις άδολον, βλάπτει την κεφαλήν
          και τα νεύρα, αμή ετούτα της Ιταλίας δεν βλάπτουσιν. Μετά το γεύμα ή
          δείπνον, ήγουν αφού αποφάγης και σηκωθής από την τράπεζαν, μη τολμήσης
          να πίης ούτε κρασίν, ουδέ νερόν, έως να περάσουν τρεις ώρες και
          περισσότερον, ότι εμποδίζει τα φαγητά και δεν τα αφήνει να
          μετατραπούσιν εις δύναμιν του σώματος. Και το μεν ύδωρ εμποδίζει την
          χώνευσιν με την πολλήν του ψυχρότητα και το κρασί πάλι δεν αφήνει το
            <milestone ed="1643" n="Ε4ν" unit="fol"/> φαγητό να εγγίξη του
          στομάχου την υπόστασιν. Εξόχως δε την νύκτα, όταν εξυπνήσης, μη
          τολμήσης να πίης καθώς το κάμνουν τινές άφρονες, αλλά υπόμεινε την
          δίψαν. Ει δε και έφαγες αλμυρά πράγματα και δεν υποφέρεις την δίψαν,
          πίε καμπόσον με αγγείον στενόστομον δια να το πάρης ολίγον κατ' ολίγον
          να μη σε βλάψη. Ομοίως και όταν είσαι ιδρωμένος ή κουρασμένος και
          λαχανιασμένος, βρέξε πρώτον το πρόσωπον να καταψυχίσης και το στήθος
          σου και, όταν περάση καμπόση ώρα, πίε ολίγον, αμή αν δεν πίης ολότελα,
          κάμνεις φρονιμότερα. Όταν φάγης σκόρδον ή κρομμύδι ή άλλο φαγί τούτων
          όμοιον, μη πίης κρασίν, ότι βάνεις πυρ εις το πυρ και καίει σε, αλλά
          πρώτον φάγε άλλο τίποτας καλό και τότε πίε. Περί δε της του οίνου
          ποιότητος, ήγουν ποίον είναι κάλλιον, ο Γαληνός λέγει ότι το νέον
          κρασί πρήσκει και το παλαιόν ανεβαίνει εις την κεφαλήν και βλάπτει τα
          νεύρα με την πολλήν του θερμότητα, αμή το μεσιακόν είναι καλύτερον.
          Και διάλεγε το άσπρο ή ξανθόν να είναι καθαρόν <pb n="184"/> και
          μυρωδάτο, ότι το άσπρον είναι λεπτόν και ωφέλιμον εις τον στόμαχον,
          αμή το βαθύ κόκκινον είναι χοντρόν και κακοχώνευτον. Ομοίως και το
          γλυκόν και ταράσσει τα εντόσθια, πρήσκει το συκώτι και την σπλήναν,
          δίδει δίψαν πολλήν και γεννά την πέτραν. Έτι δε μετατρέπεται εις
          χολήν, όθεν οι χολερικοί μη το πίνουσι και μάλιστα το καλοκαίρι, ότι
            <milestone ed="1643" n="E5r" unit="fol"/> τον χεμώνα δεν βλάπτει
          εκείνους οπού είναι κακοστόμαχοι και νέοι. Αυξάνει το σπέρμα και
          παρακινά εις την πορνείαν, αμή βλάπτει τους φλεγματώδεις και γέροντας.
          Το παλαιόν και γλυκόν κάμνει την πέτραν, αμή ο μούστος δε βλάβει.
          Όστις είναι αχαμνός και μεθύει με ολίγον οίνον μη τρώγη γλυκά
          πράγματα, αλλά πικρά, ήγουν νήστις ας φάγη πεντέξι πικραμύγδαλα και
          ολίγην κράμβην, ήγουν λάχανον κλειστόν, και ύστερα αφού δειπνήση, ας
          φάγη κανένα κυδώνιον ή άλλην οπώραν στυπτικήν και τότε δεν βλάπτεται.
          Όταν είναι θολόν το κρασί μη το πίνης. Το μαύρο κρασίν είναι
          βλαβερώτερον και φεύγε το. Το δε κίτρινο και ευώδη είναι πολλά καλόν.
          Καθαρίζει τας φλέβας από κακούς χυμούς, δίδει πολλήν δύναμιν, κινεί το
          ούρος και τον ιδρώτα, είναι αντιφάρμακον και, απλώς ειπείν, δίδει του
          στομάχου πολλήν θεράπευσιν, όταν το πίνης με ολίγον νερόν και
          σύμμετρα, αμή να είναι έως ενός χρόνου, ότι, αν είναι δύο χρονών,
          βλάπτει την κεφαλήν και άλλας ασθενείας αιτιά με την πολλήν του θερμότητα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΥΔΑΤΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΞΑ'</head>
        <p>Εις το νερόν δεν ημπορούμεν να δώσωμεν μίαν απόφασιν, διατί
          ευρίσκονται εις όλον τον κόσμον διάφορα ύδατα καλά και κακά κατά την
          διάθεσιν του αέρος και τας διαφοράς των τόπων και μετάλλων, όπου
          εβγαίνουσι πλησίον τους. Λοιπόν <milestone ed="1643" n="Ε5ν"
          unit="fol"/> ηξεύρετε ότι το νερόν οπού είναι ελαφρότερον εις το
          ζύγι και ζεσταίνεται ογλήγορα και πάλιν ψυχραίνει πρωτύτερα είναι
          καλύτερον και χωνεύει χωρίς να βαραίνει τον στόμαχον. Ομοίως και όσες
          βρύσες τρέχουσι προς την ανατολήν και απλώς όσα νερά είναι τον χειμώνα
          ζεστά και το θέρος ψυχρά είναι άβλαβα. Τα βρόχινα νερά μερικά μεν
          είναι βλαβερά και μερικά άβλαβα κατά τους τόπους και στέρνες, <pb
          n="185"/> οπού τα έχουσι, και κατά τους καιρούς, οπού βρέχουσιν,
          ήγουν, όταν βρέχη το καλοκαίρι χωρίς ταραχήν καιρού, αλλά σιγανά και
          ήσυχα, εκείνο είναι το εκλεκτότερον νερόν και ευμορφότερον. Όστις έχει
          στέρνα παστρικήν να το φυλάξη ασύγχυστον από άλλα ύδατα. Αυτό το νερόν
          επαινούσι πολλά οι ιατροί ως υγιέστατον. Αμή όταν αστράπτη, βροντά και
          γίνεται εις τον αέρα μεγάλη σύγχυσις, το νερόν εκείνο δεν είναι καλόν
          ολότελα. Λοιπόν, όσα νερά στερνιατικά είναι από πολλές βροχές και
          διαφόρους ταραχάς των ανέμων, δεν είναι καλά, διατί πρώτον μεν είναι
          το νερόν εκείνο από χιόνας και χαλάζιν, το οποίον είναι πολλά
          βλαβερόν. Δεύτερον δε οπού κείτεται ασάλευτον εις την στέρναν τόσους
          μήνας και φθείρεται, διατί δεν σαλεύει, αλλά στέκει ακίνητον. Λοιπόν,
          όσον τύχη να είναι αυτό το νερόν από φουρτούνας και χιόνας και ταραχάς
          στοιχείων, τοσούτον είναι και βλαβερότερον: μάλιστα, εάν δεν είναι και
          η στέρνα καλά πλυμένη, αμή έχει <milestone ed="1643" n="Ε6r"
          unit="fol"/> ακαθαρσίας και γίνεται άνοστον. Φεύγε γουν το βλαβερόν
          νερόν, άνθρωπε, και μάλιστα εκείνο οπού είναι από χαλάζιν και χιόνας,
          ότι αυτό εμποδίζει την χώνευσιν, κρατεί το ούρος, βλάπτει το στήθος,
          τον φλέγμονα και τον στόμαχον και φέρνει και άλλας πολλάς ασθενείας. Η
          δε αιτία είναι ετούτη, ότι, όταν αυτό το νερόν παγώνη εις τον αέρα,
          χάνει όλην του την λεπτότητα. Ομοίως και τα νερά των πηγαδίων είναι
          βλαβερά και κακοχώνευτα, διατί στέκουνται ακίνητα και έχουν ακαθαρσίας
          έξω να τύχη κανένα πηγάδι, οπού να εβγάνουσι καθ' ώραν από τούτο, τότε
          ταράσσεται και δεν βλάβει τόσον. Το νερόν οπού είναι εισέ λάκκους και
          λίμνας είναι τρισχερότερον από όλα και σχεδόν θανάσιμον και μη το πίνη
          τινάς άβραστον. Των ποταμών άλλων μεν είναι καλόν το νερόν τους και
          άλλων άτυχον κατά την ποιότητα των πηγών και υδάτων, οπού τρέχουσιν
          εις ένα ποτάμι, και κατά τες ακαθαρσίες του, καθώς είναι οι ποταμοί
          οπού περνούσιν από το μέσον μίας μεγάλης χώρας και ρίπτουσι μέσα όλα
          τα κόπρα και σκύβαλα, από το οποίον νερόν δεν πρέπει να πίνη τινάς,
          εάν δεν το φυλάξουσι πρότερον εις τα αγγεία να καθαρίση καθώς κάμνουν
          εις την Ρώμην τα ύδατα του Τιβέριδος και αφού καθαρίση φυλάγεται πολύν
          καιρόν άβλαβον. Επειδή λοιπόν είναι πολλά χρειαζόμενον το νερόν εις
          την ζωήν σου, άνθρωπε, πίνε το ευτάκτως και όχι άμετρα, <pb n="186"/>
          <milestone ed="1643" n="Ε6ν" unit="fol"/> ότι, όταν το πίνης υπέρ την
          χρήσιν βλάπτεσαι, ήγουν να πίης πολύν ή όταν είσαι ιδρωμένος από τον
          κόπον ή εξυπνήσης από την στρώσιν ή έχης τινά ασθένειαν. Χωρίς δε των
          άνωθεν εμποδίων πίνε το ύδωρ, όταν διψάς, σύμμετρα, διατί συγκερνά τα
          φαγητά και εσβήνει την οξύτητα της θέρμης, παύει την δίψαν και
          αφανίζει τους καπνούς περί την καρδίαν και απλώς καταπολλά βοηθά της
          φύσεως τον καιρόν του θέρους, διατί η έμφυτος θέρμη, οπού έχομεν εις
          τον στόμαχον, έχει δύο δυνατούς εχθρούς· την πολλήν ψύχραν, ήτις
          αντιμάχεται με την θέρμην και σβήνει την, και τον καιρόν του θέρους
          πάλιν είναι η πολλή καύσις έξωθεν, οπού την διαλύει πολλά. Μάλιστα,
          όταν είναι ο άνθρωπος θερμής κράσεως ή πολυκοπιάζη και ιδρώνη και
          τότες έσωθεν αχαμνίζει η έμφυτος θέρμη δι' αυτό κάμνει χρείαν να της
          δίδωμεν ολίγην άνεσιν με ψυχρόν ύδωρ το οποίον της βοηθά με
          αντιπερίσπασιν και απολαμβάνει την προτέραν δύναμιν. Γίνωσκε δε και
          τούτο ότι το νερόν, οπού βράζει τα όσπρια ογλήγορα, είναι καλύτερον
          από το άλλον, οπού αργεί να τα βράση. Έτι δε κόψε δύο κομμάτια πανί να
          βαρούν και τα δύο ίσια, βρέξε τα εισέ δύο νερά και βάλε τα να
          στεγνώσουν καμπόσον εις τον αέρα να μη τα ιδή ο ήλιος και τότε τα
          ζύγιασε και, όποιον εύρης ελαφρότερον, ήτον το νερόν οπού εβράχη καλύτερον. </p>
        <milestone ed="1643" n="E7r" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΟΞΟΥΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΞΒ'</head>
        <p>Το ξύδι είναι ψυχρόν, παύει την δίψαν, εσβήνει την καύσιν της χολής,
          στερεώνει τα γούλη, ανοίγει την όρεξιν και τρώγεις, βοηθά την χώνευσιν
          και ωφελά τον θερμόν και υγρόν στόμαχον, αμή βλάπτει τους χολερικούς,
          τα νεύρα, τες φόλισες και τον στόμαχον, διατί γεννά χυμόν
          μελαγχολικόν. Ομοίως βλάπτει τους αδύναμους, κάμνει κακόν εις το φως,
          αχαμναίνει την δύναμιν, βλάπτει το στήθος, φέρνει τον βήχαν και απλώς,
          όστις το πολυτρώγει, γερά ογλήγορα. Χειρότερα δε από όλους βλάπτει τες
          γυναίκες, οπού έχουν την μήτραν ασθενή, και μη το τρώγουν ολότελα.
          Όστις θέλει να μη τον βλάβη το ξύδι, ας το βράζη με ολίγην σταφίδα ή
          άνηθον ή μάλαθρον ή πετροσέλινον και ούτως ας βάνη και ολίγην ζάχαρην
          ή ας το βάνη εις τριαντάφυλλα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>
          <pb n="187"/> ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΓΓΟΥΡΙΔΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΞΓ'</head>
        <p>Και αυτή ομοίως είναι ψυχρή και σβήνει την δίψαν και την χολήν και
          συγκερνά την θέρμην του αίματος τον καιρόν του θέρους. Όθεν ωφελά
          πολλά τους νέους και τους χολερικούς και εις όλας τας ασθενείας, οπού
          γεννούνται από θερμότητα, αμή φέρνει τον βήχαν, βλάπτει τα νεύρα και
          όσους έχουσι <milestone ed="1643" n="Ε7ν" unit="fol"/> πόνους           χολικούς, αμή όταν την τρώγης με θερμά φαγητά δεν σε βλάπτει. Θερμά
          είναι όλα τα γλυκά και τα παχέα και εξόχως το κρέας. Ει δε και τρώγεις
          την με οψάριον, βάνε και πιπέρι ή σπλέτζες ή άλλο όμοιον. Τους
          γέροντας και φλεγματώδεις βλάβει χειρότερα. Μην την τρώγη τινάς με το
          άλας, διατί ξηραίνει την σάρκα πολλά και φέρνει την θέρμην.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΟ ΣΚΙΛΛΙΚΟΝ ΟΞΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΞΔ'</head>
        <p>Καθάρισον καλά την σκίλλαν, ήγουν το χόρτον οπού είναι ωσάν κρομμύδι
          η ρίζα του δια τούτο τον λέγουν εις την στερεάν σκιλλοκρόμμυδο και εις
          τα νησία ασκέλλαν ή σκελετούραν, και όταν ρίψης όλην την φλούδαν, κόψε
          το μέσα με καλάμια φέτες φτενές, βελόνιασέ τες με ράμμα να κάμουν εις
          τον αέρα κρεμασμένες ημέρες μ' να μη τως δώση ο ήλιος και τότε βάλε
          μίαν λίτραν από ταύτες εις δώδεκα ξέστους ξύδι δυνατόν και κλείσον
          καλά το αγγείον, βάλε το να κάμη ημέρας επτά εις τον ήλιον και τότε
          έβγαλε την σκίλλαν, αποσφώνιαξέ την καλά εις το ξύδι, έως να μην έχη
          πλέον τινά υγρότητα και αυτήν μεν ρίψε, το δε όξος ακριβώς φύλαξον. Ή
          πάλιν καθάρισον την ορεινήν σκίλλαν, ήγουν έπαρε ένα κρομμύδιν απ’
          εκείνην οπού φυτρώνει εις το όρος, <milestone ed="1643" n="Ε8r"
          unit="fol"/> να βαρή μίαν λίτραν ωσάν την καθαρίσης καλά και βάλε
          την εις το άνωθεν ξύδι να κάμη τον καιρόν του θέρους ένα μήνα εις τον
          ήλιον και τότε ρίξε την σκίλλαν το δε όξος φύλαττε ακριβά και πίνε
          πάσαν ταχινήν ολίγον εις ένα χουλιάρι να μην ασθενήσης πώποτε. Ακόμη
          αυτό το θαυμάσιον όξος έχει και ταύτας τας χάριτας· στερεώνει τους
          οδόντας, καθαρίζει τα γούλη και όλον το στόμα και δεν βρωμά, καθαίρει
          την φωνήν, το φως και την ακοήν. Κάμνει τα <pb n="188"/> φαγητά και
          χωνεύουσιν εύκολα και δεν σε βλάπτουν ολότελα και καθαρίζει τα
          εντόσθια από όλα τα περισσεύματα, ήγουν από άνεμον, χολήν, κόπρον και
          ούρος. Όλα ταύτα διώκει και εβγάνει τα έξωθεν. Σταζόμενον δε εις τα
          ώτα, οπού δεν ακούουσιν, ωφελά. Ομοίως και εις την σπλήναν και εις την
          σκληρότητα του συκωτίου είναι ωφέλιμον και εις τον σεληνιαζόμενον και
          άλλας πολλάς ασθενείας ιάτρευσεν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΓΑΛΑΚΤΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΞΕ'</head>
        <p>Το γάλα έχει τρεις υποστάσεις· η πρώτη του ύδατος, ήγουν ο χουμάς
          οπού είναι νερόν, και αύτη είναι ψυχρά και κινητική, η β' είναι παχέα
          και συγκεραστή από την οποίαν γίνεται ο βούτυρος, η τρίτη είναι
          φλεγματώδης από την οποίαν ο τυρός γίνεται. Όταν ουν έχη το γάλα πολύν
            <milestone ed="1643" n="Ε8ν" unit="fol"/> χουμάν, είναι άβλαβον,
          αμή, αν έχη πολύν τυρόν, φεύγε το, ότι γεννά την πέτραν. Το γάλα
          ακόμη βλάπτει τα γούλη και τα οδόντια και, όταν το πίης, πλύνον ύστερα
          με κρασόμελον το στόμα σου. Το γάλα είναι κινητικόν, παύει τον βήχαν.
          Αφού το πίης μη φάγης πλέον ούτε να πίης ή νερόν ή κρασίν, ούτε να
          κοιμηθής ή να περιπατήσης έως να χώνευσης. Και πίνε ολίγον και ας
          είναι από πρόβατα, ότι αυτό είναι το καλύτερον, έξω από γυναίκειον. Το
          β' είναι το βοδινόν, γ' το γίδινον και δ' το βουβάλικον. Είναι
          ωφέλιμον το γάλα εις τους γέροντας πλέον παρά εις τους νέους, διατί
          καθαρίζει την καταρροήν, αμή ας είναι νωπόν. Όταν το πίνης, βάνε μέσα
          ολίγον άλας ή μέλι ή ζάχαρην δια να μη πήξη εις τον στόμαχον και πίνε
          το νηστικός. Δια τους νέους και χολερικούς, οπού έχουσι καλόν
          στόμαχον, είναι καλόν, αμή βλάπτει τους γέροντας. Όταν δε τρώγης
          πράγματα ξυνικά ή οψάριον μη φάγης γάλα ολότελα. Το πηκτόγαλον πάλιν
          είναι το χειρότερον και μη το τρώγης δια τινά αιτίαν, διατί βαραίνει
          τον στόμαχον, ανεβάζει καπνούς εις την κεφαλήν, χοντραίνει το αίμα,
          αργεί να χωνευθή και κάμνει φλούσσον του σώματος. Ει δε και φάγης το
          καμίαν φοράν, τρώγε το εις τον αρχήν από όλα τα φαγητά πρωτύτερα, ει
          δε και φάγης το ύστερα ή ξερνάς το ή φθείρει τον στόμαχον και δίδει
          του μεγάλην βλάβην, διατί είναι πολλά κακοχώνευτον. Ο <pb n="189"/>
          <milestone ed="1643" n="Fr" unit="fol"/> βούτυρος δεν είναι βλαβερός,
          αλλά ωφέλιμος μάλιστα εις τας πληγάς του στόματος και εις πρήσμα
          λαιμού, διατί είναι απαλαιτικός δια τούτο τον βάνουν εις όλα τα
          έμπλαστρα των πρησμάτων. Η κορφή του γάλακτος, οπού λέγουν οι ιταλοί
          κάβο ντε λάτε και το έχουσι δια εκλεκτόν φαγί και ευγενικότατον,
          σφάλλουσιν, ότι είναι καταπολλά βλαβερόν, διατί γεννά χοντρούς χυμούς,
          ανεβάζει εις την κεφαλήν την αναθυμίασιν και κατεβάζει το φαγί από τον
          στόμαχον αχώνευτον, αμή διατί είναι νόστιμον, το τρώγουσιν, αμή βάνουν
          και ζάχαρην ή μέλι και ούτως βλάβει ολιγότερον. Όσοι δε είναι γέροντες
          ή κακοστόμαχοι μη το τρώγουσιν, μόνον οι νέοι και εύρωστοι.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΥΡΙ ΚΑΙ ΜΥΖΗΘΡΑΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΞΣΤ'</head>
        <p>Το νωπόν τυρί είναι ψυχρόν και υγρόν, αμή το παλαιόν είναι θερμόν και
          ξηρόν και πολλά βλαβερόν, διατί είναι κακοχώνευτον. Φέρνει δίψαν,
          εξάπτει το αίμα, πρήσκει το σκώτι, γεννά την πέτραν και βλάπτει τα
          νεφρά και μάλιστα όσους έχουν αχαμνόν στόμαχον και ή μη το τρώγη τινάς
          ή πολλά ολίγον και αυτό με καρύδια ή αμύγδαλα. Όσοι δεν δουλεύουσι μη
          το τρώγουν ολότελα, ότι καμίαν χάριν δεν έχει η καλοσύνην, ούτε
          ωφέλειαν τινά δίδει του σώματος, <milestone ed="1643" n="Fv"
          unit="fol"/> ούτε καν το ούρος κινά, αλλά μάλιστα στύπτει την
          κοιλίαν και άλλας βλάβας αιτιά εις τον στόμαχον. Το φρέσκο, ήγουν
          νωπόν, όταν είναι πρόβιον και από καλήν βοσκαράν και να μην είναι
          περισσά πηκτόν, χωνεύει ογλήγορα και δεν βλάπτει τον στόμαχον. Τούτο
          λοιπόν ας τρώγη πας ένας άφοβα, αμή ας είναι μονημερήτικον, ότι όσον
          περάσουν ημέρες τόσον και αυτό γίνεται βλαβερότερον. Η μυζήθρα όταν
          είναι και αυτή νωπή και από γάλα καλόν δεν βλάπτει, αλλά παύει την
          δίψαν και καύσιν της χολής και φέρνει ύπνον, αμή η αλατισμένη και
          παλαιά βλάπτει τον στόμαχον και μάλιστα τον ψυχρόν. Αχαμνίζει τα
          νεύρα, δίδει δίψαν, σφίγγει την κοιλίαν, γεννά την πέτραν εις το ούρος
          και είναι πολλά κακοχώνευτος. Λοιπόν ας την τρώγη πας ένας ζεστήν
          ύστερα από τα άλλα φαγητά και με πολλήν ζάχαρην. Ο χουμάς είναι
          κινητικός και ας τον πίνη, όστις έχει χρείαν, πάσαν ταχύ μίαν λίτραν ή ολιγότερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>
          <pb n="190"/> ΠΕΡΙ ΜΕΛΙΤΟΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΤΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΞΖ'.</head>
        <p>Το μέλι είναι θερμόν και κινητικόν, ζεσταίνει τον στόμαχον, μάλιστα
          των γερόντων, αμή τους νέους βλάπτει <milestone ed="1643" n="F2r"
          unit="fol"/> και τους χολερικούς, όταν είναι ωμόν, και γεννά εις τα
          έντερα άνεμον και πληθαίνει την χολήν. Όταν είναι ψημένον και καλά
          ξαφρισμένον να μην έχη τίποτας μέσα του, ωφελά τους ψυχρούς να το
          τρώγουν τον χειμώνα, ότι καθαρίζει το στήθος, κινά το ούρος και θρέφει
          την σάρκα, αμή, όστις το τρώγει περισσά, βλάπτεται. Και τρώγε αντάμα
          με άλλο φαγί ξυνικόν ή με ροδοζάχαρην.</p>
        <div>
          <head>ΜΟΥΣΤΟΣ</head>
          <p>Ο μούστος, ήγουν το ψημένον κρασίν, είναι κακοχώνευτον και μη τον
            τρώγης μοναχόν έξω να τον βάλης να αρτύσης χυλόν ή άλλο φαγί
            παρόμοιον. Εκείνος, οπού γένη από άσπρον κρασίν, είναι λεπτότερος
            και απαλαίνει πλέον τον στόμαχον και κινά την κοιλίαν καλύτερα.
            Πρήσκει την σπλήναν, κάμνει πάθος εις το συκώτι, όθεν όσοι εχούσιν
            οπιλατζιόν μη τον πίνουσι.</p>
        </div>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΕΛΑΙΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΞΗ'</head>
        <p>Το λάδι είναι θερμόν και κινητικόν και αντιφάρμακον να το πίνη όστις
          φάγη μανιτάρια ή άλλα βλαβερά πράγματα. Φθείρει τους σκώληκας,
          παχαίνει και δίδει δύναμιν και, απλώς ειπείν, κάθα καλόν κάμνει εις
          τον εσθίοντα και καμίαν κακοσύνην δεν έχει, μόνον κόπτει την όρεξιν
          εκείνου, οπού το πολυτρώγει, και δεν τρώγει πολύ φαγί, διατί χορταίνει
          με <milestone ed="1643" n="F2v" unit="fol"/> το πάχος του ελαίου. Το
          αγγουρόλαδον είναι πλέον λεπτότερον και δεν βλάπτει τον λαιμόν και
          εις τες αλοιφές και έμπλαστρα χρησιμότερον. Τούτο το κράζουν ομφάκιον.
          Το αμυγδαλόλαδο και σαμόλαδο και τα επίλοιπα έχουσι την αυτήν δύναμιν,
          αμή ολιγότερον, μόνον εις τα ιατρικά ενεργούσιν αυτά περισσότερον,
          καθένα κατά την ουσίαν και φύσιν του, και μάλιστα το δαφνόλαδον, οπού
          ιατρεύει πόνους και πάθη διάφορα αλειφόμενον. <pb n="191"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑ ΚΡΕΑΤΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΞΘ'</head>
        <p>Το κρέας είναι πολλά θερμόν από τα άλλα βρώματα και τρέφει καλύτερα,
          διατί εν ευκολία μετατρέπεται εις αίμα. Λοιπόν, διατί είναι μερικά ζώα
          οπού βλάπτει το κρέας τους σας γράφομεν τινάς ερμηνείας και εις αυτό
          να εγνωρίζετε το συμφέρον σας. Γιγνώσκετε γουν ότι τα ζώα, τα κρασία,
          οι καρποί και τα χορτάρια, οπού γεννούνται και τρέφονται εις υψηλούς
          και αερινούς τόπους, είναι υγιέστερα, διατί τα βλέπει ο ήλιος και φυσά
          ο αέρας και δεν βλάπτονται από λίμνες και ποταμούς ούτε από κακόν αέρα
          μολύνονται, αμή όσα ζώα τρέφονται εισέ λίμνες και ποτάμια είναι
          καταπολλά βλαβερόν το κρέας τους, ωσάν οι παπίτσες, χήνες και άλλα
          παρόμοια. Έτι το κρέας των νέων ζώων έως ενούς χρόνου είναι
          κακοχώνευτον και τροφήν πολλήν δεν δίδει. Ομοίως <milestone ed="1643"
            n="F3r" unit="fol"/> και το γεροντικόν, διατί είναι περισσά υγρά και
          βλάπτουσιν. Αλλά μόνον τα μεσιακά, ήγουν από δύο χρόνων και έμπροσθεν,
          είναι άβλαβα πριν να γεράσουν. Το κρέας των αρσενικών ζώων είναι
          χωνευτικόν και θερμότερον, αμή των θηλυκών είναι ψυχρόν και
          κακοχώνευτον και δι' αυτό δίδομεν του αρρώστου το καλοκαίρι πουλάδα,
          οπού δεν έχει τόσην θερμότητα ως το πετεινόπουλον. Όλα τα κρέατα των
          θηλυκών ζώων γεννούσιν αίμα κακόν έξω από το γίδινον, ότι μόνον αυτό
          είναι καλύτερον από του τράγου. Τα δε επίλοιπα όλα είναι τα αρσενικά
          καλύτερα. Το αλατισμένον κρέας είναι βλαβερόν, διατί δίδει ολίγην
          τροφήν, ξηραίνει την σάρκα και γεννά χοντρόν αίμα. Το παχύ κρέας
          χωνεύει ογλήγορα, αμή δίδει ολίγην τροφήν και αχαμνίζει τον στόμαχον,
          αμή το αδύναμον θρέφει καλύτερα. Λοιπόν διάλεγε το μεσιακόν να μη
          είναι ούτε πολλά παχύν, ούτε περισσά αδύναμον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΟ ΚΡΕΑΣ ΤΩΝ ΑΕΡΙΩΝ ΠΕΤΕΙΝΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. Ο'.</head>
        <p>Τούτο είναι ελαφρότερον και χωνευτικότερον παρά των τετραπόδων ζώων.
          Και αυτό ας τρώγουν όσοι δεν δουλεύουσι, διατί αυτό γεννά αίμα καθαρόν
          και άβλαβον. Το κρέας των άγριων ζώων είναι καλύτερον από το ήμερον,
          διατί είναι <pb n="192"/> αδυναμότερον, τρέφει περισσότερα και γεννά
          αίμα καλύτερον, <milestone ed="1643" n="F4ν" unit="fol"/> διατί τα
          άγρια ζώα είναι εις τα εναέρια βουνά και κοπιάζουσι περισσότερα από τα
          ήμερα, οπού βοσκούνται εις τα πεδία ήσυχα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΙΑ ΚΡΕΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΟΑ'.</head>
        <p>Το μουνουχαρικόν κρέας είναι από του προβάτου καλύτερον. Oμοίως και
          του μαύρου ζώου το κρέας είναι από του άσπρου ελαφρότερον και
          γλυκύτερον. Το κρέας του δεξίου μέρους τόσον το εμπροσθινόν ωσάν και ο
          μηρός είναι πλέον ελαφρόν και χωνευτικόν από το ζερβόν. Ομοίως και το
          εσώτερον μέρος του ζώου είναι χωνευτικότερον και θερμότερον παρά το
          εξώτερον, διατί το κρέας οπού σιμώνει της καρδίας γίνεται από την
          θέρμην αυτής χρησιμότερον. Το κρέας του λαφίου, του λαγού και
          κουνελίου, της αίγας και άλλα όμοια, οπού είναι ξηρά και στιγνά,
          πρέπει να τα κάμνουν μαγερευτά, ότι το βράσιμον συγκερνά την τούτων
          ξηρότητα, αμή το χοιρνό, το μουνουχαρικόν και άλλα θερμά ας γίνουνται
          ψητά εις τα κάρβουνα. Το ψητόν δίδει πολλήν θροφήν, αμή είναι
          κακοχώνευτον· και μη χορταίνης από τούτο. Το μαγερευτόν είναι
          καλοχώνευτον και χρήσιμον, αμή πρέπει να κάμνης οπτόν το παχύ κρέας,
          ότι το πυρ ολιγαίνει το πάχος του και το αδύναμον μαγέρευε, διατί το
          ζουμί <milestone ed="1643" n="F4r" unit="fol"/> ιατρεύει την αδυναμίαν
          του. Το γεύμα τρώγε το μαγερευτόν και εις τον δείπνον το ψημένον, οπού
          είναι κακοχώνευτον και χωνεύει την νύκτα. Το τηγανιστόν κρέας είναι
          από όλα χειρότερον και φεύγε το.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΟ ΑΡΝΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΟΒ'. (ΟΔ')</head>
        <p>Εάν δεν γένη ενός χρόνου μη το τρώγης, ότι είναι πολλά ψυχρόν και
          βλάβει περισσά τους φλεγματώδεις και γέροντας και μάλιστα εις τους
          ψυχρούς, τόπους και, όσον είναι τρυφερώτερον, τόσον βλάπτει
          περισσότερον και εξόχως τους αρρώστους και τους φρενήρεις, οπού έχουν
          εις τον ομυαλόν ασθένειαν, αμή αφού περάση τον χρόνον, τρώγε το ψητόν
          εις <pb n="193"/> την σούβλαν με ροσμαρίν ή γαρόφαλα, ήγουν
          μοσκοκάρφια, ή άλλο πράγμα θερμόν, τουτέστι σκόρδον ή πετροσέλινον, τα
          οποία του παίρνουν την υγρότητα και γίνεται ωφελιμότεpov.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΟΔΙΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΟΓ. (ΟΕ')</head>
        <p>Το κρέας οπού δουλεύει είναι καλόν και γεννά πολύν αίμα και
          καλότατον. Ομοίως και το μουσκάρι και η δαμάλα καλύτερη, διατί είναι
          καλοχώνευτα, αμή το αμουνούχιστο ταυρί είναι κακόν ομοίως και της
          γραίας αγελάδας, διατί δίδουσι κακήν θροφήν. Ει δε και τύχη να το φάγη
          τινάς, ας το μαγερεύη με όρνιθα ή κάπωνα παχύν και πετροσέλινον. 
            <milestone ed="1643" n="F4v" unit="fol"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΕΡΙΦΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΟΔ'. (ΟΣΤ')</head>
        <p>Είναι καλά, όταν βυζάνουν, έως να γένουν έξι μηνών. Και διάλεγε τα
          μαύρα ή κόκκινα αρσενικά, ότι αυτά δίδουν , πολλήν τροφήν εις τους
          αρρώστους και υγιαίνοντας και εις όσους δεν κοπιάζουσιν. Εκείνοι δε
          οπού δουλεύουσι και όσοι έχουσι ψυχρόν στόμαχον ή σεληνιάζουνται μη το
          τρώγουσιν. Οπτόν είναι καλύτερον, το δε μαγερευτόν ας τρώγεται ψυχρόν πάντοτε.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΟ ΑΓΡΙΟΓΙΔΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΟΕ'. (ΟΖ')</head>
        <p>Τόσον αρσενικόν ωσάν θηλυκόν είναι καλόν, όταν είναι νέον και παχύ,
          και δίδει τροφήν καλύτερα από όλα τα άγρια ζώα. Ωφελά όσους έχουσι
          παραλυσίαν τινά ή πόνους χολικούς και, όσοι είναι παχοί, να το
          τρώγουν, αδυναμίζουσιν, αμή οι αδύναμοι μη το τρώγουσι. Τούτο το κρέας
          είναι βλαβερόν τον καιρόν του θέρους δια την καύσιν, αμή τον άλλον
          χρόνον είναι ωφέλιμον οπτόν. Και ας το αλείφουν με λάδι ή ξούγκι να
          γίνεται χωνευτικότερον. Τους φλεγματώδεις ωφελά περισσότερα να το
          τρώγουν τον χειμώνα, αμή οι θυμώδεις και οι νέοι μη το τρώγουν και
          βλάπτει τους. <pb n="194"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ TONMOYNOYXAPIKON.<lb/> ΚΕΦ. ΟΣΤ' (OH')</head>
        <p>Όταν είναι ενός χρόνου είναι υγιέστατον και ωφέλιμον <milestone
            ed="1643" n="F5r" unit="fol"/> εις κάθα άνθρωπον μάλιστα, όταν
          βόσκεται εισέ όρος και τρώγει μυριστικά χορτάρια, τότε δίδει τροφήν
          καλήν. Είναι καλοχώνευτον και γλυκόφαγον. Τα έμπροσθεν τετάρτια κάμνε
          μαγερευτό και τα οπισινά οπτά με ροσμαρίν ή σκόρδον ή φασκομηλέαν. Από
          όλα τα ήμερα κρέη δεν είναι άλλο υγιέστερον και το ζουμί του
          ωφελιμότερον ωσάν ετούτο και ας το τρώγη κάθα λογής άνθρωπος, έως να
          γένη τριών χρόνων, ότι το γεροντικόν είναι βλαβερόν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΟ ΧΟΙΡΝΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΟΖ'. (ΠΘ')</head>
        <p>Είναι θερμόν και υγρόν και το βυζανιάρικον υγρότερον. Το μεσιακόν
          είναι καλύτερον, ήγουν ούτε γεροντικόν ούτε πολλά νέον. Το αρσενικόν
          και αναθρεμμένον εις το όρος ή εις πεδιάδα δίδει τροφήν πολλήν, κινά
          το ούρος, αμή βλάπτει τους ευγενείς οπού δεν δουλεύουσι, διατί
          μετατρέπεται εισέ κακούς χυμούς. Γεννά φλέγμα και πέτραν εις το ούρος
          και πάθος εις το σκώτι και κάμνει την χολήν περισσώς. Το θηλυκόν είναι
          χειρότερον. Οπτόν εις την σούβλαν ή εσχάραν με αρωματικά χορτάρια,
          ήγουν μαραθόσπορον, γαρόφαλα ή άλλα τοιαύτα, βλάβει ολιγότερον. Και ας
          το τρώγουν τον χειμώνα οι νέοι και οι δουλευτάδες, αμή οι σπουδαίοι,
          οπού δεν δουλεύουσι, και οι γέροντες μη το τρώγουσιν. Το
          αγριογούρουνον είναι καλύτερον από το ήμερον, αμή έχει την αυτήν φύσιν
          και χάριτας οπού είπομεν. </p>
        <milestone ed="1643" n="F5v" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΗΝ ΟΡΝΙΘΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΟΗ'. (Π')</head>
        <p>Η μαύρη είναι καλύτερη, να είναι νέα, παχιά, η κρέστα μεγάλη και
          διπλή, η μύτη κόκκινη, πριν να κάμη αβγά. Οι άγριες είναι καλύτερες.
          Δίδει πολλήν θροφήν το κρέας της όρνιθας, χωνεύει εύκολα, δεν κάμνει
          χολήν ουδέ φλέγμα, αλλά γεννά καλόν αίμα. Αυξάνει τον νουν, την φωνήν
            <pb n="195"/> καθαρίζει και δίδει πολλήν ωφέλειαν, διατί είναι κρέας
          σύμμετρον και συγκερνά την κράσιν του ανθρώπου θαυμασιότατα. Ομοίως
          και τα πετεινόπουλα, πριν να αρχίσουν να βατεύουν τες όρνιθες, τα
          οποία τα τρώγης κάθα καιρόν με την αγγουρίδα και το καλοκαίρι
          καλύτερα. Οι γραίες όρνιθες είναι κακοχώνευτες.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΟΝ ΛΑΓΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΟΘ'. (ΠΑ')</head>
        <p>Τούτου το κρέας είναι νόστιμον εις την γεύσιν, αμή δεν δίδει πολλήν
          τροφήν μάλιστα και αδυναμίζει τον άνθρωπον και μόνον οι παχοί ας το
          τρώγουν, διατί τους κάμνει ωφέλειαν. Ο ομυαλός του οπτός να τον
          τρώγουν όσοι τρέμουν τα μέλη τους ωφελούνται. Ομοίως και τα βρέφη,
          όταν φυτρώνουν τα οδόντιά τους, διατί σμικραίνει τον πόνο τους και τα
          κάμνει και εβγαίνουσιν ευκολώτερα. Το κρέας του λαγού είναι
          αργοχώνευτον, γεννά χοντρόν αίμα, στύφει <milestone ed="1643" n="F6r"
          unit="fol"/> την κοιλίαν, φέρνει αυπνίαν, βλάπτει τους μελαγχολικούς
          και δείχνει κακά ονείρατα. Λοιπόν οι σπουδαίοι μη τον τρώγουσιν ή ας
          βάνουν και λαρδί πολύ εις το τσουκάλι να συμψήνουνται ή άλλο παχύ με
          σπλέτζες και αλλά αρώματα, πλην μόνον τον χειμώνα ας τον τρώγουσιν οι
          αιματώδεις και νεώτεροι. Το κρέας του κουνελίου είναι εις μεν την
          γεύσιν ανοστότερον, εις δε την εργασίαν ωφελιμότερον, διατί θρέφει
          περισσότερον και κόπτει το φλέγμα και την υγρότητα, οπού εύρη εις τον
          στόμαχον, και χωνεύει ογληγορύτερα. Κινά το ούρος, μόνον να το βράζης
          πρώτον ολίγον και ύστερα να το ψήνης με κανέλλαν ή άλλα αρώματα και με
          λαρδί ή να το περεχάς. Αμή τους μελογχολικούς και τους πολλά γέροντας
          βλάπτουσι και μάλιστα τες καυσερές ημέρες.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΟ ΛΑΦΙ.<lb/> ΚΕΦ. Π' (ΠΒ')</head>
        <p>Είναι θερμόν εις το πρώτον και ξηρόν εις το δεύτερον. Το νέον και
          μουνουχισμένον είναι καλύτερον και δίδει τροφήν πολλήν. Το κέρατόν του
          να καύσης ο καπνός του διώκει τα οφίδια και όλα τα φαρμακερά ζώα.
          Ομοίως και το κόκκαλον, <pb n="196"/> οπού ευρίσκεται εις την καρδίαν
          του, είναι καταπολλά αντιφάρμακον δι' αυτό το χρειάζουνται εις την
          θηριακήν. Το λάφινον κρέας είναι κακοχώνευτον, δίδει τρόμον εις τα
          μέλη και παράλυσιν και αιτιά τον τεταρταίον ρίγον, ήγουν καρτάναν,
            <milestone ed="1643" n="F6v" unit="fol"/> αμή, όταν το ψήσης με πολύ
          λαρδίν ή άλλο κρέας παχύ, χάνει την κακοσύνην του, πλην και αυτό μη το
          τρώγουν το καλοκαίρι, ότι τότε τρώγει οφίδια και γίνεται βλαβερότερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑ ΑΒΓΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΠΑ'. (ΠΓ')</head>
        <p>Όσα είναι φρέσκα, ήγουν νωπά την ημέραν οπού τα εγέννησαν οι όρνιθες,
          είναι πολλά ωφέλιμα, ότι θρέφουσιν, αυξάνουσι το σπέρμα και της σαρκός
          το σκάνδαλον. Καθαρίζουσι την φωνήν και σταματούσι το πτύσμα του
          αίματος και ας τα τρώγη πας άνθρωπος και κάθα καιρόν, μόνον αργούσι
          την χώνευσιν. Όταν τα φάγης έπειτα πάλιν να φάγης άλλα βρώματα
          πάραυτα, αλλά πρέπει, όταν φάγης αβγά, να περάση κάμποση ώρα και τότε
          να απογευθής. Τα πολυψημένα είναι στυπτικά και περισσά κακοχώνευτα και
          μάλιστα το άσπρον το οποίον έπρεπε να μη το τρώγουσι. Τα τηγανιστά
          είναι τρισχειρότερα. Ποτέ μην φάγης αβγά με οψάριον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΟΣΠΡΙΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΝΗΜΑΤΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΠΒ' (ΠΔ').</head>
        <p>Το κυριότερον από όλους τους καρπούς και γεννήματα είναι το σιτάρι,
          επειδή ως αναγκαιότερον. Το καλύτερον δε από όλα είναι το
          τριμηνίτικον, όταν είναι καλά ώριμον, σπαρμένον εισέ καλόν χωράφιον,
          παστρικόν, να μην έχη ήρα <milestone ed="1643" n="F7r" unit="fol"/>
          ούτε άλλα χορτάρια, γερόν, βαρύ, ξανθόν και δυνατόν, να μην αλέθεται
          εύκολα, διατί είναι μερικά σιτάρια εύμορφα έξωθεν και έσωθεν κούφια
          και κάμνουν πολύν πίτερον. Όθεν πρώτον μεν κάμνει ψωμί ολίγον,
          δεύτερον δεν δίδει τροφήν ούτε σπατάλην εις τον άνθρωπον, άλλα μάλλον
          γεμώνει τον στόμαχον από βλαβερούς χυμούς και κακά περισσεύματα. <pb n="197"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΑΡΤΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΠΓ'. (ΠΕ')</head>
        <p>Εάν ουν θέλης να κάμης ψωμόν εύμορφον, ας είναι το αλεύριν ούτε πολλά
          νωπόν ως το αλέσουν, διατί λαμβάνει από τες πέτρες του μύλου μίαν
          θέρμην αφύσικην, ούτε πάλιν να είναι πολύν καιρόν αλεσμένον, διατί
          κόπτεται και κάμνει το ψωμίν βλαβερόν και άνοστον. Ας είναι και το
          νερόν εύμορφον και το προζύμι εις το δίκαιον ούτε ολιγότερον από το
          αρκούν, ούτε ποσώς περισσότερον, ότι και το ξυνόν και το λειψόν και
          ανέβατο και το πολλά αλμυρόν και το ανάλατον βλάπτουσι και μάλιστα
          εκείνο, οπού έχει ήραν, και η πογάτσα, ήγουν λειψόπιττα οπού ψήνουν
          εις την αιθάλην, ότι το ένα δίδει πόνον εις την κεφαλήν, μεθύει και
          βλάπτει τα όμματα και το άλλο πρήσκει και είναι δυσκολοχώνευτον.
          Ομοίως βλάπτει και το ωμόν και κακόψητον, αμή όταν λείπουσιν όλα τα
          άνωθεν συναντήματα ο άρτος στηρίζει τας καρδίας θαυμασιότατα και μας
          δίδει πολλήν ωφέλειαν. Το <milestone ed="1643" n="F7v" unit="fol"/>
          ψωμί των πιτέρων είναι ευκολοχώνευτον, αμή δεν δίδει πολλήν σπατάλην.
          Ομοίως και των άλλων καρπών τα άλευρα, μόνον το νερόν του κρίθινου
          παξιμαδίου δίδει το καλοκαίρι πολλήν ωφέλειαν, αμή το ψωμί του ποσώς
          δεν τρέφει τον άνθρωπον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΡΕΒΥΝΘΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΠΔ'. (ΠΣΤ')</head>
        <p>Τα ρεβύνια είναι τριών λογιών· άσπρα, μαύρα και κόκκινα. Όλα είναι
          θερμά, αμή τα κόκκινα περισσότερα. Όλα δίδουσι πολλήν σπατάλην,
          κινούσι το ούρος, τα καταμήνια. Αυξάνουσι το γάλα και το σπέρμα,
          συντρίβουσι τον λίθον της δυσουρίας, κάμνουσι το πρόσωπον εύμορφον,
          ωφελούσι τον φλέγμονα, τον στόμαχον και την φωνήν καθαρίζουν, όταν
          είναι καλά μαγερεμένα και αρτυμένα, και όσες γυναίκες τα συχνοτρώγουν
          γεννούσιν εύκολα. Είναι καμπόσον πνευματώδη, μάλιστα, όταν είναι κακά
          μαγερευμένα, και βλάπτουσι τα νεφρά, την φούσκα και όλα τα εντόσθια,
          αμή, όταν τα βράσης με ροσμαρί ή σκόρδον ή ρίζας πετροσελίνου ή με
          φλυσκούνι και να τα έχης εις το νερόν αφ' <pb n="198"/>
          <milestone ed="1643" n="F8r" unit="fol"/> εσπέρας να τα τρώγης με
          καμπόσον μούστον και κανέλλαν χάνουν την κακοσύνην τους, αμή τρώγε
          ολιγότερα. Τα χοντρά και γερά οπού δεν έχουν τρύπες είναι καλύτερα. Τα
          χλωρά γεννούσι πολλήν βλάβην εις τα εντόσθια και τα νεφρά βλάπτουσιν. </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΥΑΜΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΠΕ'. (ΠΖ')</head>
        <p>Τα κουκκία είναι εις τον πρώτον βαθμόν ψυχρά και ξηρά και τα χλωρά
          ψυχρά και υγρά. Τον χειμώνα είναι καλά δια τους χωρικούς ανθρώπους,
          αμή κάμνουσιν άνεμον και βλάπτουσι τους χολερικούς. Δίδουσιν ύπνον. Τα
          δε ξηρά, όταν τα ξεφλουδίσης να τα βράσης ωσάν φάβαν με πιπέρι ή
          κανέλλα ή με αρίγανην ή μάραθον, δεν βλάπτουσιν, αλλά χωνεύουσιν
          ευκολώτερα. Τα χλωρά είναι ψυχρότερα και γεννούσι φλέγμα, αμή όταν τα
          τρώγης χωρίς τα φλούδια με άλας ύστερα από τα άλλα φαγητά, δεν βλάπτουσι.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΦΑΣΟΥΛΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΠΣΤ'. (ΠΗ')</head>
        <p>Τα φασούλια είναι άσπρα, κόκκινα και άλλων χρωμάτων. Εισί θερμά και
          υγρά εις τον πρώτον βαθμόν και τα κόκκινα θερμότερα. Κινούσι το ούρος
          και τα καταμήνια. Αυτά και τα λοιπά όσπρια δεν πρέπει να τα τρώγουν οι
          λεπτοί και ευγενείς άνθρωποι, οπού δεν κοπιάζουσιν, αλλά οι εργάτες
          και οι χωρικοί, οπού έχουσι δυνατόν τον στόμαχον, ότι γεννούσιν
          χοντρούς χυμούς και άνεμον περισσότερον από τα κουκκία. Βαραίνουσι την
          κεφαλήν και τον στόμαχον, είναι κακοχώνευτα, αμή όταν τα βράσης με
          πιπέρι ή σινάπι ή <milestone ed="1643" n="F8v" unit="fol"/> αρίγανην ή
          με το κάρος (τούτο είναι ένα χόρτον ως το άνηθον) και να βάλης και
          λάδι και ξύδι, χάνουσι την κακοσύνην τους και δεν πολυβλάπτουσιν.
          Ομοίως και ο κύμινος και τα λοιπά αρώματα να βράσης αντάμα με τα
          όσπρια τους δίδεις πολλήν ωφέλειαν. Γίνωσκε δε ότι όλα τα κακόβραστα
          μαγερέματα είναι χειρότερα, ότι καθώς εδώ εις το τσουκάλι με τόσα ξύλα
          δεν βράζουσιν, ούτω και εις τον στόμαχον δεν χωνεύουσι και πρέπει να
          μη τα τρώγουν οι <pb n="199"/> ψιλοκάμωτοι, αλλά και αυτά τα κακόψητα
          όστις τα φάγη ας \ πίνη ύστερα καλόν κρασίν άδολον δια να τα χώνευση γοργότερα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΦΑΚΗ.<lb/> ΚΕΦ. ΠΖ'. (ΠΘ')</head>
        <p>Η φακή βλάβει τους μελαγχολικούς, αφανίζει το σπέρμα και παύει της
          σαρκός το σκάνδαλον δι’ αυτό την τρώγουσιν όσοι ποθούσι την
          σωφροσύνην, αμή οι ύπανδροι μη την τρώγουσι, διατί βλάπτει την όρασιν
          και τα εντόσθια. Πρήσκει, εμποδίζει το ούρος, τα καταμήνια, βλάπτει τα
          νεύρα, την κεφαλήν και τον φλέγμονα. Όταν την μαγερεύσης με σεύκλα,
          ήγουν λιανολάχανον, ή με σπανάκι ή βάρσαμον ή να βάνης καμπόσον μέλι,
          βλάπτει ολιγότερον. Η άσπρη είναι καλύτερη και όποια βράζει ογλήγορα
          και, όταν θέλης να την αγοράσης, βάνε ολίγην εις το νερόν και έβγαλέ
          την και αν στιγνώξη πάραυτα, είναι καλόβραστη, αμή <milestone
            ed="1643" n="Gr" unit="fol"/> η κακή δεν στεγνώνει και μαυρίζει και
          το νερόν οπού την έβρεξες. Γίνωσκε δε και τούτο ακριβώς, ότι το έξω
          μέρος είναι κινητικόν και το από μέσα στυπτικόν. Λοιπόν όταν την
          βράσης ολίγον και να την φάγης πριχού μαγερευθή καλά, κινά την
          κοιλίαν, ει δε και την πολύ βράσης, σφίγγει πολλά. Ομοίως και τα
          κράμβια, εάν τα πολυβράσης, στύπτουσι, τα δε ολιγόβραστα είναι
          ευκοίλια. Η φακή ωφελά τους φλεγματώδεις, αμή μόνον τον χειμώνα ας την
          τρώγουσιν όταν είναι ψύχρα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΡΙΖΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΠΗ'. (Ϟ')</head>
        <p>Το ρίζι είναι θερμόν εις το πρώτον και ξηρόν εις το δεύτερον. Είναι
          στυπτικόν, δίδει πολλήν σπατάλην, όταν το βράσης με παχέα πράγματα,
          και πληθαίνει το σπέρμα, αμή είναι χοντρόν και κακοχώνευτον και όστις
          το πολυτρώγει βλάπτεται, όταν έχη πόνους από χολήν. Πρέπει γουν να το
          πλύνης καλά με απόζευμα από πίτερα, έπειτα να το βράσης με παχύ ή
          βούτυρον ή γάλα και με αμύγδαλα και ζάχαρη και κανέλλαν, ότι τότε
          αφήνει την κακοσύνην του, αμή να βράση <pb n="200"/> καλά, έως να το
          δης να μακρύνη και να ασπρίση ως την χιόνα. Είναι καλόν δι’ εκείνους,
          οπού δουλεύουσι, να το τρώγουσι τον χειμώνα, αμή βλάπτει τους
          οκνηρούς, τους φλεγματώδεις και γέροντας. Το μπίζι έχει την φύσιν του
            <milestone ed="1643" n="Gv" unit="fol"/> ρεβυνθίου και τα λαθούρια
          των κουκκίων, όθεν ως όμοια τούτων δεν γράφομεν δια ταύτα ξέχωρα δια
          να φύγωμεν την πολυλογίαν και να ιστορίσωμεν τα κυριότερα χορταρικά
          οπού είναι ωφελιμότερα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΒΟΤΑΝΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΠΘ'. (ϞΑ')</head>
        <p>Όλα τα χορταρικά δίδουσιν ολίγην τροφήν εσθιόμενα δι’ αυτό δίδομεν
          αυτάς τας τρεις ερμηνείας προπάντων να τα φυλάγη ο φρόνιμος. Και
          πρώτον· να μη τα τρώγης ωμά, ήγουν άψητα, έξω από ταύτα τα δύο τον
          καιρόν του θέρους· αντράκλα και μαρούλια, διατί είναι ψυχρά και
          καταπραύνουσι την πολλήν θέρμην του αίματος και την καύσιν του
          συκωτίου και στομάχου δροσίζουσι. Δεύτερον· τον χειμώνα να τρώγης
          θερμά, την άνοιξιν και το φθινόπωρον τα συγκεραστά, οπού δεν είναι
          ούτε πολλά θερμά ούτε ψυχρά, αλλά σύμμετρα. Και να μη τα τρώγης αφού
          κάμουσι τον σπόρον, ότι βάπτουσιν. Γ'· δε εκείνα οπού τρώγεις ας
          γίνεται εις την αρχήν του δείπνου ή γεύματος, ότι τα χορταρικά είναι
          κινητικά, ήγουν τα σπανάκια, σεύκλα, αμολόχες και άλλα όμοια και
          πρέπει να τρώγης αυτά πρότερον και τα αλλά φαγητά ύστερα δια να έχης
          την κοιλίαν σου υπήκοον πάντοτε. </p>
        <milestone ed="1643" n="G2r" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΣΠΑΡΑΓΓΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. Ϟ'. (ϞΒ')</head>
        <p>Από όλα τα χορτάρια αυτά έχουσι την προτίμησιν και δίδουσι τόσην
          ωφέλειαν εις τον εσθίοντα καθώς είναι τα ρεβύνια εις τα όσπρια
          κυριότερα. Τα ήμερα είναι καλύτερα, αμή όλα κοινώς ήμερα και άγρια,
          όταν είναι τρυφερά και κλίνουν την κορυφήν, δίδουσι πολλήν τροφήν,
          κάμνουσιν αίμα, ωφελούσι τον στόμαχον, αυξάνουσι το σπέρμα, κινούσι το
          ούρος, καθαρίζουσι τα νεφρά από αμμούδα και παύουσι <pb n="201"/> των
          πόνον αυτών και απλώς ωφελούσιν εις όλους να τα τρώγουν ότι καμίαν
          κακοσύνην δεν έχουσι, μόνον τους χολερικούς βλάπτουσιν, οίτινες ας τα
          βράζουν ολίγον να χύνουν το πικρόν ζουμί και με το δεύτερον ας τα τρώγουσι.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΜΠΟΡΑΝΤΖΕΝΑ.<lb/> ΚΕΦ. ϞΑ'. (ϞΓ')</head>
        <p>Τούτο το χόρτον ωφελά πολλά κάθε άνθρωπον ασθενή τε και υγιαίνοντα,
          ότι καμίαν κακοσύνην δεν έχει. Όταν το τρώγης συχνά γίνεσαι καλόκαρδος
          και γεννούσι καλούς χυμούς. Τα άνθη και φύλλα της να βάνης εις το
          κρασί να μένουσι να το πίνης, ωφελάς πολλά την καρδίαν. Κάμνει καλόν
          το χόρτον ετούτο εις τους μελαγχολικούς, καθαρίζει το αίμα, δίδει εις
          όλα τα εντόσθια πολλήν άνεσιν και λεπτύνει <milestone ed="1643"
            n="G2v" unit="fol"/> του στήθους την σκληρότητα, μόνον βλάπτει τον           λαιμόν, όταν είναι από μέσα πληγωμένος ή έχης την γούλαν σου. Τα άνθη
          της δεν χωνεύονται ογλήγορα, όταν την βράσης με σπανάκι ή σεύκλον,
          γίνεται χωνευτικότερη.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΡΑΔΙΚΙΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ϞB'. (ϞΔ')</head>
        <p>Αυτό είναι ψυχρόν, το πικρότερον είναι στυπτικότερον. Εκείνο, οπού
          κάμνει τα άνθη μπλάβα, ήγουν γαλάζια, είναι το εκλεκτότερον. Διάλεγε
          το τρυφερόν, ότι φυσικά το εύμορφον καθαρίζει τόσον το συκώτι και
          ιατρεύει το από πάσαν βλάβην, οπού άλλο πράγμα δεν το ωφελά
          περισσότερον, αμή, όσοι είναι καταρόζοι και έχουσι ψυχρόν στόμαχον, ας
          το τρώγουν με σκόρδον κοπανισμένον, όταν είναι βρασμένον. Και πάλιν αν
          το κάμουν σαλάτα, ας βάνουν και ρούκα ή κάρδαμον ή άλλο θερμόν
          χορτάριον να ιατρεύη την τούτου ψυχρότητα. Κάθα καιρόν είναι καλόν,
          αμή το καλοκαίρι καλύτερον, και ωφελά καθένα τόσον τα φύλλα, τα
          αστάχυα ωσάν και αι ρίζες του. <pb n="202"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΑΝΤΙΔΙΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ϞΓ'. (ϞΕ')</head>
        <p>Ετούτο πάλιν είναι ωφελιμότερον και πολλά ιαματικόν δι’ αυτό βάνουσι
          το νερόν του εις τα σιρόπια. Καταψυχίζει το συκώτι και όλα τα πυρωμένα
          μέλη, σβήνει την δίψαν, κινεί <milestone ed="1643" n="G3r"
          unit="fol"/> το ούρος, αμή είναι και αυτό ψυχρόν. Τα ήμερα είναι
          καλύτερα, αμή να τα χώσης εις το χώμα καμπόσος ημέρας έως να ασπρίσουν
          ή εις την άμμον, ότι τότε γίνουνται εύνοστα και χωνευτικότερα.
          Καθαρίζουσι το αίμα, υγιαίνουν την ψώραν, μόνον τους παραλυτικούς
          βλάπτουσι και εκείνους οπού τρέμουν τα μέλη τους. Και όσοι έχουσι
          ψυχρόν στόμαχον ας τα τρώγουν με πιπέρι ή σταφίδα ή άλλο θερμόν
          πράγμα. Το βρασμένον είναι υγιέστερον από το ωμόν. Όταν είναι καύσις
          ωφελά πολλά τους νέους, τους χολερικούς και όσους έχουσιν αίμα πολύν
          και θερμόν στόμαχον και το τρώγουσιν. Όσοι δε είναι ψύχρας κράσεως,
          όταν δεν είναι καύσις, ας το τρώγουν με βάρσαμον ή ρούκα, με τραχόν ή
          με άλλο θερμόν χορτάριον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΡΑΧΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ϞΔ'. (ϞΣT')</head>
        <p>Τούτο το χορτάριον δεν ήτον τον παλαιόν καιρόν δι’ αυτό δεν το
          έγραψεν ο Διοσκουρίδης ούτε άλλος ιατρός παλαιός, αμή τώρα ολίγους
          χρόνους ευρέθηκε τεχνηέντως από ένα κηπουρόν πολλά πρακτικόν εις την
          τέχνην ταύτην και έμπειρον, όστις έβαλε μέσα εις ένα κίτρον λινόσπορον
          και το έχωσεν εις την γην όθεν εφύτρωσε τοίουτον χορτάριον αρωματικόν
          και ωραιότατον, οπού δεν έφαγα ποτέ μου καλύτερον εις το Άγιον Όρος
          και το έτρωγα εις την σαλάτα <milestone ed="1643" n="G3v" unit="fol"/>
          καθ' εκάστην τους έξι μήνες, οπού είναι χλωρά τα κλω νάριά του, αμή
          τον χειμώνα ξηραίνεται και μένουν αι ρίζες από τες οποίες παίρνει,
          όστις θέλει να το έχη εις τον κήπον του, ότι σπόρον δεν κάμνει
          ολότελα. Είναι ορεκτικόν πολλά εις την γεύσιν και νόστιμον τόσον, οπού
          αρτεί με την ουσίαν του και τα άλλα χορτάρια, ήγουν αντίδια και
          μαρούλια, τα οποία είναι ψυχρά και με την θερμότητα του τραχού
          ιατρεύονται. Δίδει άνεσιν πολλήν του στομάχου και βοήθειαν, διατί
          είναι <pb n="203"/> ευώδες και καλοχώνευτον. Αυξάνει το σπέρμα, δίδει
          της κεφαλής πολλήν ωφέλειαν, διατί κόπτει τα φλέγματα, ιατρεύει τα
          γούλη και τα οδόντια από πάσαν ασθένειαν να το βράζης με άσπρον κρασί
          να τα πλύνης, όταν είναι ζεστόν. Ακόμη και εις το φόβον πανούκλας να
          τρώγης από τούτο, δεν σου εγγίζει το κακόν ολότελα και, απλώς ειπείν,
          καθένα ωφελά οπού να είναι ψύχρας κράσεως και φλεγματώδης και όλους
          τους γέροντας, αμή οι νέοι, οπού έχουν βράσιν πολλήν εις τον στόμαχον,
          ας το τρώγουν αντάμα με ψυχρά χορτάρια, διατί μοναχόν βλάπτει το
          συκώτι με την πολλήν του θερμότητα και μάλιστα το θέρος. Τινές βάνουσι
          τον λινόσπορον εις το γλυκοκρόμμυδον και το χώνουν εις την γην και
          φυτρώνει το τραχόν καθώς φαίνεται εις το ιατροσοφείον, αμή εγώ μου
          φαίνεται καλύτερα εισέ κίτρον ή κιτρολέμονον. </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΜΑΛΑΘΡΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ϞΕ'. (ϞΖ')</head>
        <p>Το μάραθον είναι θερμόν και κινά το ούρος, τα καταμήνια. Κάμνει γάλα
          πολύ, καθαρίζει τα νεφρά και δίδει πολλήν ωφέλειαν εις τα εντόσθια,
          αμή περισσότερον ωφελά το φως των ομμάτων να το τρώγουν με ολίγον
          ζουμόν, αλλά και ωμόν είναι καλόν, και, όσοι έχουν ασθένειαν εις τους
          οφθαλμούς, ας κοπανίζουν την ρίζαν του να την πλύνουν πρώτον καλά να
          μην έχη χώμα, έπειτα να την αποσφωνιάξουν και το νερόν της να βάνουν
          εις τα ομμάτια ταχύ και βράδυ και φωτίζουνται, όταν έχουν μικράν
          σκότισιν, ώσπερ να ειπούμεν ορνιθοτύφλωμα. Και ετούτο εμάθαμεν από τα
          οφίδια, τα οποία κρύπτουνται εις τους φωλεούς και τρύπες αυτών όλον
          τον χειμώνα και το καλοκαίρι, όταν έβγουν, είναι ωσάν τυφλά και
          τρίβοντας τα όμματα εις το μάλαθρον φωτίζονται. Δια τούτο έχει την
          επωνυμίαν αυτήν εκ του μάλα θεωρείν, ήγουν όστις το συχνεύει βλέπει
          καλά, αμή, όποιος το πολυτρώγει, κινδυνεύει να κάμη φιάγκο, διατί
          θερμαίνει πολλά το αίμα και γεννά την πέτραν. Και ας το τρώγουν ολίγον
          οι χολερικοί και νεώτεροι και ας διαλέγουν το τρυφερότερον και ας το
          βάνουν εις το νερόν πρώτον να κάμνη ώραν πολλήν. <pb n="204"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>TO ΜΑΡΟΥΛΙΟΝ<lb/> ΚΕΦ. ϞΣΤ'. (ϞΗ')</head>
        <p>Είναι ψυχρόν, υγρόν και ευκολοχώνευτον και περισσεύει <milestone
            ed="1643" n="G4v" unit="fol"/> εις την καλοσύνην τα επίλοιπα
          χορτάρια, διατί εσβήνει την καύσιν του στομάχου, παύει την δίψαν,
          κάμνει γάλα πολύ, φέρνει τον ύπνον, αφανίζει το σκάνδαλον της σαρκός,
          διατί ξηραίνει το σπέρμα, λύει την χολήν και εις άλλα πολλά δίδει εις
          το σώμα πολλήν ωφέλειαν. Μόνον όσοι είναι αχαμνοί και γέροντες, οπού
          έχουν ψυχρόν στόμαχον, μη το τρώγουσι μοναχόν, αλλά με τραχόν, ρούκα,
          κάρδαμον, σκόρδον, κρομμύδι ή άλλο όμοιον χόρτον, ήγουν βάρσαμον,
          σέλινον, έπειτα να πίνουσι κρασίν άσπρον και άδολον. Προπάντων δε
          γίνωσκε ότι δεν κάμνει χρεία να πλύνης το μαρούλι, διατί το νερόν του
          παίρνει κάποιαν καλοσύνην, οπού έχει εκ φύσεως, και τότε σε βλάβει εις
          το φως, το οποίον βλάψιμον του έρχεται από το νερόν. Λοιπόν διάλεγε τα
          κλειστά μαρούλια, οπού δεν έχουσι μέσα χώμα και δεν χρειάζουνται
          πλύσιμον. Οι παλαιοί τα έτρωγαν ύστερα από όλα τα φαγητά δια να μη
          τους βλάψη το κρασί και να κοιμηθούν ευκολώτερα. Αφού εβγάλουσι το
          βλαστάρι χάνουσι την καλοσύνην τους και μη τα τρώγης, όταν τα κόπτης
          και τρέχει γάλα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΚΑΠΠΑΡΗ. <lb/> ΚΕΦ. ϞΖ'. (ϞΘ')</head>
        <p>Αυτή θεραπεύει την σπλήναν, φθείρει τους σκώληκας, ιατρεύει τες
          ζοχάδες, αυξάνει το σπέρμα, θεραπεύει του <milestone ed="1643" n="G5r"
          unit="fol"/> συκωτίου τα πιάσματα, κινά το ούρος, τα καταμήνια. Ωφελά
          εις τα ρευματικά, εις τα φλέγματα και, διατί είναι ψυχρή, τρώγε την με
          ξυδόλαδον και σταφίδας. Εάν είναι αλατισμένη, βάνε την να γλυκύνη εις
          το νερόν, έπειτα την τρώγε πριν να φάγης άλλο τίποτες με ξύδι και μέλι
          ή με περισσόν λάδι και τα λοιπά καθώς είπομεν. <pb n="205"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΣΠΑΝΑΚΙ.<lb/> ΚΕΦ. ϞΗ'. (ϞΡ')</head>
        <p>Αυτό ωφελά εις τον βήχαν, καταψυχίζει τον φλέγμονα και το συκώτι,
          παύει την θέρμην της χολής, κινά την κοιλίαν και δίδει μεν ολίγην
          δύναμιν του σώματος, αμή είναι χορτάρι άβλαβον, μόνον τον ψυχρόν
          στόμαχον βλάπτει, όταν φάγη τινάς περισσόν. Όταν ουν το τρώγης, βάνε
          και πιπέρι ή κανέλλαν ή σταφίδας και διάλεγε το τρυφερόν από παχύ
          χωράφιον. Όταν σε δακάση σκορπιός, κοπάνισε σπανάκι, πίε τον ζωμόν και
          το χόρτον βάλε εις την πληγήν να ιατρευθής.</p>
      </div>
      <div>
        <head>Η ΑΝΤΡΑΚΛΑ.<lb/> ΚΕΦ. ϞΘ'. (ΡΑ')</head>
        <p>Είναι ψυχρή και εις τον τρίτον βαθμόν και στυπτική εις τον δεύτερον.
          Η ήμερη είναι καλύτερη, ωφελά όσους έχουσι δυσεντερίαν και φλούσσον
          αίματος ή πτύουσιν αίμα. Παύει τον πόλεμον της σαρκός και την καύσιν
          του στομάχου και δίδει εις όλα τα εντόσθια πολλήν άνεσιν. Ξεμουδιά τα
            <milestone ed="1643" n="G5v" unit="fol"/> οδόντια, όταν έχης           φαγωμένα ξυνά πράγματα. Είναι δε πολλά κακοχώνευτη δια την πολλήν της
          ψυχρότητα και βλάπτει το φως και αφανίζει το σπέρμα. Λοιπόν μη την
          τρώγης μοναχήν, αλλά με σκόρδον, ρούκαν, βασιλικόν, κάρδαμον ή άλλα
          θερμά χορτάρια.</p>
      </div>
      <div>
        <head>Η ΡΟΥΚΑ ΚΑΙ ΚΑΡΔΑΜΟΝ ΚΑΙ ΣΕΛΙΝΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. Ρ'. (ΡΒ').</head>
        <p>Είναι θερμά και χωνευτικά και σκανδαλίζουσι την σάρκα, διατί δίδουσι
          πολλήν πύρωσιν. Βλάπτουσι την κεφαλήν δια τούτο πρέπει να τα τρώγης
          αντάμα με τα ψυχρά χορτάρια δια να συγκερνάται ένα από το άλλο να παύη
          η κακοσύνη τους. Τα ψυχρά είναι: μαρούλια, αντράκλα, αντίδια και άλλα
          όμοια. Τούτο λέγω δια τον καιρόν του θέρους, τον οποίον αν φάγης τα
          θερμά μοναχά βλάπτεσαι, διατί βάνεις πυρ εις την στίαν, αμή τον
          χειμώνα δεν βλάπτουσι τόσον. Ομοίως πάλιν τότε να μη τρώγης τα ψυχρά
          μόνα χωρίς να τα ενώνης με τα <pb n="206"/> θερμά. Διάλεγε την
          τρυφερήν ρούκαν και κάρδαμον, ότι αφού κάμουν αστάχυν είναι πολλά πυρά
          και βλάπτουσι περισσότερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΒΑΡΣΑΜΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΑ'. (ΡΓ')</head>
        <p>Ο δυόσμος είναι θερμός και ορεκτικός. Φθείρει τους <milestone
            ed="1643" n="G6r" unit="fol"/> σκώληκας, οπού γεννούνται εις την
          κοιλίαν από τα βρώματα, και δεν αφήνει το γάλα να πήξη ου μόνον
          εκείνο, οπού είναι εις τα βυζά των γυναικών, αλλά και το άλλο οπού
          τρώγομεν. Λοιπόν όστις αγαπά να τρώγη γάλα, ας τρώγη και βάρσαμον να
          ωφελάται, πλην είναι πολλά θερμόν χορτάριον και παρακινά εις την
          πορνείαν δια τούτο το εμποδίζουν οι αρχηγοί εις τους πολέμους να μη το
          τρώγουν οι στρατιώται, διατί αδυναμίζουν και δεν πολεμούσι πρόθυμα.
          Λοιπόν ας τον τρώγουσι τον καιρόν του χειμώνος οι γέροντες και όσοι
          έχουσι πολύ φλέγμα, αμή οι νέοι και χολερικοί ολότελα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΟ ΣΚΟΡΟΔΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΒ' (ΡΔ')</head>
        <p>Είναι θερμόν πολλά και αντιφάρμακον δια τούτο το λέγουσιν όλοι
          θηριακήν των χωρικών. Ωφελά εις τους ναυτικούς να το τρώγουν δια να μη
          τους βλάπτη ο βρώμος της σεντίνας. Ομοίως και εις όλα τα βρωμερά
          πράγματα και εις αέρα βλαβερόν, θανάσιμον είναι περισσά ωφέλιμον και,
          όταν πίνης νερόν ασθενισμένον ή τρώγης φαγί βλαβερόν, σε ωφελά το
          σκόρδον, αμή βλάπτει τους χυμούς και την κεφαλήν. Και μη τρώγης πολύ
          ωμόν, αλλά ψημένον, ότι τότε χάνει την κακοσύνην του και την δύναμιν.
          Βλάπτει τας γυναίκας, οπού βυζάνουν, και εις τες ζοχάδες και μη το
          τρώγουσιν. Εις δε το δάκαμα της εχίδνος ωφελά και τους <milestone
            ed="1643" n="G6v" unit="fol"/> υδρωπικούς και όσους έχουσι βήχαν.           Αφού φάγης σκόρδον, τρώγε καμπόσα κουκκία ωμά ή σέλινον να μη βρωμά το
          στόμα σου ή απήγανον. <pb n="207"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΟ ΚΡΟΜΜΥΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΓ'. (ΡΕ')</head>
        <p>Το κρομμύδι είναι θερμόν και αυξάνει το σπέρμα, αμή βλάπτει τα
          ομμάτια, όταν το τρώγης ωμόν, ανοίγει τες ζοχάδες και παρακινά εις την
          πορνείαν και δίδει ύπνον βαθύν. Λοιπόν, όταν θέλης να το φάγης, κόπτε
          το πρότερον, βάνε το εις το νερόν πολλήν ώραν, έως να γλυκάνη να
          ξεθυμάνη, αμή πάλιν τρώγε ολίγον, ότι δεν είναι δια ευγενικούς
          ανθρώπους και λεπτής κράσεως, αλλά δια χωρικούς και πτωχούς οπού
          κοπιάζουσι. Ψημένον δεν βλάπτει, ότι χάνει όλον του τον θυμόν και τότε
          ας το τρώγη πας ένας.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΟ ΠΡΑΣΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΔ'. (ΡΣΤ')</head>
        <p>Είναι το ατυχότερον φαγί από όλα τα χορτάρια και πρέπει να μη το
          τρώγη τινάς λεπτός άνθρωπος, μόνον όσοι κοπιάζουν και δουλεύουσι, οπού
          είναι δυνατής κράσεως, οι δε ευγενείς ας απέχωσιν αυτού, διατί είναι
          πολλά θερμόν, δίδει κεφαλόπονον και χαλά το γούλος και τα οδόντια.
          Βλάπτει το φως και τον στόμαχον, είναι πολλά κακοχώνευτον και γεννά
          άνεμον. Βλάπτει τα νεφρά και κάμνει κακούς χυμούς, φέρνει φοβερά
          ονείρατα, μόνον ετούτο το καλόν <milestone ed="1643" n="G7r"
          unit="fol"/> έχει, οπού ωφελούσι τα φύλλα του εις τες εξοχάδες να τα
          βάνης ψημένα και, όταν φάγης μανιτάρια και φοβάσαι να μην ήσαν
          φαρμακερά, φάγε πράσα να μη σε βλάψη το φαρμάκι, ότι το πράσον είναι
          φυσικό του μανιταρίου αντιφάρμακον. Έτι δε αφανίζει και την κραιπάλην,
          ήγουν όταν μεθύσης και να φας πράσα, ξεμεθάς γλήγορα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΟ ΡΕΠΑΝΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΕ'. (ΡΖ')</head>
        <p>Είναι θερμόν και κινητικόν και χωνευτικόν, όταν το φάγης ύστερα από
          τα άλλα φαγητά, αμή αν το φάγης πρωτύτερα αργεί την χώνευσιν και
          βλάπτει σε. Να κοπανίσης την φλούδα του να την βάλης ως έμπλαστρον,
          ωφελά τους <pb n="208"/> υδρωπικούς και σπληνιάρους. Ομοίως και οι
          ραπανίδες έχουσι την άνωθεν φύσιν· έτι δε ωφελούσιν εις το φιάγκο να
          πίνης τον ζωμόν τους, ότι φθείρει την πέτραν και είναι και αυτό εις τα
          μανιτάρια αντιφάρμακον. Οι άγριες έχουσι πλέον ενέργειαν παρά τες
          ήμερες και είναι θερμότερες και βλάπτουν το συκώτι, όθεν μη τες τρώγης
          ωμές ούτε υπέρμετρα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΚΡΑΜΒΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΣΤ'. (ΡΗ')</head>
        <p>Τα λάχανα, ήγουν φυλλάδες και φρύα, όταν τα πολυμαγερεύσης είναι
          στυπτικά και αν τα βράσης ολίγον είναι <milestone ed="1643" n="G7v"
          unit="fol"/> κινητικά και καθαρίζουν. Όταν τα φάγης ωμά νηστικός,
          δεν μεθάς· ύστερα και τούτο είναι μυστήριον της κράμβης θαυμάσιον, ότι
          ου μόνον ξεμεθά τον άνθρωπον, αλλά και εις την άμπελον, εάν φυτεύσης
          κράμβην πλησίον της, σύρνεται το κλήμα καμπόσον και μακραίνει από του
          λόγου της, ότι η φύσις της κράμβης το διώκει και δεν συμφωνούσι ποσώς
          εις ενότητα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΤΕΥΤΛΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΖ'. (ΡΘ')</head>
        <p>Το σεύκλον είναι τριών λογίων· το άσπρον είναι κινητικόν, το μαύρον
          στυπτικόν και το κόκκινον εις την γεύσιν ορεκτικόν, πλην και τα τρία
          γεννούσι κακούς χυμούς. Ο ζωμός αυτών καθαρίζει την κεφαλήν, όταν τον
          παίρνης από την μύτην με ολίγον μέλι, ομοίως και εις τον πόνον των
          αφτίων είναι ωφέλιμος· να φάγης ψημένον το άσπρον με σκόρδον ωμόν,
          φθείρει τους σκώληκας. Το ζουμί του μαύρου ωφελά, να το πίνουν εις
          δάκαμα όφεως. Όταν τα μεταφυτεύης, εάν βουτήξης τας ρίζας του εις την
          κόπρον του βοδίου, γίνουνται μεγάλα περισσότερον. Το άσπρον είναι
          κινητικότερον από τα άλλα και το κόκκινον γλυκότερον, δια τούτο το
          κάμνουσι κομπόστα και το έχουν όλον τον χρόνον αντίς δια σαλάτα καθώς
          παραπάνω εγράψαμεν. Το χρυσολάχανον είναι σχεδόν μίας φύσεως με το
          σεύκλον δι’ αυτό δεν γράφομεν περί αυτού περισσότερον.<pb n="209"/>
          <milestone ed="1643" n="G8r" unit="fol"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΚΟΛΟΚΥΝΘΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΗ'. (ΡΙ')</head>
        <p>Αυτή είναι ψυχρά και βλάπτει τους φλεγματικούς και αχαμνίζει τον
          στόμαχον, όθεν πρέπει να την τρώγης με πιπέρι, σινάπι ή πετροσέλινον ή
          άλλο θερμόν χορτάριον, τους δε χολερικούς ωφελά, ότι σβήνει την δίψαν
          και δροσερεύει το σκώτι και ας την τρώγουν το θέρος, αμή, όσον την
          τρώγη τινάς, τόσον βλάπτει χειρότερα τα εντόσθια, διατί γεννά κακούς
          χυμούς, και τον χειμώνα βλάπτει χειρότερα, μόνον εις τον πόνον των
          αφτιών κάμνει καλόν. Ο ζουμός των φύλλων να τον βάνης με ροδολάδι να
          τρίψης με τα φύλλα της το άλογον, δεν καθίζουν οι μύγες απάνω του. Και
          τα άνθη της να βάλης εις το λάδι καμπόσες ημέρες να αλείφης μετ'
          εκείνον την κεφαλήν, όταν πονέση από την ηλιακήν καύσιν, θεραπεύεται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΠΕΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΓΓΟΥΡΙΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΘ'. (ΡΙΑ')</head>
        <p>Το πεπόνι είναι γλυκύ εις την γεύσιν και δια τούτο το ορέγονται όλοι,
          αμή είναι βλαβερόν όταν το τρώγης χωρίς να πίης καλόν κρασί καθώς τις
          είπε: <quote>πέπων πάθος πέφυκεν άνευ ακράτου</quote>, ήγουν το πεπόνι
          είναι ασθένεια, όταν το <milestone ed="1643" n="G8v" unit="fol"/>
          φάγης και δεν πίης οίνον άδολον. Λοιπόν, όστις δεν έχει κρασί, μη το
          τρώγη και θερμαίνεται και βλάπτεται. Ομοίως και τα αγγούρια είναι
          βλαβερά, όταν τα τρώγης περισσά, διατί είναι ψυχρότατα και γεννούσι
          εις τας φλέβας χυμούς κακούς από τους οποίους γίνουνται με καιρόν οι
          μακρές θερμασίες και άλλες ασθένειες. Αφανίζουσι και το σπέρμα, όσοι
          είναι ψυχρού στομάχου μη τα τρώγουν, διατί είναι πολλά κακοχώνευτα και
          μετά βίας τα χωνεύουν οι υγιείς έως την δεύτερην ημέραν. Ει δε και
          λιξεύεις να φάγης, τρώγε και ρούκα ή άλλο όμοιον θερμόν χορτάριον δια
          να θεραπεύης μετ' αυτό των αγγουρίων την ψυχρότητα. Και καθάριζέ τα
          καλά, ρίχνε όλον το έξωθεν. Όστις έχει καύσερον στόμαχον ας τα τρώγη,
          ότι του δίδουν άνεσιν, παύουσι την δίψαν, κινούσι το ούρος και την
          χολήν αφανίζουσιν. Εάν θέλης να κάμης αγγούρια μακρά μίαν πήχυν, όταν
          είναι μικρόν ως το <pb n="210"/> δάκτυλόν σου, βάλε το εις ένα καλάμι
          το οποίον πέτρωσε εις την αγγουράν να μη μετατόπιση και τότε μακραίνει
          το αγγούριον και γεμώνει όλον το καλάμι και, όταν θέλης να το φάγης,
          τσάκισον το καλάμι να ιδής ένα είδος εύμορφον. Ει δε πάλιν και θέλεις
          να φυλάξης τα αγγούρια πολύν καιρόν να μη σαπιθούσι, κάμε λάκκον εις
          τόπον, οπού να μη δίδη ο ήλιος, βάλε τα μέσα και βάλε τους καμπόσην
          άμμον και από πάνω <milestone ed="1643" n="Hr" unit="fol"/> τα σκέπασε
          με ξηρόν χορτάριον. Έπειτα ρίξε πάλιν το χώμα από πάνω, σκέπασε τον
          λάκκον και ούτω φυλάγουνται τρεις μήνες άσηπα. Εάν δε πάλιν ορέγεσαι
          να τα κάμης από τον διατεταγμένον καιρόν πρωιμότερα, βάλε εις σε
          κασέλλαν, ήγουν σεντούκι, χώμα παχύ όταν πέραση ο χειμώνας και φύτευσε
          τον σπόρον, βάλε κοπρίαν κατά την τάξιν και πότισέ τες ολίγον και
          φύλαγέ τες μέσα εις το σπίτι έως την άνοιξιν και τότε, αφού ζεστάνη ο
          καιρός, τας έβγαλε εις τον ήλιον και βάλε τες εις την γην με το χώμαν
          εκείνον επιδέξια να μη τες ξεριζώσης και ούτως κάμνουσι καρπόν
          ογλήγορα. Όταν θέλης να φυτεύσης τον αγγουρόσπορον, βάνε τον εις το
          γάλα να μοσκεύη και τότε κάμνει τα αγγούρια γλυκέα και νόστιμα. Τον
          πεπονόσπορον πάλιν βάνε εισέ ζάχαρην και ροδόσταμα να μοσκεύουσι να
          γένουν πεπόνια γλυκύτατα και ευωδέστατα. Οι αγγούρες, ήγουν τα
          χειμωνικά, είναι άβλαβα και ας τα τρώγουν ου μόνον οι υγιείς, όταν
          είναι καύσις, αλλά και οι άρρωστοι, διατί παύουσι την δίψαν και
          δροσερεύουν τον στόμαχον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑΤΕΣ ΑΓΚΙΝΑΡΕΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΓ'. (ΡΙΒ')</head>
        <p>Οι ήμερες είναι καλύτερες και νοστιμότερες, οι τρυφερές πριν να
          μαλλίσουν, τες οποίες έχουσιν όλοι εισέ πόθον και τας τρώγουν από όλα
          τα φαγητά καλύτερα, ου μόνον τες <milestone ed="1643" n="Ην"
          unit="fol"/> κεφαλές την άνοιξιν, αλλά και τες καρδίες πριν να
          βλαστήσουν. Και τες χώνουν εις το χώμα εις όλην την Ιταλίαν και
          ασπρίζουσι και τα φύλλα και τρώγουν τες, αφού αποδειπνήσουν, με πιπέρι
          και άλας ως σφραγίδα του στομάχου και στερέωσιν, αμή θροφήν δεν
          δίδουσιν, αλλά μάλιστα βλάπτουσι την κεφαλήν και βαρύνουσι τον
          στόμαχον, διατί είναι πολλά κακοχώνευτες, μόνον εάν είναι ψημένες με
          πιπέρι και λάδι, βλάπτουσιν ολιγότερον. <pb n="211"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΟΠΩΡΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΙΑ'. (ΡΙΓ')</head>
        <p>Όλα τα πωρικά σχεδόν είναι εις τον άνθρωπον βλαβερά και ολίγην θροφήν
          μας δίδουσι, διατί γεννούσιν αίμα καταφθαρμένον, πλην, επειδή δίδουσιν
          από το άλλο μέρος τινά ωφέλειαν, θέλομεν γράψει και δι’ αυτά ικανάς
          ερμηνείας δια να ηξεύρη πας ένας τα ωφελούντα και βλάπτοντα να
          κυβερνάται με γνώσιν τε και διάκρισιν. Λοιπόν το ώφελος, οπού δίδουσι
          τα πωρικά, είναι ετούτο· πραύνουσι την χολήν, εσβήνουν την θέρμην του
          αίματος και δροσερεύουσιν όλον το σώμα δια τούτο τρώγε τα πρώτα από τα
          άλλα φαγητά και πίνε κρασί συγκεραστό με νερόν δια να περάσουν τας
          φλέβας ευκολώτερα. Εις όσους έχουσι χολήν και αίμα πολύν κάμνουσι
          περισσότερον όφελος και μάλιστα το καλοκαίρι. Έτι δε διατί είναι
          κινητικά, αφού φάγης αυτά, ας περάση <milestone ed="1643" n="H2r"
          unit="fol"/> ολίγη ώρα δια να κάμουν εις την κοιλίαν ενέργειαν και
          τότε δείπνα ή γεύου τα άλλα βρώματα. Τούτο λέγομεν δια τα σύκα,
          συκάμινα, σταφύλια, κεράσια και άλλα κινητικά, τα δε στυπτικά, ήγουν
          κυδώνια, νέσπολες, αχλάδες και άλλα τοιαύτα τρώγε ολιγότερα, τα οποία
          αν φάγης και ύστερα, δεν βλάβει, μόνον, όσον ημπορείς από τα πρώτα,
          και ύστερα τρώγε ολίγα, όσοι δε έχουσι ποδαλγίαν, ας μη τα τρώγουν
          ολότελα. Τας οπώρας, οπού έχουν σκουλήκια, μη τρώγης, διατί γεννούσι
          θερμασίας. Όταν ουν ιδής μήλον ή απίδι ή άλλο πωρικόν χλωμόν και
          κιτρινιαρικόν, αδέν έχη και τρύπαν, μέσα είναι σκώληκας και φεύγε το.
          Μη τρώγης εις ένα φαγί πωρικά διάφορα, αλλά σήμερον τρώγε λόγου χάριν
          τα σύκα και αύριον μήλα και την άλλην άλλης λογής να μην ασθενήσης το
          φθινόπωρον. Και ας είναι καλά φθασμένα όσα τρώγεις, ήγουν ώριμα, μόνον
          τα μούρα τρώγε καμπόσον άγγουρα, ήγουν τα συκάμινα, ότι τα
          πολυκαμωμένα τρώγουν οι μύγιες και άλλα ζωΰφια και τα μολύνουσιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΙΒ'. (ΡΙΔ')</head>
        <p>Αυτά δίδουσι περισσοτέραν θροφήν και παχαίνει όστις τα τρώγει καθώς
          εγνωρίζεται εις τους φύλακας των αμπέλων, <pb n="212"/> αμή όχι όλα τα
          σταφύλια κοινώς, άλλα τα μεν γλυκέα <milestone ed="1643" n="Η2ν"
          unit="fol"/> παχαίνουσι, διατί είναι θερμότερα και κινούσι την
          κοιλίαν, αμή δίδουσι δίψαν, τα δε αυστηρά είναι στυπτικά και
          κακοχώνευτα και δίδουσιν ολίγην θροφήν, τα δε ξυνά βλάπτουσι και μη τα
          τρώγης ολότελα. Όσα είναι καμωμένα κομπόστα, ήγουν εις τον μούστον
          φυλαγμένα, ή εις τον οίκον σου καμπόσον καιρόν κρεμασμένα είναι
          καλύτερα, όταν τα εχούσιν εις τον ήλιον ολίγας ημέρας, όστις αφανίζει
          την κακοσύνην τους.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΛΑΙΕΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΙΓ. (PIE')</head>
        <p>Οι άγγουρες και ακάμωτες, οπού συνάγουσι πράσινες, είναι ωφελιμότερες
          εις τον στόμαχον και σφίγγουσι την κοιλίαν, αμή oι μαύρες και ώριμες
          βλάπτουσι την κεφαλήν, τους οφθαλμούς και τον στόμαχον δια τούτο σας
          γράφω μίαν ερμηνείαν θαυμάσιον πως να τες φθιάνετε να γίνουνται πολλά
          νόστιμες και άβλαβες. Έπαρε ασβέστην άσβηστον ψιλόν και κοσκινισμένον
          λίτρες έξι, βάλε το μέσα νερόν ψυχρόν, ανακάτωσέ το να γένη ως το
          αχαμνόν σούγλι, ήγουν χυλός, έπειτα βάλε δώδεκα λίτρες άθον δρυένιον ή
          από βελανιδέαν και άλλο τόσον νερόν να γένη ένα με τον ασβέστην. Και
          τότε έχε μαζωμένες τες ελίες την ώρα εκείνην, ρίξε τες μέσα να κάμουν
          οκτώ ώρες ή δέκα το περισσότερον και σάλευέ τες συχνά και ελαφρά να μη
          πληγωθούσι με <milestone ed="1643" n="H3r" unit="fol"/> κομμάτι ξύλον.
          Και τότε τες έβγαλε, πλύνε τες καλά και βάλε τες εισέ νερόν κρύον να
          κάμουν ημέρας πέντε και άλλασσε το νερόν καθ' εκάστην και τότε έχε
          βρασμένες τες μαραθίες με το άλας καθώς εις το ρπε' κεφ. φαίνεται. Και
          βάλε τες εις την άρμην και ούτως μένουσι πράσινες εις την φυσικήν
          χρόαν τους και εις το φαγί τους γλυκύτατες, τες οποίες φύλαξον εις
          κουρούπι αλειφθόν να χρονιάσουσιν. Το δένδρον της ελαίας δεν καρπίζει,
          όταν το βόσκη η αίγα, ει δε και είναι από άλλη αιτίαν άκαρπον, ξέχωσε
          τας ρίζας του, άφες τες ούτως όλον τον χειμώνα και τότε πάλι τες
          σκέπασον. Το αγριόλαδον είναι πλέον χρήσιμον εις τας ιατρείας παρά το
          ήμερον, με το οποίον αλείφε την κεφαλήν και παύει τον πόνον,
          εξαλείπτει την πιτυρίδα και την ψώραν και κρατεί τας τρίχας να μη
          πίπτουσιν. <pb n="213"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΚΙΤΡΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΙΔ'. (ΡΙΣΤ')</head>
        <p>Το φλούδι του κίτρου και ο σπόρος του είναι θερμά και κάμνουν και τα
          άλλα φαγητά και χωνεύουν ογλήγορα. Και μάλιστα ο σπόρος είναι
          αντιφάρμακος και εις δάκαμα σκορπίου να τον πίνουν και εις άλλα
          ιοβόλων θηρίων δακάματα. Η δε οξυνίδα και το έσωθεν της φλούδας είναι
          ψυχρά και πολλά κακοχώνευτα και φλεγματικά, όθεν μη φάγης ποτέ κίτρον
          καθαρισμένον, αλλά τρώγε το με την έξωθεν φλούδαν, η οποία θεραπεύει
          την βλάβην του έσωθεν. <milestone ed="1643" n="H3v" unit="fol"/>           Φαίνεται εις τας <quote>Ιστορίας των Αιγυπτίων</quote> ότι εκατάκρινεν
          ο βασιλεύς δύο ανθρώπους εις θάνατον να τους φάγουν ασπίδες και άλλα
          θηρία θανάσιμα οίτινες, διατί έτυχε και έφαγαν αυτήν την ημέραν, οπού
          τους έριψαν εις τον λάκκον, ένα κίτρον, δεν τους έβλαψαν τα δακάματα
          των ιοβόλων. Και την άλλην ημέραν δια να εγνωρίσουν την αιτίαν
          καλύτερα έδωσαν του ενός ένα κίτρον και το έφαγε του δε ετέρου δεν
          έδωσαν και βάνοντές τους πάλιν εις τον λάκκον τους εδάκασαν τα θηρία,
          αμή μόνον ο ένας, οπού δεν έφαγε κίτρον απέθανεν, ο δε έτερος εγλύτωσε
          και εγνωρίσθη η δύναμις του κίτρου από τοίουτον θαυμάσιον. Το κιτράτο
          είναι πολλά ωφέλιμον, αμή η φλούδα, καθώς είπομεν, ήτις έχει όλην την
          δύναμιν και του σπόρου πάλιν το έσωθεν. Το δε ροδόσταμα, οπού γίνεται
          με το άνθος του κίτρου, είναι χρήσιμον φάρμακον κατά του λοιμού, ήγουν
          όταν είναι θανατικόν, να το αλείφεσαι εις το πρόσωπον να πίνης και
          ολίγον η πανούκλα δεν σου εγγίζει. Αμή το ψαχνόν του είναι πολλά
          κακοχώνευτον και μη το τρώγης μοναχόν παρέξ να είναι αρτυμένον με ζάχαρην.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑ ΛΕΜΟΝΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. PIE'. (ΡΙΖ')</head>
        <p>Τα λεμόνια έχουσι την ιδίαν φύσιν του κίτρου και είναι μικρά και
          μεγάλα, όλα ψυχρά και γεννούσι χυμούς μελαγχολικούς.<milestone
            ed="1643" n="H4r" unit="fol"/> Δεν δίδουσι τινά θροφήν, αλλά μάλιστα
          αδυναμίζουν το σώμα και σφίγγουσι την κοιλίαν με την ξυνότητα και μη
          τα τρώγουν όσοι έχουσι ψυχρόν στόμαχον, ούτε οι <pb n="214"/>
          φλεγματώδεις και γέροντες, οι δε χολερικοί και όλοι οι νέοι ας τα
          τρώγουν το καλοκαίρι με κανέλλαν και ζάχαρην. Ο ζουμός του ξυνού
          λεμονίου να πίνη όποιος έχει φιάγκο πεντέξι ταχινές ανάμισην ουγγίαν
          με άσπρον κρασίν εύμορφον και μάλιστα ρόμπολαν, διαλύει τον λίθον και
          αφανίζει τον. Εις τούτο έχουσι περισσοτέραν δύναμιν τα μικρά λεμονόπουλα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑ ΝΕΡΑΝΤΖΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΙΣΤ'. (ΡΙΗ')</head>
        <p>Όσον είπομεν δια τα λεμόνια, ας γρικάτε και δια τα νεράντζια. Όλα τα
          ξυνά είναι ψυχρά και δυσκοίλια, παύουσι την δίψαν, αμή θροφήν τινά δεν
          δίδουσι. Τα γλυκέα αυξάνουσι την χολήν εις τας θερμασίας, διατί είναι
          καμπόσον θερμά. Η σκόνη της φλούδας του νεραντζίου (ήγουν μόνον το
          κόκκινον λεπτόν να εβγάλης με κοπτερόν μαχαίρι να μη μετέχη από το
          άσπρον να το κάμης σκόνην) ωφελά πολλά εις τους πόνους και πάθη της
          καρδίας και φθείρει τους σκώληκας και, να την πίνης με κρασί, δεν σε
          βλάπτει την ημέραν αυτήν η πανούκλα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑ ΣΥΚΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΙΖ' (ΡΙΘ')</head>
        <p>Τα άσπρα είναι καλύτερα, δεύτερα τα φαζά και τα μαύρα <milestone
            ed="1643" n="H4v" unit="fol"/> ύστερα. Όλα δίδουσι τροφήν από τα           άλλα πωρικά περισσότερον, παύουσι την δίψαν, φθείρουσι τον λίθον, το
          σπέρμα αυξάνουσι. Τα ώριμα είναι αβλαβέστερα, αμή καθάριζέ τα, ρίπτε
          όλην την φλούδαν. Όταν φάγης πολλά βλάπτουσι τον στόμαχον και τα
          νεφρά. Τα ξηρά ωφελούσιν εις τον βήχαν, αμή δίδουσι δίψαν και
          βλάπτουσι το συκώτι και την σπλήναν. Γεννούσι την ψώραν και ψείρας και
          πρήσκουσιν. Αφού φάγης χλωρά σύκα, τρώγε κανένα ρόγδι ή νεράντζι ή
          άλλο πράγμα ξυνόν, τα δε ξηρά τρώγε με ρίγανην και καρύδια, ότι τότε
          σε βλάπτουσιν ολιγότερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>
          <pb n="215"/> ΔΙΑ ΤΑ ΑΠΙΔΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΙΗ'. (ΡΚ')</head>
        <p>Τα αχλάδια είναι πολλών λογίων, αμή όλα έχουσι σχεδόν μίαν φύσιν·
          είναι βλαβερά, όταν τα φάγης πρωτύτερα των άλλων βρωμάτων, διατί
          γεννούσιν αίμα ψυχρόν και άνεμον και βλάπτουσιν εκείνους, οπού
          πάσχουσι πόνους χολικούς και όσοι έχουσι δυσουρίαν, ήγουν φιάγκο, μη
          τα τρώγουσι, διατί γεννούσι χοντρούς χυμούς. Τα άγγουρα και τα άγρια
          βλάπτουσι τα νεύρα και τα άνοστα τους επιληπτικούς, αμή ψημένα να τα
          τρώγης με ζάχαρην δεν σε βλάπτουσιν, ει δε και φάγης ωμά, ας είναι
          καλά ώριμα και φθασμένα. Και τρώγε τα ύστερα από τα επίλοιπα βρώματα
          και πίε ένα ποτήρι κρασί άδολον να σκορπίση η κακοσύνη τους, μόνον
          όσοι έχουσι φλέγμα πολύ και οι γέροντες μη τα τρώγουσιν. </p>
        <milestone ed="1643" n="H5r" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΚΥΔΩΝΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΙΘ'. (ΡΚΑ')</head>
        <p>Όταν τα φάγης πρωτύτερα από τα άλλα φαγία, σφίγγουσι την κοιλίαν, ει
          δε και φάγης τα ύστερα, την κινούσι. Ψημένα είναι καλύτερα. Το
          κυδωνάτο πάλιν είναι ωφελιμότερον, αμή να έχη και ζάχαρην, ότι
          λεπταίνει τους χυμούς της μελαγχολίας. Το φθινόπωρον και τον χειμώνα
          είναι καλά να τα τρώγη πας ένας, αμή, όστις τα τρώγει ωμά και
          νηστικός, βλάπτουσι περισσά τα νεύρα και φέρνουν ασθένειαν. Το
          κυδωνάτο κινά το ούρος και κρατίζει κάτω εις τον στόμαχον την αναθυμίασιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΡΟΓΔΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΚ'. (ΡΚΒ')</head>
        <p>Τα ξυνά ρόγδια ας τρώγουσιν οι χολερικοί εις το ύστερον της τραπέζης,
          διατί εσβήνουσι την χολήν θαυμασιότατα. Ομοίως και οι άρρωστοι ας τα
          τρώγουν, διατί αυτά δεν αφήνουσι τους χυμούς να ανέβουν εις τον
          εγκέφαλον. Παύουσι την δίψαν και ωφελούσι το σκώτι και τα εντόσθια. Τα
          δε γλυκά ωφελούσιν εις τον βήχαν, αυξάνουσι τας σαρκικός επιθυμίας,
          διατί είναι θερμότατα, όθεν εις την <pb n="216"/> θέρμην δεν πρέπει να
          τα τρώγη ο άρρωστος, ούτε και οι υγιείς τες καυσερές ημέρες, μόνον τον
          χειμώνα ας τρώγουσι τα γλυκά και τα ξυνά από την άνοιξιν και
          έμπροσθεν, αμή <milestone ed="1643" n="H5v" unit="fol"/> τόσον τα ξυνά
          ώσπερ και τα γλυκά πας ένας μη το καταπίνη όλον, αλλά μόνον τον
          ζωμόν και τα κόκκαλα ας τα πτύη, διατί βλάπτουσιν. Όστις φάγη τρία
          άνθη μικρά ρογδίας, δεν του έρχεται τον χρόνον εκείνον εις τα ομμάτια
          καμία ασθένεια.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΚΑΡΥΔΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΚΑ'. (ΡΚΓ')</head>
        <p>Τα καρύδια είναι θερμά και ξηρά. Όταν τα τρώγης με σύκα και πήγανον
          είναι αντιφάρμακα και εις το δάκαμα σκύλου να τα φάγης και να βάνης
          καμπόσα μασισμένα εις το δάκαμα. Η πράσινη φλούδα να την βάλης εις το
          μαγέρεμα σερβίρει ως δια πιπέρι. Άφου φάγης οψάριον, τρώγε ύστερα
          καμπόσα καρύδια ή κάνε τα αλιάδα, ήγουν στούπιζέ τα με το σκόρδον να
          τρώγης με το οψάριον, διατί εκ φύσεως το καρύδι διακόπτει και αφανίζει
          την βλάβην, οπού κάμνει το οψάριον, αμή, όστις φάγη πολλά, τον
          βλάπτουσιν εις τον λαιμόν έσωθεν, εις την γλώσσαν και εις τον λάρυγγα.
          Δίδουσιν δίψαν και πόνον εις την κεφαλήν, αμή τα χλωρά βλάπτουσιν
          ολιγότερον. Τα δε ξηρά τσάκιζε και βάνε τους καρπούς εις το ζεστόν
          νερόν να κάμνουν όλην την νύκτα και ξεφλούδιζε, τρώγε τα με μέλι ή
          ζάχαρη και τότε χάνουν την κακοσύνην τους και ζεσταίνουν τον στόμαχον.
          Τον χειμώνα ωφελούσι τους φλεγματώδεις και μελαγχολικούς, μόνον εάν
          δεν έχουσι στένωσιν. Όσον είναι ολίγου καιρού τα καρύδια, <milestone
            ed="1643" n="H6r" unit="fol"/> τόσον βλάπτουσιν ολιγότερον, αμή να           είναι μεγάλα και γερά να καθαρίζουνται εύκολα. Τα δε πολυκαιρισμένα
          εβγάνουσι λάδι περισσότερον. Να βάλης ένα καρύδι μέσα εις το
          πετεινόπουλον, μαγερεύεται ογλήγορα. Ομοίως και εις άλλο κρέας να το
          ρίψης εις το τσουκάλι μέσα, βράζει τάχιστα. Ο ίσκιος της καρέας είναι
          βλαβερός και όποιος κοιμηθή από κάτω πονεί η κεφαλή του και ασθενά.
            <pb n="217"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΑΜΥΓΔΑΛΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΚΒ'. (ΡΚΔ')</head>
        <p>Τα γλυκά είναι θερμά και θρεπτικά, ήγουν δίδουσι πολλήν τροφήν και
          σπατάλην. Ωφελούσι το φως, αυξάνουν το σπέρμα, καθαρίζουν το στήθος,
          εβγάνουν το φλέγμα εύκολα, δίδουσι ύπνον, ωφελούσι τον ομυαλόν,
          καθαρίζουσι τον δρόμον να εβγαίνη το ούρος εύκολα, ωφελούσι το σκώτι,
          την σπλήναν, τον λαιμόν και τον φλέγμονα. Αυτάς όλας τας ενεργείας
          κάμνουσι, όταν είναι τρυφερά και κόπτεται με το μαχαίρι η φλούδα τους,
          αμή όταν είναι πολλά ξηρά είναι κακοχώνευτα και στέκοντας ώραν πολλήν
          εις τον στόμαχον, δίδουσι πόνον της κεφαλής, διατί γεννούσι την χολήν.
          Λοιπόν μη τα τρώγης ξηρά, αξεφλούδιστα, αλλά βάνε τα εις χλιαρόν νερόν
          να απαλύνουν να εβγη η φλούδα τους και τότε τα τρώγε με ζάχαρην ή με
          το μέλι και δεν βλάπτουσιν, αλλά ωφελούσι καθένα και περισσότερον
          εκείνους οπού είναι <milestone ed="1643" n="Η6ν" unit="fol"/>
          αδύναμοι. Τα πικρά είναι εις όλας τας ιατρείας ωφελιμότερα και μάλιστα
          εις τον μέθυσον να τρώγη νηστικός έξι ή επτά δεν πολυμεθά από τον
          οίνον ούτε βλάπτεται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΜΗΛΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΚΓ'. (ΡΚΕ')</head>
        <p>Τα γλυκά είναι θερμά και υγρά. Τα χοντρά και κόκκινα είναι άβλαβα,
          αμή να είναι ώριμα εις το δένδρον, ότι, εάν δεν είναι φθασμένα,
          βλάπτουσιν. Και τα άνοστα είναι βλαβερά εις τον στόμαχον. Όλα έχουσι
          μίαν φύσιν και ωφελούσι, να τα τρώγης ψητά με ζάχαρην, ότι τότε
          δίδουσι του στομάχου πολλήν βοήθειαν και εβγάνουσι το φλέγμα, αμή
          βλάπτουσιν, όσους έχουν αχαμνόν στόμαχον, και μάλιστα όταν τα
          τρώγουσιν άψητα, αμή, όστις τα τρώγει ψημένα εις τα ανθράκια, να βάνη
          και άνεζι ζαχαρωμένον, ήγουν γλυκάνισον, δεν τον βλάπτουσι. Τα μήλα
          βαστούσι πολύν καιρόν εις τα σίτινα άχερα, αμή να μην εγγίζη ένα μετ'
          άλλο. Τα ξυνά μήλα γεννούσι φλέγμα πολύ και κάμνουν τον άνθρωπον και
          χάνει την ενθύμησιν, ήγουν άστοχα και δεν ένθυμαται τας πράξεις του.
            <pb n="218"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΑΒΓΑΡΕΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΚΔ'. (ΡΚΣΤ')</head>
        <p>Τα σούρβα και οι νέσπολες είναι στυπτικά και όταν τα <milestone
            ed="1643" n="Η7r" unit="fol"/> φάγης πρότερον από τα άλλα φαγητά
          σταματούσι πάσαν λογής ρεύμα και φλούσσον, όταν δεν τα φάγης ύστερα
          δίδουσι του στομάχου πολλήν άνεσιν και υγιαίνουσι το ξέρασμα, αμή,
          όστις φάγη πολλά, αργεί να τα χώνευση και βαραίνουν τον στόμαχον,
          σφίγγουσι την κοιλίαν και γεννούσι χοντρούς χυμούς και δι’ αυτό μη
          τρώγη τινάς περισσά, αλλά ολίγα και σπάνια, και ταύτα οι νέοι τον
          χειμώνα μόνον και το φθινόπωρον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΚΑΣΤΑΝΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΚΕ' (ΡΚΖ')</head>
        <p>Τόσον ήμερα ωσάν και άγρια είναι θερμά εις τον πρώτον βαθμόν και ξηρά
          εις τον δεύτερον και στυπτικά. Τα χοντρά είναι καλύτερα και, όσον
          γενούσι πλέον ημερών, τόσον γίνουνται άβλαβα. Δίδουσι τροφήν πολλήν,
          παρακινούσι το σκάνδαλον της σαρκός. Τρώγουνται εις τα ανθράκια ψημένα
          και με νερόν βρασμένα, αμή όποιος τα πολυτρώγει πονει η κεφαλή τους
          και σφίγγει το κουφάρι του, διατί είναι αργοχώνευτα. Όταν τα τρώγης
          ωμά σε βλάπτουσι χειρότερα. Λοιπόν όσον ημπορείς ολιγότρωγέ τα, μόνον
          όταν είναι ψύχρα, και πίνε καλόν κρασίν ύστερα. Τινές τα κάμνουν
          αλεύρι και τα ζυμώνουν με σίτινον και κάμνουσι ψωμί γλυκύ και
          κίτρινον. Κάστανα κοπανισμένα με άλας και μέλι ιατρεύουσι το δάκαμα
          σκύλου να τα βάνης απάνω εις την πληγήν. Οι φλεγματώδεις ας τα τρώγουν
          με το μέλι οπτά εις <milestone ed="1643" n="Η7ν" unit="fol"/> τους
          άνθρακας και οι χολερικοί με πιπέρι και άλας ή πολλήν ζάχαρην.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΡΟΔΑΚΙΝΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΚΣΤ'. (ΡΚΗ')</head>
        <p>Είναι ψυχρά και υγρά και ας τα τρώγουν όσοι έχουσι χολήν και αίμα
          πολύ και οι νεώτεροι, αμή τους γέροντας βλάπτουσι και τους
          φλεγματώδεις και όσους έχουν αχαμνόν <pb n="219"/> στόμαχον. Αυτά
          πρέπει να τρώγης πρότερον από τα άλλα φαγητά και να πίνης καλόν κρασί
          παλαιόν και ευώδη, διατί είναι βλαβερά πωρικά και, αν πίης νερόν ή αν
          τα φάγης ύστερα από τα άλλα φαγία, σε βλάπτουσιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΚΕΡΑΣΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΚΖ' (ΡΚΘ')</head>
        <p>Δεν δίδουσι καμίαν τροφήν, διατί είναι ψυχρά και υγρά, μόνον την
          κοιλίαν κινούσι. Τα χλωρά και τα ξηρά στύφουσι. Γεμώνουν όλα τον
          στόμαχον άνεμον, φέρνουσιν ύπνον πολύν, όταν τα πολυτρώγης, και
          βλάπτουσιν, όθεν τρώγε τα ολίγα μόνον δια να παύσουν την δίψαν και
          διάλεγε τα δυνατά και γερά να μην είναι νερουλιάρικα. Διάφορα κεράσια
          ευρίσκουνται εις όλον τον κόσμον ου μόνον εις την γεύσιν, αλλά και εις
          το χρώμα, ήγουν άσπρα ωσάν το γάλα, κόκκινα, μαύρα· και τα τρία ταύτα
          γλυκύτατα. Και άλλα μεσοκόκκινα, τραγανά και μαράσκια, τα οποία είναι
          υγιέστερα, ότι τα μεν <milestone ed="1643" n="H8r" unit="fol"/> γλυκά
          είναι κινητικά, αμή βλάπτουν τον στόμαχον, τα δε ξυνά και στιφιά είναι
          άβλαβα. Εδώ εις την Βενετίαν φέρνουσι διάφορα, τα οποία όλα τα
          εδοκίμασα και δεν κάμνουσι σκώληκας, ούτε της Κρήτης, και τα
          αγιορείτικα όλα άσπρα και μαύρα, όταν ωριμάσουν κάμνουσι σκώληκας, μα
          δεν ηξεύρω το αίτιον. Όταν τα μαζώξουν να τα ξηράνουν εις τον ήλιον,
          δεν ηξεύρω, ή φεύγουν οι σκώληκες ή σταφιδάζουν μέσα και χάνουνται.
          Ύστερα τα ζεματίζουν με την θάλασσαν και ούτω φυλάγουνται άσηπα όλον
          τον χρόνον καθώς κάμνουσι και τα σύκα, σταφίδας, δαμάσκηνα,
          απιδοκόμματα και άλλα παρόμοια και γίνουνται εύμορφα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΒΕΡΥΚΟΚΚΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΚΗ'. (ΡΛ')</head>
        <p>Είναι και αυτά διάφορα εις την γεύσιν και όρασιν, αμή τα χοντρύτερα
          και βαθέα κόκκινα είναι καλύτερα και, όσα είναι εις την γεύσιν
          γλυκύτερα, να είναι και ο απομέσα καρπός γλυκύς ωσάν το αμύγδαλον.
          Μερικά γίνουνται εις την Κρήτην μικρά, αμή τόσον γλυκά και νόστιμα,
          οπού δεν τα είδα εις άλλον κόσμον, και τα λέγομεν μεταξωτά, τα οποία
            <pb n="220"/> είναι ως το σιρόπιον εύνοστα. Όλα τα άνωθεν είναι
          ψυχρά, υγρά, κινητικά και ωφελούσιν, όσους έχουν χολήν και αίμα πολύ
          και δυνατόν στόμαχον, αμή, διατί φθείρουνται εις τον στόμαχον, όταν τα
          φάγης, τρώγε ύστερα τίποτας πράγμα, <milestone ed="1643" n="Η8ν"
          unit="fol"/>οπού να έχη άλας ή σπετσερικά ή κομμάτι τυρί παλαιόν,
          έπειτα πίε μίαν γεμάτην καλόν κρασί άδολον. Το λάδι, οπού γίνεται από
          τον καρπόν του βερύκοκκου, ωφελά να αλείφουν τες ζοχάδες θαυμασιότατα
          και εις πόνον των ωτίων και εις γλώσσης εμπόδιον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΔΑΜΑΣΚΗΝΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΚΛΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΚΘ'. (ΡΛΑ')</head>
        <p>Είναι διάφορα είδη· κόκκινα, άσπρα, πράσινα βερντάτζες, άλλα μικρά
          και άλλα τρανύτερα και μέρος μεν εξ αυτών είναι στυπτικά, ήγουν όσα
          είναι ξυνά και ακάμωτα, τα δε γλυκά και ώριμα κινητικά. Πλην όλα είναι
          σχεδόν μίας φύσεως ψυχρά και υγρά. Καθαρίζουσι την χολήν, παύουσι την
          δίψαν του ασθενούς τα ξηρά και κινούσι την κοιλίαν δι’ αυτό τα
          κατασκευάζουν ελεττουάριον, ήγουν ρίπτουσι τα κόκκαλα και το ψαχνόν
          κοπανίζουν με πολυποδίου και σένας νερόν και καμπόσην άνεζην και
          ενώνουσιν όλα ταύτα και γίνεται ωσάν κυδωνάτο και το τρώγουν μετά το
          γεύμα και δείπνον απόσπαστον, διατί είναι και κινητικόν και εις την
          γεύσιν περισσά νόστιμον, αλλά και χλωρά να τρώγη τινάς τα μούσκλα από
          τα άλλα φαγία πρωτύτερα, τον κινούσιν, αμή ας διαλέγη πας ένας τα
          τρανύτερα και ωριμότερα να μην έχουσι σκώληκα. Ωφελούσι εκείνους οπού
          έχουσιν αίμα</p>
        <milestone ed="1643" n="Ir" unit="fol"/>
        <p>πολύ και χολήν, τους δε ψυχρούς και γέροντας και φλεγματώδεις
          βλάπτουσι και, όστις τα φάγη, ας τρώγη ύστερα τίποτας αλατισμένον και
          ας πίνη κρασί εύμορφον. Τα δαμάσκηνα από τα άλλα όλα είναι καλύτερα
          και άβλαβα. Το κομμίδι, ήγουν η κολητσάνα του μούσκλου και δαμασκήνου,
          να πίνη τινάς με κρασί σκορπίζει την πέτραν της δυσουρίας.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΖΙΝΖΥΦΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΛ'. (ΡΛΒ')</head>
        <p>Είναι ωσάν τες ελαίες πράσινα και άσπρα πριν να <pb n="221"/> φθάσουν
          και έχουν ομοίως το κόκκαλον έσωθεν και, αφού ωριμάσουν γίνουνται
          κόκκινα, και τα αγαπούν να τα τρώγουν ως εύνοστα oι άγνωστοι, αμή oι
          φρόνιμοι ας τα φεύγουσιν, ότι καμίαν καλοσύνην δεν έχουσιν ούτε τροφήν
          τινά δίδουσιν, αλλά μάλλον και τον στόμαχον ως κακοχώνευτα βλάπτουσι
          και το αίμα χοντραίνουσιν, όταν δε φθάσουν να γένουν σταφίδες δεν πολύ βλάπτουσι.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΜΟΥΡΑ, ΗΓΟΥΝ ΣΥΚΑΜΙΝΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΛΑ'. (ΡΛΓ')</head>
        <p>Είναι άσπρα και μαύρα· τα άσπρα γίνουνται γλυκύτερα και τα μαύρα
          νοστιμότερα. Όταν είναι ώριμα και τα δύο είναι κινητικά, τα δε άγγουρα
          και ακάμωτα στύπτουσι δι’ αυτό οι <milestone ed="1643" n="Ιν"
          unit="fol"/> ιατροί τα χρειάζουνται εις το φλούσσο και πάσαν
          δυσεντερίαν του σώματος. Όταν φάγης μούρα νηστικός, σου δίδουσιν
          ωφέλειαν, ότι κατεβαίνουν ανεμπόδιστα εις το κάτω μέρος του στομάχου
          και κάμνουν τα επίλοιπα φαγητά, οπού φάγης ύστερα, και χωνεύουσιν
          ευκολώτερα. Ει δε και φάγης τα μούρα ύστερα φθείρουνται με τα λοιπά
          βρώματα και βλάπτουν τον στόμαχον. Το ζουμί τους ωφελά εις τον πόνον
          και πρήσμα του λαιμού δι’ αυτό τα μαζώνουν ώριμα και τα σφίγγουσι και
          το φυλάγουν εις αγγείον υάλινον, τα δε φύλλα του δένδρου κοπανισμένα
          ιατρεύουσι την καϊμάδα, να τα βάνης με λάδι εις την πληγήν και να τα
          βράζης με κληματόφυλλα και συκόφυλλα, οπού να κάμνη μαύρα σύκα, με
          βρόχινον νερόν και λούης την κεφαλήν κάμνεις μαύρας τρίχας. Ο ζωμός
          της φλούδας και των φύλλων καταπραύνει τον πόνο των οδόντων να πλύνης
          μετ' εκείνον το στόμα σου.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΑ ΚΟΥΜΑΡΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΛΒ'. (ΡΛΔ')</head>
        <p>Είναι και εις την γεύσιν περισσά άνοστα και εις την δύναμιν άχρηστα,
          ότι καμίαν ωφέλειαν δεν δίδουσιν, αλλά μάλιστα αιτιούσι πόνον εις την
          κεφαλήν και τον στόμαχον βλάπτουσι καθώς ο Διοσκουρίδης, ο Γαληνός και
          άλλοι ιατροί πρακτικοί και έμπειροι έγραψαν. <milestone ed="1643"
            n="Ι2r" unit="fol"/> Αυτά είναι τα πλέον εν χρήσει πωρικά, ω
          ακροατά, οπού <pb n="222"/> εις κάθα τόπον ευρίσκουνται, τα δε
          επίλοιπα ημπορεί πας ένας να καταλάβη από όσα εγράψαμεν ποία ωφελούσι
          και ποία βλάπτουσιν, επειδή τα λεπτοκάρεα είναι με τα καρύδια όμοια,
          αμή νοστιμότερα και αβλαβέστερα, καθώς και τα μούσκλα με τα δαμάσκηνα,
          τα βέλανα με τα κάστανα και έτερα όμοια. Και αρκούσιν όσα έως εδώ
          ιστορίσαμεν και ας γράψωμεν ολίγον τίποτας δια τα οψάρια και μερικός
          ερμηνείας από το <quote>Ιατροσοφείον</quote> αναγκαίας πολλά δια την
          υγείαν του σώματος και δια τινάς αρρώστιας ιατρικά περισσά ωφέλιμα δια
          να ευρίσκη πας άρρωστος την θεραπείαν του εύκολα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΙΧΘΥΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΛΓ'. (ΡΛΕ')</head>
        <p>Τα οψάρια δίδουσιν ολίγην τροφήν και αυτήν ψυχράν και φλεγματώδην,
          πλην τα θαλάσσια είναι καμπόσον καλύτερα και μάλιστα τα πετρόψαρα,
          όμως και τα πρώτα και τα ύστερα όλα είναι κακοχώνευτα, όθεν μένοντας
          ώραν πολλήν εις τον στόμαχον γεννούσι δίψαν. Λοιπόν δια να μη σας
          βλάπτουν πολλά μη χορταίνετε από ταύτα, αλλά ας τρώγη πας ένας όσον
          ημπορεί ολιγότερον παρά το κρέας. Και αυτά τα ολίγα ας τα τρώγη ζεστά
          πάντοτε και αρτυμένα με γλυκάνισον, σπλέτζες και μάραθον δια να
          στιγνώνη με ταύτα η πολλή <milestone ed="1643" n="I2v" unit="fol"/>
          τους υγρότητα. Μη τα τρώγη τινάς όταν είναι κοπιασμένος, ούτε όποιος
          έχει αχαμνόν στόμαχον, ούτε αντάμα με το κρέας εις ένα φίλευμα, ούτε
          με αβγά ή με γαλατερά, διατί φέρνουσι πολλάς ασθενείας. Τα χοντρά
          οψάρια, όταν είναι καμπόσον αλατισμένα, είναι καλύτερα, αμή όχι πολλά
          αλμυρά, διατί το άλας βλάβει τον ομυαλόν και τα ομμάτια. Από τα νωπά
          πάλιν είναι τα μεγάλα χειρότερα, τα δε μικρότερα, οπού δεν είναι τόσον
          δυνατόν το κρέας τους, είναι καλύτερα, αμή να έχουσι πολλά λέπια και
          κόκκαλα και να μην είναι από λίμνην ή ποταμόν, αλλά από την αλμυράν
          θάλασσαν, ότι τα θαλάσσια είναι θερμότερα και στιγνότερα και θρέφουσι
          και καλύτερα. Από τα ποταμήσια πάλιν είναι καλύτερα όσα κατοικούσιν
          εισέ τόπους πετρώδεις και άμμουδα να είναι νερά καθάρια χωρίς λάσπες
          και ακαθαρσίες, αμή όσα είναι εισέ λάσπες και λίμνες φεύγε τα. Πλην
          όλα τα οψάρια είναι <pb n="223"/> ψυχρά και υγρά, όθεν βλάπτουσιν
          όλους της ψύχρας κράσεως και εις τα νεύρα, πλην το γάλα πληθαίνουσι
          και το σπέρμα και ωφελούσι τους χολερικούς. Τα οπτά οψάρια είναι
          αβλαβέστερα, έπειτα τα μαγερευτά, αμή τα τηγανιστά είναι από όλα
          χειρότερα και μάλιστα εις όσους έχουν αχαμνόν στόμαχον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>Ο ΚΕΦΑΛΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΛΔ'. (ΡΛΣΤ')</head>
        <p>Είναι καλόν οψάριον, δίδει τροφήν, το ζουμί του κινά την <milestone
            ed="1643" n="Ι3r" unit="fol"/> κοιλίαν. Είναι και εις την γεύσιν
          νόστιμος, αμή ας είναι θαλάσσιος από τόπον πετρώδην ή από άμμουδα, ότι
          όταν είναι εισέ ρύπον και λάσπην βλάπτει τον στόμαχον ως κακοχώνευτος.
          Γεννά κακούς χυμούς και πολλά περισσεύματα. Τους χοντρούς κεφάλους
          μαγέρευε, τους μικρότερους κάμνε οπτούς εις την σχάραν με αρίγανην και
          τα μικρά τηγάνιζε και τρώγε τους με ζωμί του νεραντζού τον χειμώνα και
          το φθινόπωρον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΤΟ ΑΧΕΛΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΛΕ'. (ΡΛΖ')</head>
        <p>Είναι ψυχρόν και υγρόν, κακοστόμαχον. Γεννά την πέτραν, όταν το
          πολυτρώγης, και την ποδαλγίαν. Βλάπτει την κεφαλήν και όλα τα εντόσθια
          και μάλιστα όσα εις τα θολά νερά θρέφουνται. Τα αλατισμένα βλάπτουσι
          τους μελαγχολικούς χειρότερα και, απλώς ειπείν, όλα τα χέλια δίδουσι
          πολλήν ασθένειαν και όποιος τα πολυτρώγει κινδυνεύει εις θάνατον. Όταν
          είναι άνοιξις, ήγουν την Λαμπράν και έμπροσθεν άλλους δύο μήνας, να
          εύρης αχέλι από καθαράν και απαστρικήν θάλασσαν, να κόψης πάραυτα την
          κεφαλήν αυτού και ουράν, να το κάμης οπτόν εις την εσχάραν αφού το
          γδάρης, να του βάνης δάφνην, σκόνην της ζάχαρης και ψιλόν αλεύρι και
          κανέλλαν, δεν σε βλάπτει περισσά. Τα <milestone ed="1643" n="13ν"
          unit="fol"/> μικρά αχελόπουλα ας τρώγωνται τηγανιστά με πιπέρι και           νεράντζι και ας είναι όλα καλά ψημένα όσον είναι βολετόν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>
          <pb n="224"/> ΤΟ ΦΑΓΚΡΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΛΣΤ'. (ΡΛΗ')</head>
        <p>Είναι θερμόν, κακοχώνευτον και βαραίνει τον αχαμνόν στόμαχον και μη
          το τρώγουν οι φλεγματώδεις και γέροντες. Τους νέους και, όσους έχουν
          χολήν πολλήν, ωφελά τον χειμώνα να το τρώγουν βραστόν με πολύ λάδι ή
          οπτόν με λάδι αλειμμένον και αγγουρίδα. Όσα είπομεν έως εδώ, ας
          γρικούνται και δια τ' άλλα οψάρια.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΚΤΑΠΟΔΙΑ ΚΑΙ ΕΤΕΡΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΛΖ'. (ΡΛΘ')</head>
        <p>Όλα τα αγνά και οστρακοδέρματα είναι πολλά κακοχώνευτα, ήγουν
          σουπιές, καλαμάρια, όστριες, αχιβάδες, ατζομπάτοι και τα επίλοιπα, αμή
          χειρότερον από όλα είναι το οκταπόδιον και έπρεπε να μη το τρώγη τινάς
          και μάλιστα όσοι έχουν αχαμνόν στόμαχον, διατί αργεί να χωνεύση και
          δίδει ασθένειαν. Λοιπόν όποιος θέλει να το φάγη, πρώτον μεν ας το
          τρίψη εις την πέτραν και να το κοπανίση καλά, όσον δύνεται, και τότε
          ας το βράση με μάραθα και ούτω γίνεται αβλαβέστερον και είναι και
          νοστιμότερον, διατί παίρνει την ουσίαν ένα από το άλλο και γίνονται
          και τα δύο εύχρηστα. Όμοια γίνουνται και οι σουπιές, καθώς πολλάκις
          τες <milestone ed="1643" n="14r" unit="fol"/> εμαγέρευσα και περίσ σα
          μου άρεσαν, αμή πρόσεχε να μην εβγάλης το μελάνι, ωσάν το κάμνουν
          τινές άγνωστοι δια να μη μαυρίζουν τα αγγεία και οι οδόντες τους, αλλά
          άφηνέ το μέσα εις το τσουκάλι καν σηπίαν μαγερεύεις, καν οκταπόδιον,
          ότι αυτό κάμνει το φαγί ευνοστότερον. Και βάνε και κρομμύδια με πολύν
          λάδι να γίνεται καλύτερον, τα οποία βάνεις αντάμα με το οκταπόδιον και
          όσον νερόν εγνωρίζεις και φθάνει και, ας είναι περισσόν, δια να
          φθυράση να έλθη ύστερα εις το δίκαιόν του και, όταν είναι σιμά να
          μαγερευθή το οκταπόδι, τότε βάνεις τα μάραθα. Ει δε και είναι σηπίες,
          οπού θέλουν ολιγότερον βράσιμον, βάλε τα όλα αντάμα. Ομοίως γίνεται
          και ο θράψαλος, τουτέστι το καλαμάριν όταν είναι καμπόσον μεγάλα, ει
          δε και είναι μικρά, τρυφερά σηπίες και καλαμάρια, κάμνε τα τηγανιστά
          οπού δίδουν τροφήν περισσότερον. Προπάντων δε όταν φάγης αγνά μη πίνης
            <pb n="225"/> νερόν, αλλά κρασί καλόν να χωνεύουσι και όσοι δεν
          πίνουν κρασί μη τα τρώγουσι.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΙΑ ΚΙΝΗΣΙΝ ΚΟΙΛΙΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΛΗ' (ΡΜ')</head>
        <p>Από το φαγί συνάγουνται εις το κορμί πολλά περισσεύματα, ήγουν
          φλέγματα, ούρος και άλλες ακαθαρσίες της <milestone ed="1643" n="Ι5ν"
          unit="fol"/> κοιλίας τα οποία, εάν δεν έβγουν έξω, γεννούσι πολλήν
          βλάβην, πόνους και αποστέματα, όθεν κάμνει χρεία να τα εβγάλης ή με
          κινητικά βρώματα ή με γλυστήρι το καλοκαίρι, με ροδολάδι ή βιολάδο και
          τον χειμώνα με ελαιόλαδον ή με γλυκόν αμυγδαλόλαδον. Με τους δύο
          τρόπους αυτούς λαμβάνεις πολλήν ωφέλειαν. Λοιπόν γράφομεν εδώ
          διαφόρους ερμηνείας δια να κάμης οποίαν έχεις την δύναμιν. Και πρώτον·
          μισήν ώραν πριν του γεύματος τρώγε μισήν ουγγίαν ανθός της κασσίας ή
          ανάμισην ουγγίαν ροδομέλι σολουτίβον, ήγουν κινητικόν, ή σιρόπιο
          ροζάδο σολουτίβο τρεις ουγγίας να το λαμβάνης μίαν ή δύο φορές την
          εβδομάδα ή βάνε εις το ζουμί (είτι και αν είναι) δεκαπέντε μούσκλα
          sebestini και βάνε τους ζάχαρη. Τρώγε τα εις την αρχήν του γεύματος
          αντίς δαμάσκηνα. Ή τρώγε μισήν ουγγίαν ροδομάννα καμωμένην από
          ζάχαρην, από δρόσον της κράμβης και σκαρολάχανου, οπού λέγουν οι
          ιταλοί μερκορέλλα. Ή τρώγε από μαντζούνι, οπού ερμήνευσεν ο Κάστωρ
          Ντουράντες, ο έμπειρος ιατρός και θαυμάσιος, το οποίον εις την
          ιταλικήν φράσιν ονομάζουν ελεττουάριον και είναι όμοιον του κυδωνάτου,
          συνθεμένον από δαμάσκηνα καλά ψημένα με νερόν σένας και πολυποδίου, με
          γλυκάνισον και κανέλλαν από το οποίον τρώγε μισήν ουγγίαν εις την
          αρχήν του γεύματος, το οποίον είναι και εις το στόμα γλυκόν και
            <milestone ed="1643" n="Ι5r" unit="fol"/> νόστιμον και κινά την,
          κοιλίαν χωρίς πείραξιν. Άλλοι λαμβάνουν από τον δρυν πολυπόδιον
          καθαρισμένον καλά από κάθα ρύπον ουγγίας τέσσερις, ζινζίβερον μισήν
          ουγγίαν, μαραθόσπορον γλυκύ μίαν δράγμα και δύο γλυκάνισον και μίαν
          ουγγίαν σταφίδα γλυκέαν, τα οποία όλα βράσε αντάμα με ολίγην φωτίαν
          κατά την τέχνην. Έπειτα τα αποσφώνιαξε δυνατά ή μαγκάνισέ τα να έβγη
          όλη η ουσία τους, εις την οποίαν βάλε μίαν λίτραν ζάχαρην, οκτώ
          ουγγίες κοράλια <pb n="226"/> κόκκινα ζαχαρωμένα και ανάμιση δράγμα
          μαργαριτάρι ομοίως ζαχαρωτόν και κάμε μαντζούνι, ήγουν κονφέτο, και
          τρώγε ως άνωθεν. Ομοίως σε ωφελά να τρώγης πριν του γεύματος μισήν
          ουγγίαν από το μάννα της Καλαβρίας ή να το πίνης με καμπόσον ζουμί. Ή
          πάλιν κάμε ετούτο το ελεττουάριον· ήγουν έπαρε μίαν λίτραν από το
          ζουμί των τριαντάφυλλων, από σκαρολάχανον, αμολόχαν, κραμβία, σεύκλον,
          από κάθα ένα οκτώ ουγγίας, και βάλε όλον αυτόν τον ζωμόν, βράσε τον
          και έχε εις την μέσην τους ένα κομμάτι μαστίχιν νωπόν δράμια δέκα και
          βράζε τα έως να γένη ωσάν μέλι πηκτόν το ζουμί και τότε έβγαλε την
          μαστίχην και τρώγε το ελεττουάριον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΠΟΝΟΝ ΛΑΙΜΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΛΘ'. (ΡΜΑ')</head>
        <p>Έπαρε γλυκόρριζα, πλύνε την καλά να μην έχη ρύπον <milestone
            ed="1643" n="I5v" unit="fol"/> ολότελα, κοπάνισέ την. Έπειτα την
          κόψε μικρά κομμάτια και βάλε την εις νερόν γλυκόν, ζεστόν, όσον να
          την σκεπάζη, να κάμη ένα μερόνυκτον και τότε βάλε την εις ένα σακκούλι
          από λινόν να μην είναι πυκνόν, μαγκάνισέ την δυνατά εις την γαλιάγραν
          και σφίγξε την όσον είναι βολετόν, έως να έβγη όλον το υγρόν της
          ουσίας της, το οποίον αντάμα με το άνωθεν νερόν βράσε ώραν πολλήν με
          ολίγην στίαν να μη το τσουκνώσης και ανακάτωνέ το με ένα ξύλον όσην
          ώραν το βράζεις έως να φυράση να γένη πηκτόν ωσάν το μέλι. Και τότε
          βάλε το εισέ λεκάνες απλωτές ή άλλα αγγεία εισέ καθένα ολίγον, όσον να
          γένη το χόντρος του μόνον ένα δάκτυλον, δια να ημπορής ύστερα να το
          κόπτης, διατί ξηραίνεται ωσάν την πετσόκολλα. Και δια να μη κολλήση
          εις τα αγγεία βάνε ολίγον αλεύρι ψιλόν εις τον πάτον τους, όταν θέλης
          να το χύσης, και αφού πήξη το φύλαξε και, όταν πονέση ο λαιμός σου,
          βάνε από τούτο εις το στόμα σου ολίγον ωσάν ένα κουκκί και μάλιστα
          κάθε βράδυ, όταν πέσης εις το στρώμα, και μη το καταπίης, αλλά κράτει
          το έως να λύση όλον ωσάν το κάντιον. Και κατάπινε το υγρόν του δύο
          τρεις νύκτες και υγιαίνεις. Τούτο το λέγουσι φράγκικα
          sugodiliquiritia, ήγουν ζουμί της γλυκόρριζας και, επ' αληθείας, δεν
          ηύρα άλλην ιατρείαν εις τον πόνον του λαιμού μου (οπού <pb n="227"/>
          πρήσκεται εις τα πλάγια και ο σταφυλίτης συχνάκις) ωσάν ετούτην, αμή
          αλήθεια μη φάγης αλμυρόν ούτε κρασίν ή νε ρόν <milestone ed="1643"
            n="I6r" unit="fol"/> ψυχρόν να πίης αυτάς τας τρεις ημέρας ούτε άλλο
          πράγμα οπού βλάπτουσι τον λαιμόν, ήχουν χόρτα άψητα, καρύδια, σκόρδα,
          μόνον τρώγε απαλαιτικά και γλυκά πράγματα, ήγουν βούτυρον, σταφίδας
          και άλλα παρόμοια και, όταν διψήσης, πίνε νερόν χλιαρόν ή ζεστόν, ότι
          το ψυχρόν τον πρήσκει χειρότερα. Αλλά βράζε σύκα και πίνε ζεστόν το
          νερόν τους και κράτει το ώραν πολλήν εις το στόμα. Ομοίως και η
          ροδομέλη ωφελά. Ή βράσε πίτερα με νερόν και με τον χυλόν εκείνον
          γαργάριζε τον λαιμόν συχνάκις. Ή ένωσον αλεύρι, μέλι και βούτυρον,
          βάνε τα απ' έξω με κομμάτι πανί και δένε. Το ζουμί του ορίγανου, του
          μαρουλίου ή ρογδίων ή από βατσινόμουρα ή συκάμινα ολονών αυτών ο ζωμός
          καθένας ξέχωρα ωφελά, όποιον έχης, να γαργαριτζάρης τον λαιμόν και
          ιάται. Και απ’ έξω να βάνης περδικούλι ψημένον εις μίαν κεραμίδα χωρίς
          νερόν με τον βούτυρον. Ή ρυπόμαλλον, ήγουν από τα σκέλη του προβάτου
          να κόψης μαλλιά με τον ρύπον τους, να τα ζεστάνης, να τα δέσης με το
          άνωθεν χόρτον και βούτυρον απ’ έξω του λαιμού και ξεπρήσκεται. Τα αυτό
          κάμνουν οι βαθράκοι να τους βράσης με λάδι, να τους βάλης.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΠΟΝΟΝ ΟΔΟΝΤΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜ'. (ΡΜΒ')</head>
        <p>Βράσε καλακάνθι (vedriolo) με ξύδι και μετ' αυτό πλύνε τα οδόντια,
          οπού πονούσι, και κράτει το ώραν πολλήν εις το στόμα σου. Ή μέλι και
          ξύδι με άλας βράσε και κράτει το ζουμί ζεστόν όσον ημπορείς εις το
          στόμα σου και, όταν κουνούσιν, ήγουν σαλεύουσι, τα οδόντια, στούπισον
          λιβάνι, μαστίχι και ροϊδόφυλλα όλα αντάμα, κάμε τα σκόνην και την
          νύκτα, όταν υπάγης να κοιμηθής, πλύνε πρώτον το στόμα σου με καλόν
          κρασί, έπειτα βάνε εις τους οδόντας από ταύτην την σκόνην και καμίαν
          φοράν πάλιν τα τρίβε με ψύχαν ψωμίου. Ει δε έχουσι σκώληκας, κοπάνισε
          πρασόσπορον και δισκύαμον, βάλε τα εις το στόμα σου απέξω ζεστά να
          υπάγη η άχνα εις τους οδόντας και ψοφούσιν οι σκώληκες.</p>
        <p>Έτερον θαυμάσιον. Όταν είναι χαλασμένα πολλά τα <pb n="228"/> οδόντια
          και δίδουσι πόνον πολύν, βάλε εισέ μίαν κόλλαν χαρτί σπόρον από τον
          δισκύαμον, άπλωσέ τον και τότε άψε μίαν λαμπάδα από άσπρον κερί και
          γέρνε την απάνω εις το χαρτί να στάσση το κερίν εις τον σπόρον και
          τότε έπαιρνε απ’ εκείνες τες σταλαματίες, οπού είναι κολλημένος ο
          σπόρος απάνω τους, βάνε τες εις ένα κεραμίδι ή άλλο αγγείον να έχη
          απτούμενα κάρβουνα απάνω εις τα οποία βάνε το στόμα σου και χάσκε καλά
          να παγαίνη ο καπνός μέσα εις τα οδόντια και ούτω στέκε ένα τρίτον της
          ώρας. Και βάνε συχνά απ’ αυτόν τον σπόρον, οπού είναι κολλημένος με το
          κερίν εις τα κάρβουνα, να καπνίζεσαι έχοντας με ένα πανί σκεπασμένην
          την κεφαλήν σου δια να μη σκορπά ο <milestone ed="1643" n="I7r"
          unit="fol"/> καπνός. Ούτω κάμοντας εις σε τρεις ώρες οι πόνοι σου
          αφανίζονται. Με τον τρόπον ετούτον πολλοί ιατρεύθησαν.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε από τα εργαστήρια νερόν, οπού λέγουσιν acquaforte, άκβα
          φόρτε, και με κομμάτι ξύλον σουβλωτόν βάνε μίαν στάξιν απ’ αυτό το
          νερόν εις την τρύπαν του πονεμένου οδοντίου να υπάγη έως την ρίζαν.
          Έπειτα έχε νερόν από τον βάλσαμον, cioè balsamoartificiato, και βάνε
          καμπόσον εις το στόμα σου, κράτει το πολλήν ώραν εις τον τόπον, οπού
          πονείς, και με τον τρόπον ετούτον πολλούς χωρικούς ιάτρευσα, οίτινες
          πολλάκις στέκουσιν ιδρωμένοι εις την βροχήν και άνεμον, όθεν απ’ αυτό
          χαλούσι τα δόντια τους. Και όστις θέλει να μη πονέσουν οι οδόντες του,
          ας βρέχη την κεφαλήν συχνάκις με ρακί δυνατό, ότι αυτό διαλύει όλους
          τους κακούς χυμούς, οπού είναι εις την κεφαλήν, και ούτως οι οδόντες
          φυλάγουνται άβλαβοι.</p>
        <p>Έτερον δια τους οδόντας. Ξήρανε εις τον φούρνον δενδρολίβανον και
          ρίζαν της ατσικνίδας, κάμε τα σκόνην και μετ' εκείνην τρίβε τα γούλη
          σου να παύση ο πόνος. Κοπάνισον ολίγον, ήγουν ζούλισε, μίαν σκελίδα
          σκόρδον, βάλε το εις τον σφυγμόν της χέρας εκείνου του μέρους, οπού
          πονούν οι οδόντες, και εκεί εις τον σφυγμόν, οπού βάλης το σκόρδον,
          θέλει γεννηθή μία φουσκαλίδα και ούτω περνά ο πόνος σου.<pb n="229"/>
          <milestone ed="1643" n="Ι7ν" unit="fol"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΠΟΝΟΜΑΤΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΑ'. (ΡΜΓ')</head>
        <p>Όταν είναι τα ομμάτια κόκκινα και πρησμένα ή πονούσιν, έπαρε νερόν
          από περιστερών, τούτο το χόρτον, οπού το λέγουν φράγκικα μπέρμπενα,
          από πήγανον, από χελιδόνιον, τριαντάφυλλα και από αλόην και τούτζια
          πρεπαράτα από πάσα ένα μισήν δράγμα, κοπάνισε και πέρασέ τα από ψιλόν
          μανδήλιον και φύλαξέ τα εις μίαν αγαστέρα υαλίνην και, όταν έχης
          χρείαν, ζέσταινέ το και βάνε το εις το πονεμένον ομμάτι μίαν προς μίαν
          ρανίδα. Και τότε έχε κάντιον στουπισμένον ψιλόν ως αλεύρι και από την
          σκόνην αυτήν (...).</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε την χολήν ενός οψαρίου, οπού λέγουσι λούτσο, και είναι
          ωσάν την ζαργάναν, ήγουν βελονίδα μακρύς, αμή χοντρός ως τον κέφαλον,
          και βάλε αυτήν την χολήν εις τα όμματα να κάμη ώρας κδ' και ιάται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΠΟΝΟΝ ΩΤΙΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΒ'. (ΡΜΔ')</head>
        <p>Όταν πονή το αφτί σου, έπαρε ένα πιάσμα αψίνθιον, στούπισε και βράσε
          το με άσπρο κρασί και, αφού κρυγιάνη, αποσφώνιασέ το δυνατά, βάνε τον
          ζωμόν εις το αφτί σου.</p>
        <p>Έτερον. Βάλε εις ένα κομμάτι κρομμύδι ολίγον λάδι <milestone
            ed="1643" n="Ι8r" unit="fol"/> μεστελ λίνον, οπού είναι εις τα
          εργαστήρια, να βράση εις τα ανθράκια έως να ψηθή καλά και βάνε με ένα
          πτερόν απ’ αυτό το κρομμυδόλαδον ζεστόν εις το πονεμένον αφτί. Έπειτα
          στούπισε απήγανον με άσπρον άβγου, βάνε τα τριγύρου εις το αφτί σου
          και ιάται.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε πινόμαλλον και ζέστανε γλυκό αμυγδαλόλαδον και βάνε τα
          αντάμα εις το αφτί σου να παύση ο πόνος σου πάραυτα. Ει δε και έχει
          μέσα σκώληκας, έπαρε ένα χόρτον, οπού το λέγουσιν οι ιταλοί περσικάρια
          και ημείς υδροπίπερον, γεννάται εις το νερόν, ομοιάζουν τα φύλλα του
          του ηδυόσμου, αμή δεν μυρίζει, μόνον καίγει ως το πιπέρι, τούτο
          κοπάνισε, έβγαλε το ζουμί του και ανακάτωσέ το με λινόλαδο, βάνε το
          εις τα ώτα σου να ψοφήσουν οι σκώληκες πάραυτα. Ή στούπισε κάππαρη και
          καλαμίνθα, ένωσον τον <pb n="230"/> ζωμόν αυτών με λάδι και βάνε το.
          Ει δε και είναι σκώληκες εις άλλο μέλος του σώματος, έπαρε ρίζαν της
          σκάρφης, ήγουν ελλέβορον μαύρον, στούπισον και ένωσον αυτόν με οίνον,
          βάλε τον εις τον τόπον και φθείρουνται. Ει δε και είναι τινάς κωφός
          και δεν ακούει, βράσε με λάδι το δερμάτι του όφεως έως να φυράση το
          μισόν λάδι και απ' αυτό του βάνε ει το αφτί ταχύ και βράδυ.</p>
        <p>Έτερον. Βράσε αντάμα εις ένα τσουκαλάκι χαμομηλόλαδον, <milestone
            ed="1643" n="Ι8ν" unit="fol"/> αμυγδαλόλαδο και κρινόλαδον, ήγουν
          του ντζίλιου μίαν ουγγίαν από καθένα με ολίγον ραπανόσπορον και
          κομμάτι κυκλάμινον έως μισήν ουγγίαν και, όταν φυράση το γ', τα
          κατέβασε και βρέχε κομμάτι μπαμπάκι, βάνε το εις την τρύπαν του αφτίου
          καμπόσας ημέρας.</p>
        <p>Άλλον. Έπαρε ένα αχέλι του ποταμού, σούβλισε, ψήσε το εις την φωτίαν
          και μάζωνε εις ένα σκουτέλι το παχύ οπού στάσσει από το αχέλι. Έπειτα
          ψήσε και σκόρδον εις την στάκτην και βρέχε μίαν σκελίδα σκόρδον εις
          αυτό το παχύ, βάνε το εις το αυτί σου και ξεκουφαίνεσαι. Και κάμνε το
          κάθα όταν υπάγης να κοιμηθής και πλάκωνε το καλόν αυτί να είναι το
          κουφόν από πάνω να ημπορή το παχύ να εισεβαίνη παραμέσα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΠΟΝΟΝ ΚΕΦΑΛΗΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΓ'. (ΡΜΕ')</head>
        <p>Έπαρε δύο δράμια τζίντζεβρον, βάνε το να μοσκεύη εις άσπρον κρασί και
          πίνε τον οίνον.</p>
        <p>Έτερον. Όταν είναι πόνος παλαιός της κεφαλής, στούπισε φύλλα κισσού
          και ροδακινοκκούκουδα τον καρπόν και βάνε τα αντάμα εις τους μηλίγγους
          και εις το μέτωπον έμπροσθεν. Ει δε και είναι από αιτίαν θερμότητος
          (cioè calidacausa), βάνε ξηρά ρόδα εις το κρασί πρωτύτερα να
          μοσκεύουσι και, όταν σου έλθη ο πόνος, τα αποσφώνιαζε καλά να έβγη όλη
          τους η ουσία και βρέχε πανί εις αυτό, βάνε το εις το μέτωπον. Ή
          αλείφου εκεί οπού πονείς με ουγκβέντο ροζάδον. Ή κοπάνισον αντράκλαν,
          βάνε εις το μέτωπον. Ή αμάραντον από τον μεγάλον στούπισον και αλείφου
          με ροδολάδι ή με αγριόλαδον. Ει δε και είναι από ψύχραν ο πόνος, βάνε
          σπόρον του άγνου, ήγουν λυγαρέας, ή <pb n="231"/> πικραμύγδαλα
          στούπισε με ξύδι και ροδολάδι, βάνε εις το μέτωπον ή πήγανον και φύλλα
          κισσού στούπισον και τον ζωμόν ένωσον με ξύδι και ροδολάδι, αλείφε το μέτωπον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΠΟΝΟΝ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΔ'. (ΡΜΣΤ')</head>
        <p>Όταν πονής εις ένα μέρος ή δύο του σώματος, κόψε πρασόφυλλα εισέ
          μικρά κομμάτια και κομμάτι λαρδί αρσενικού χοίρου, βάλε τον εις ένα
          πετροτήγανον, δος του φωτίαν έως να λύση και τότε βάλε τα φύλλα να
          βράσουν αντάμα. Έπειτα τα κάμε ωσάν μπλάστρι, βάλε τα εις τον πόνον. Ή
          πάλιν έπαρε τον σπόρον του χόρτου κίκι, cioè mirafole, κάμε τον σκόνην
          και πότισε τον ασθενή με κρασίν. Ή ας τον φάγη και έτσι τον σπόρον
          αυτόν, ήγουν εννέα απειρία, και ιατρεύεται.</p>
        <p>Έτερον εις πόνον νεφρών. Πίνε κάρδαμον με το κρασί και τρώγε σταφίδες
          άσπρες. Ή πίνε τον ζωμόν του πευκεδάνου ή τον ζωμόν της γλυκόρριζας με
          κρασί, cioè vinopasso, ή τον ζωμόν της ρίζας της πιγονίας και αλείφου
            <milestone ed="1643" n="Κν" unit="fol"/> δαφνόλαδον και πίνε
          αμυγδαλόλαδον πικρόν και γλυκόν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣΕ ΒΗΧΑΝ ΠΟΛΥΗΜΕΡΕΙΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΕ'. (ΡΜΖ')</head>
        <p>Έπαρε κομμίδι κερασίας, λύσε το εις το νερόν, και πίνε το κάθα ταχύ
          και τούτο ου μόνον παύει τον βήχαν, αλλά και το συκώτι και το φώς
          ωφελά και σου κάμνει και την όψιν του προσώπου λαμπράν. Ει δε και
          πίνεις το με κρασί, σου κάμνει εις την πέτραν ωφέλειαν.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε τον σπόρον της τήλης (cioè fiengreco), ήγουν βουκίρου,
          αντάμα με λινόσπορον, στούπισε και βράσε τα με νερόν και ύστερα τα
          σφίγξε καλά να εβγάλης όλην την ουσίαν τους, την οποίαν πάλι ζέστανε
          με βούτυρον, κάμε την ως αλοιφήν και άλειφε το στήθος να παύση ο
          βήχας. Ή βράσε φασκομηλέαν με νερόν και πίνε το κάθε ταχύ ζεστό
          νηστικός και τρώγε κάστανα ψημένα εις τα κάρβουνα. Ή βράσε με νερόν
          τον χόρτον, οπού λέγουν οι ιταλοί μαρόμπιο, και πίνε τον νερόν του
          καθ' εκάστην. <pb n="232"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΑΝΟΙΞΗΣ ΑΠΟΣΤΕΜΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΣΤ'. (ΡΜΗ')</head>
        <p>Όταν έχης πρήσμα και δεν ανοίγη, βράσε λινόσπορον με <milestone
            ed="1643" n="K2r" unit="fol"/> γάλα της αγελάδας και βάλε το ζεστόν
          εις τον τόπον. Ή βάλε κόπρον της χήνας ζεστόν και ανοίγει πάραυτα. Ή
          ένωσον μέλι ζεστόν με λινόλαδον, βάλε το.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΚΙΝΗΣΙΝ ΚΟΙΛΙΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΖ'. (ΡΜΘ')</head>
        <p>Εάν δεν ημπορή να κινήση η κοιλία σου, έπαρε φασκομηλίαν, βράσε την
          καλά εις ένα χάλκωμα, έπειτα την έβγαλε, στούπισέ την αντάμα με
          χοιρινήν γλίναν και πάλιν βάλε την εις το χάλκωμα, άφες την να βράση,
          έως να γένη ωσάν αλοιφή, και με ταύτην άλειψε το φάλι σου και κινά η
          κοιλία σου.</p>
        <p>Έτερον. Βράσε μολόχαν καλά, έπειτα την στούπισε με γλίναν του χοίρου
          και τηγάνισέ την εισέ χάλκωμα με ολίγα πίτερα και τότε τα βάλε ζεστά
          εις τον στόμαχον.</p>
        <p>Έτερον. Ή έπαρε ελλέβορον άσπρον και μαύρον, ερμοδάκτυλα, βρυωνίαν,
          πιτυούσαν, (<seg lang="it">cioè efula</seg>), δισκύαμον, άκορον, ζωμόν
          αειζώου, κολοκύνθα και αλόην μίαν δράγμα από κάθε ένα και κάμνε
          αλοιφήν με τον ζωμόν της βρυωνίας και, όταν θέλης να κινήσης το
          κουφάρι, άλειφε τους πόδας σου με τα άνωθεν από κάτω εις τες πατούχες
          και, όταν θέλης να σταματήσης, πλύνε τους πόδας να έβγη η αλοιφή.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε χολήν βοδίου και σμύρναν ίσια και τα <milestone
            ed="1643" n="Κ2ν" unit="fol"/> δύο και ένωσον αυτά με κομμάτι ψύχαν
          ψωμίου ζεστήν και βάλε την εις το φάλι και άλειφέ το με τα άνωθεν να
          κινήση ευθύς το κουφάρι σου.</p>
        <p>Έτερον έσωθεν. Το σκαρολάχανον, οπού λέγουν οι ιταλοί μερκορέλλα και
          είναι όμοιον εις τα φύλλα με τον πλατύν βασιλικόν και γεννάται εις τα
          κοπρινά χωράφια, οπού το τρώγουν οι σκάροι, είναι περισσά κινητικόν
          και ας το τρώγη, όστις δεν ημπορεί να κάμνη την χρείαν του, και ας
          βάνη λάδι πολύ και μέλι, διατί είναι και αυτά τα δύο κινητικά. Ει δε
          και δεν ημπορεί να φάγη, ας το κάμνη γλυστήρι με <pb n="233"/>
          περδικούλι, αμολόχαν και άλλα παρόμοια, με λάδι ομοίως και μέλι και έτερα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΡΥΣΙΝ ΚΟΙΛΙΑΣ, ΦΛΟΥΣΣΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΗ'. (ΡΝ')</head>
        <p>Όταν δε πάλιν το εναντίον υπάγη πολλά το κουφάρι και τρέχη αίμα ή και
          χωρίς αίμα, βάλε εις το κρασί μίαν δράγμαν πεντανευρόσπορον ή άνθη από
          το καλαμπόχι και πίνε τρεις ταχινές και ιάσαι. Ή βράσε πολύγωνον,
          (cioè sanguinaria), με το ξύδι και βάλε το υποκάτω εις τους πόδας να
          σταματήση η κίνησις της κοιλίας σου.</p>
        <p>Άλλον. Έπαρε αλεύρι από άσπρα κουκκία και σκόνην <milestone
            ed="1643" n="K3r" unit="fol"/> από κοράλι, σμίξε τα αντάμα και φάγε
          ή πίε τα. </p>
        <p>Βάλε εις ένα τσουκάλι μίαν τρυγόνα ζωντανήν, φράξε καλά το στόμα και
          βάλε το εις τον φούρνον να ψηθή τόσον, οπού να ημπορής να την τρίψης
          ως κόνιν, την οποίαν πίνε με το κρασί να ιατρευθής τελείως από πάσαν κίνησιν.</p>
        <p>Άλλο. Ολίγον κομμίδι αραπικόν, (<seg lang="it">cioè oltramarino,
            percioche l’ artronon è buono</seg>), τρώγε ή πίνε με παλαιόν κρασί,
          αμή είναι πολλά στυπτικόν και τρώγε ολίγον. Ει δε και είναι ρύσις
          αίματος ως των γυναικών, καύσε λαφοκέρατο, κάμε το σκόνη να το πίνης.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΕΡΙ ΕΞΟΧΑΔΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΘ'. (ΡΝΑ')</head>
        <p>Όταν εβγαίνουν έξωθεν, πρώτον μεν σύνθλασον αυτάς, έπειτα έχε
          τριμμένον σουλουμάν, αρσενίκι και άλας αρμονιακόν μίαν ουγγίαν από
          καθένα και βάλε τα εισέ τρεις ουγγίες ξύδι δυνατόν να κάμνουν ώρας κδ'
          και τότε βράσε εις αλειφτόν αγγείον, έως να φυράση το μισόν ξύδι, και
          τότε είναι φθιασμένον και φύλαξέ το εις ένα αγγείον υάλινον καλά
          σκεπασμένον και, οπόταν θέλης να το χρειασθής, ανακάτωνέ το καλά και
          τότε τρίψε καλά τες εξοχάδες με ένα συκόφυλλον ή πανί έως να
          ξαιματώσουν. Έπειτα βρέχε κομμάτι πανί εις το άνωθεν ξύδι και βάνε το
          εις τον πάτον σου να κάμη ώρας <milestone ed="1643" n="Κ3ν"
          unit="fol"/> ιβ' και έχε υπομονήν, ότι σου δίδει πόνον πολύν, αμή
          άλλη ιατρεία δεν είναι εις την οδύνην αυτήν αληθέστερος και <pb
          n="234"/> κάλλιον να πόνεσης ολίγας ώρας, παρέξ να βασανίζεσαι όλην
          σου την ζωήν. Αφότις δε περάσουν αι ιβ' ώρες, έβγαλε το πανί και πλύνε
          τον πάτον σου με ξύδι και νερόν ζεστόν, πάστρεψέ τον καλά να μην μείνη
          τίποτας από την άνωθεν αλοιφήν και ύστερα έχε λάδι καμωμένον με
          υπερικόν ζεστόν καλά και εις αυτό βράξε πανί, βάλε το εις τον πάτον
          σου και ούτω κάμε τέσσερις ή πέντε ημέρας να ιδής τελείως την ιατρείαν
          σου, ότι πολλές φορές εγίνη η δοκιμή και πολλοί εθεραπεύθησαν.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε όνθη χαμομήλας και φάκλας, (<seg lang="it">cioè
          tassobarbasso</seg>), μελιλώτο και λινόσπορον από καθένα δράγμα
          ανάμιση, ξέρανε και κάμε τα σκόνην λεπτήν, και υσσώπου χλωρού ζωμόν,
          οξούγκι παπίτσας από καθένα ομοίως δράγμα ανάμιση. Λάδι, (<seg
            lang="it">olio di crismole e mucillagine di alica</seg>), και βάλε
          από καθένα δράγμα ανάμιση και μηκώνειον, (<seg lang="it">cioè
          oppio</seg>) σπυρία οκτώ και κρόκον, ήγουν ζαφοράν, δραγμή εμισή και
          βράσε τα όλα αντάμα με μίαν ουγγίαν λινόλαδο με ολίγον κερί χωρίς
          πολλήν φωτίαν, αλλά δαμινά, και αφού γένουν όλα ένα κορμί, όφες να
          χλιαρίσουν ολίγον και τότε βάλε μέσα και τριών αβγών τους κρόκους και
          ανακάτωσέ τα <milestone ed="1643" n="K4r" unit="fol"/> καλά και
          γίνουνται όλα μίαν αλοιφή, την οποίαν βάνε και ιατρεύεσαι.</p>
        <p>Άλλο. Βράσε με λινόλαδον χελιδόνιον χόρτον ή <seg lang="it">mosconi
            neri detti scarafaggi o calavroni</seg> έως να φυράση το μισόν λάδι,
          με το οποίον αλείφου και θεραπεύεσαι.</p>
        <p>Έτερον. Κοχύλους της θαλάσσης κάμε σκόνην ή τειάφι ή καλακάνθι, αφού
          το βάλης εις την στίαν να κοκκινίση, και κάμε τα ως άλευρον, βάνε τα
          εις τον πάτον σου, αφότις κάμης την χρείαν σου, ότι τότες είναι έξω
          εβγαλμένες και σου βολεί εύκολα. Ει δε πάλιν και είναι από μέσα και
          δεν εβγαίνουσι, φύσησον αυτήν την σκόνην με το μασούρι να υπάγη μέσα
          και σου κάμνει ωφέλειαν.</p>
        <p>Έτερον. Στούπισον φύλλα κισσού τρυφερά και τειάφιν και τρώγε τα
          νηστικός με ροδόσταμα.</p>
        <p>Άλλο. Τρύπησε εις τον πάτον ένα τσουκάλι, κάμε τρύπαν μικρήν και βάλε
          το τσουκάλι άνω κάτω, κάθισε να είναι ο αφεδρώνας σου εις την τρύπαν
          και αποκάτω έχε ένα σκουτέλι με κάρβουνα αναμμένα και τειάφη τριμμένην
          και οξύγκι χοίρου ή λινόσπορον να ανεβαίνη η άχνα εις τον <pb
          n="235"/> πάτον σου μίαν ώραν και ούτω κάμε πολλές φορές να ψοφήσουν.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε τες αψινθίες, τες κορυφές, να τες βράσης <milestone
            ed="1643" n="K4v" unit="fol"/> με άσπρον κρασί να φυράσουν τα δύο
          τρίτα και στράγγισον, θες εις αγγείον καθαρόν, στούπωσον αυτό να μη
          ξεθυμάνη και πίνε ένα ποτήρι νηστικός, ωσάν περάση το μεσημέρι, και
          βάλε τες αψινθίες απάνω εις το στομάχι ζεστές όλην την νύκτα. Και
          τούτο να το κάμης εις την χάσιν του φεγγαρίου ή από τες κβ' και
          ομπρός. Έπειτα έπαρε πάλιν τες αψινθίες και κόψε τες ωσάν το
          μακεδονίσι και πλάσε ψωμία και κάμε τα πίτα μικρή, έπειτα βάλ' τα και
          τηγάνισέ τα με λάδι και τρώγε κάθα ταχύ νηστικός τρία. Ή έπαρε άλλες
          αψινθίες και βάλ' τες εις μίαν πλάκαν εις την φωτίαν, να καγή καλά η
          πλάκα, είτα έπαρε κρασί βρέξον έως τρεις φορές και βάλ' τες εις το
          στομάχι το βράδυ ζεστές και υγιαίνεις.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΔΥΣΟΥΡΙΑΝ, ΗΓΟΥΝ ΦΙΑΓΚΟ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΝ'. (ΡΝΒ')</head>
        <p>Έπαρε ρίζαν της φάκλας, cioè tassobarbasso, τσάκισέ την εις λεπτά,
          βάλε την εις το κρασί να κάμη ώρας ιβ', έπειτα στράγγιξε το κρασίν
          εκείνο και πίνε το να μη σου έλθη ποτέ πόνος φιόγκου.</p>
        <p>Έτερον. Αυτή η ασθένεια έρχεται από δύο αιτίας· ή από πέτραν, οπού
          γεννάται εις τα νεφρά, ή από θρεμμένην σάρκα, cioè carnosita, και δεν
          ημπορεί να έβγη το ούρος, το οποίον <milestone ed="1643" n="K5r"
          unit="fol"/> φέρνει τον άνθρωπον ταχέως εις θάνατον, εάν δεν
          ιατρευθή. Λοιπόν από όλα τα ιατρικά, οπού φαίνουνται εις τας βίβλους,
          δεν είναι άλλη ερμηνεία από την κάτω γεγραμμένην ωφελιμότερος. Έπαρε
          τους καρπούς των ροδάκινων μίαν λίτραν, κουκκούτσα από νέσπολες τρεις
          ουγγίας, αυτές είναι ωσάν αγριαχλάδες και είναι μέσα γεμάτες
          κούκκουδα, λίθον ιουδαϊκόν, cioè λάπις γιουντάικους, ουγγίας τέσσερις
          και μόσχον ένα δράμι. Βάλε και δύο λίτρας μέλι εύμορφον, τα οποία όλα
          κοπάνισε καλά να γένουν ένα μίγμα με το μέλι και βάλε τα εισέ μίαν
          μπότσα, να είναι καλά χρισμένον το σκέπασμά της, και βάλε την εις το
          καμίνι με ολίγην φωτίαν να στάσση έως να έβγη όλη η ουσία <pb
          n="236"/> της και πρόσεχε, όταν αρχίζη να γεμίζη καπνός το σκέπασμα,
          να φράξης καλά τες αραμάδες να μη ξεθυμάνη, και, αφού έβγη όλη της η
          υγρότης, άφες τες μπότσες ανασκέπαστες ώρες κδ' και τότε φύλαξε το
          υγρόν εκείνο ακριβά στραγγίζοντάς το με ένα πανί λινόν και φύλαξέ το
          εις αλειφτόν αγγείον και πίνε απ' αυτό δύο ή τρεις δράγμας με άλλο
          τόσον σιρόπιον βιολάδον και εις πέντε φορές οπού το πίης αναμφιβόλως θεραπεύεσαι.</p>
        <p>Έτερον. Κάμε σκόνην τα κούκκουδα της νέσπολας και πίνε την τρεις
          ημέρας νηστικός κάθα ταχύ με νερόν της ανωνίδας. </p>
        <milestone ed="1643" n="Κ5ν" unit="fol"/>
        <p>Έτερον. Βάλε εις ένα αγγείον λαγόν ζωντανόν να ξηρανθή εις τον
          φούρνον, κάμε τον σκόνην και πίνε την. Το αυτό κάμνει και μόνον το
          αίμα του λαγού να το κάμης σκόνην να την πίνης.</p>
        <p>Άλλο. Έπαρε δύο ουγγίας ζουμί ρεπανίου και άλλο τόσον λεμονόζουμον
          και μίαν ουγγίαν ρακί, ανακάτωσέ τα και πίνε τα τρεις ταχινές. </p>
        <p>Έτερον. Τον καρπόν του κισσού κάμε σκόνην και πίνε την ομοίως τρεις
          ταχινές να ιδής την υγείαν σου.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΙΑΤΡΕΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΛΕΥΡΙΤΗΝ H ΠΟΝΤΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΝΑ'. (ΡΝΓ’)</head>
        <p>Σκάψε ένα κυδώνι με μαχαίρι από την κορυφήν, κάμε του λάκκον όσον
          ημπορείς μεγαλύτερον, έβγαλε όλον το άχρηστον, οπού έχει τον καρπόν,
          και άφες μόνον το καλόν, το οποίον γέμωσε λιβάνι και μόσκον, βάλε το
          εισέ στάκτην πυρωμένην να ψηθή καλά, αμή να μη το κάψης. Και τότε αφού
          χλιαρίση καμπόσον, ότι να το δέχεται το στόμα του, ας το φάγη ο
          πλευριτωμένος και γλυτώνει την ζωήν του με την θείαν βοήθειαν. Μόνον
          να μη φάγη ενάντια πράγματα ούτε κρασί να πίη ή ξύδι να φάγη ούτε
          ψυχρά, αλλά γλυκά, οπού είναι θερμά και δεν τον βλάπτουσιν. </p>
        <milestone ed="1643" n="K6r" unit="fol"/>
        <p>Έτερον ανέξοδον. Μάζωξε τον Μάιον μήνα τα φύλλα της παπαρούνας, ήγουν
          κουτσουνάδας, κάμε τα σκόνην, έχε την φυλαγμένην και, όταν πλευριτωθή
          τινάς, δίδε του να πίη ανάμιση δράχμα με νερόν του βουδογλώσσου και ας
          βλέπεται από τα εναντία και μάλιστα από το κρασί ως άνωθεν. <pb n="237"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΤΑΝ ΤΙΣ ΣΕΛΗΝΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΙΠΤΩΝ ΚΑΤΑΓΗΣ ΤΑΡΑΣΣΕΙ ΤΑ ΜΕΛΗ
          ΤΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΝΒ'. (ΡΝΔ')</head>
        <p>Έπαρε αγριάγγουρα απ' εκείνα τα μικρά, οπού είναι ωσάν βελόνια και
          έχουν αγκυλόνες και τα σφίγγεις και πηδά έξω το ζουμί και ο σπόρος
          τους. Απ' αυτά στούπισε, έβγαλε τον ζωμόν τους, στράγγισέ τον με ένα
          μανδήλιον και ζύγιασέ το, να βάλης εις πάσαν λίτραν δώδεκα ουγγίας
          μέλι άσπρον και τρεις ουγγίας ξύδι δυνατόν και μίαν δράχμα φίνα
          κανέλλα, τα οποία όλα βράσε αντάμα, ξάφριζέ τα καλά. Έπειτα, όταν δεν
          κάμνουν πλέον αφρόν, έβγαλέ τα από την φωτίαν και βάλε εις πάσαν μίαν
          λίτραν ένα πίασμα κρόκου και μισόν καράτο μόσκον, μίαν ουγγίαν
          ροδόσταμα και ανάμιση ουγγίαν ρακί καλόν και βάλε τα όλα ταύτα εις
          αγγείον υάλινον ή αλειφτόν να μη το πίνη. Και απ' αυτό δίδε του
          ασθενούς μίαν ουγγίαν πάσα δέκα ημέρας να το τρώγη νηστικός, έως να
          υγειάνη Θεού βοηθούντος.  </p>
        <milestone ed="1643" n="K6v" unit="fol"/>
        <p>Έτερον. Έπαρε κομμάτι δερμάτι από την κεφαλήν του γαδάρου, κάμε το
          ωσάν λουρί να το ζώνεται ο ασθενής κατάσαρκα.</p>
        <p>Έτερον. Καύσε τα ονύχια του γαδάρου να γένουν σκόνην και πίνε κάθε
          ταχύ, να είναι λίγωσις του φεγγαρίου, δύο δραγμάς με νερόν πιγονίας
          και το βράδυ ομοίως άλλο τόσον, έως ημέρας δεκαπέντε.</p>
        <p>Έτερον. Στούπισε απήγανον, πίνε τον ζουμόν του με νερόν πιγονίας και
          με ολίγην ζάχαρην έως ημέρας ιε' κάθα ταχύ δύο σκρόπολα.</p>
        <p>Άλλο. Έπαρε την ρίζαν ενός χόρτου, οπού το λέγουν πάλμα Κρίστι, κάμε
          την σκόνην και πίνε την με το νερόν της πιγονίας, ως άνωθεν. Το ίδιον
          κάμνει και ο καρπός του να τον πίνης ομοίως με το νερόν της πιγονίας.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΚΑΘΑ ΛΟΓΗΣ ΠΡΗΣΜΑ<lb/> ΚΕΦ. ΡΝΓ’. (ΡΝΕ')</head>
        <p>Βρέξε μίαν ψύχαν ψωμίου εις σε νερόν και λάδι αντάμα, μάλαξέ την και
          βάλε εις το πρήσμα να ξεπρησθή.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε δύο ουγγίας ροσμαρί, μίαν ουγγίαν από τα άνθη της
          χαμομήλας και κομμάτι ψωμί εις το νερόν <pb n="238"/> μοσκεμένον,
          καμπόσον άσπρο κρασί ζεστόν και ολίγον ροδόσταμα. Ένωσον αυτά και βάλε
          τα εις την φωτίαν να βράσουν έως να γένουν καμπόσον πηκτά και τότε τα
          βάλε εις το πρήσμα να ιαθής.</p>
        <p>Άλλο. Βράσε αμολόχα εις το νερόν, έπειτα στούπισε και <milestone
            ed="1643" n="K7r" unit="fol"/> τύλιξέ την εις τα στουπία, εις τα
          οποία βάλε καμπόσον λάδι, θες τα εις το πρήσμα. Έπαρε φύλλα ακτής,
          (cioè sambuco), στούπισέ τα και τα ένωσε με κρασίν άσπρον και βάλε τα
          εις το πρήσμα να ιαθής. .</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΔΑΚΑΜΑ ΟΦΕΩΣ Η ΑΛΛΟΥ ΖΩΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΡΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΝΔ'. (ΡΝΣΤ')</head>
        <p>Κοπάνισον το δερμάτι του όφεως με γλίνα χοίρου και βάλε τα.</p>
        <p>Έτερον. Ανακάτωσε με άλας κρόκον αβγού και βάνε το εις το δάκαμα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΑΝΟΙΞΗΣ ΠΡΗΣΜΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΝΕ'. (ΡΝΖ')</head>
        <p>Βράσε λινόσπορον με γάλα αγελάδας και βάλε τα εις το πρήσμα ζεστά. Ή
          λινόλαδον στούπισον με ζεστόν μέλι και βάλε το. Ή κόπρον της χήνας
          ζεστόν βάλε και ιατρεύεται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΙΑΤΡΕΥΣΗΣ ΚΑΪΜΑΔΑ ΠΥΡΟΣ H ΘΕΡΜΟΥ ΒΡΑΣΤΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΣΤ’. (ΡΜΗ')</head>
        <p>Έπαρε βερνίκην, απ’ εκείνην οπού βάνουν εις τα χρυσόπετσα, και
          ζέστανέ την. Βρέξε εις αυτήν ένα κομμάτι λινόν πανί όσος είναι ο τόπος
          της καϊμάδας, βάλε το απάνω και μη το εβγάλης, έως να ξεκολλήση
          μοναχόν του, και τότε <milestone ed="1643" n="Κ7ν" unit="fol"/> πάλιν
          βάλε άλλο ένα κομμάτι ως άνωθεν. Και πάλιν άλλο, έως να ιδής πως
          ιατρεύθη η σάρκα παντέλεια.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε στάκτην, ήγουν άθον από την παραστίαν, κοσκίνησέ τον,
          έβγαλε τον ψηλόν και με ξύδι τον μάλαξε, βάλε τον απάνω εις την
          καϊμάδα με κομμάτι πανί <pb n="239"/> λινόν βρεμένον εις το ξύδι.</p>
        <p>Έτερον. Ανακάτωσε το άσπρον του αβγού με ροδόσταμα, τάραξέ το καλά
          και βρέξε εις αυτά μίαν πέτσαν λινήν, ήγουν μανδήλιον, και βάλε το εις
          την καϊμάδα να ιατρευθής δια ένα νυχθήμερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΗΝ ΚΑΣΙΔΑ ΙΑΤΡΕΙΑ ΑΛΗΘΕΣΤΑΤΗ ΘΑΥΜΑΣΙΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΜΣ’. (ΡΜΘ’)</head>
        <p>Έπαρε μισήν ουγγίαν σουλουμά, αρσενίκι, (cioè orpimento), δύο δράγμας
          τούτζια, ήτις λέγεται ελληνικά πομφόλυξ, μίαν δράγμαν και αντιμόνιον
          άλλο τόσον. Κοπάνισέ τα όλα αντάμα και βράσε τα με μισή λίτραν
          ροδόσταμα, έως να φυράση το τρίτον, και το στράγγιξε καλά να έβγη όλον
          το υγρόν και βάλε το εις μίαν αμπολέττα, φράξε το καλά και μετ' αυτό
          αλείφε τον ασθενή κάθα τρεις ημέρας με κομμάτι μπαμπάκι.</p>
        <p>Έπειτα. Γδάρε ένα γάτον αρσενικόν, ρίξε την κεφαλήν, τους πόδας και
          όλα του τα εντόσθια, μόνον το κορμί κρέμασε ποθές να κάμη ημέρας η'
          και τότε έπαρε ένα πιάσμα κισσόν και άλλην τόσην φασκομηλέαν και μίαν
          λίτραν λαρδί χοίρου <milestone ed="1643" n="K8r" unit="fol"/>
          αρσενικού, παραγέμωσε με ταύτα τον γάτον και ράψε τον καλά, κάμε τον
          οπτόν εις την σούβλαν και από κάτω έχε ένα αγγείον να δίδη μέσα το
          παχύ οπού στραγγίζει και ψήνε τον, έως να στάσση, το οποίον φύλαξε και
          μετ' αυτό άλειφε την κασίδα κάθα βράδυ να ιδής πως καθαρίζει η κεφαλή
          ώσπερ να μην είχε τίποτας.</p>
        <p>Έτερον παρόμοιον. Είναι τινές βάθρακοι μεγάλοι, ωσάν τες σουπίες, και
          δεν είναι εις το νερόν, ωσάν τους άλλους αβορδακούς, αλλά εις το χώμα
          κρύπτονται και ονομάζονται φράγκικα ρόσποι. Από τούτους ξήρανε εις τον
          φούρνον, κάμε τους σκόνην. Έπειτα πρώτον μεν άλειφε την κεφαλήν με
          ροδολάδιν και τότε βάνε απάνω αυτήν την σκόνην, ύστερα σκέπαζε την
          κεφαλήν με φούσκα χοίρου και ας κάμη έτσι δύο ημέρας. Έπειτα έβγαλε
          την φούσκα και πλύνε την κεφαλήν του κασιδιάρη με το κάτουρόν του δύο
          τρεις φορές την ημέραν και ούτω κάμε πεντέξι φορές να αλείφεσαι και να
          πλύνεσαι, ως άνωθεν, έως να υγιάνης τέλεια. <pb n="240"/> Έτερον. Κόψε
          την ρίζαν άσπρου κρομμυδίου και με το γάλα, όπου εβγάνει, άλειφε την
          κεφαλήν αφού υγιάνης ημέρας δέκα ή ιβ' να φυτρώσουν τρίχες.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΦΥΤΡΩΣΟΥΝ ΤΡΙΧΕΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΝΗ’. (ΡΞ')</head>
        <p>Καύσε αβδέλες να γένουν σκόνην, την οποίαν βράσε με <milestone
            ed="1643" n="Κ8ν" unit="fol"/> νερον έως να φυράση το τρίτον, και με
          το νερόν αυτόν άλειφε τον τόπον.</p>
        <p>Έτερον. Βράσε την φλούδα της πτελέας, ήγουν φτηλιάς (cioè olmo), με
          νερόν και μετ' εκείνο αλείφου, έπειτα βάνε απάνω σκόνην απηγάνου.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε έναν αχινέον και μίαν κωλισαύραν, οπού λέγουν εις την
          στερεάν γουστερίτσα, (<seg lang="it">cioè topa</seg>), και ρίζαν
          καλαμίου, κάμε σκόνην αυτά τα τρία και πρώτον μεν αλείφε με το μέλι
          τον τόπον, οπού θέλεις να φυτρώσουν αι τρίχες, έπειτα βάνε απάνω την
          άνωθεν σκόνην.</p>
        <p>Έτερον. Το οξούγγι του λούτσου να αλείφεσαι συχνάκις, φυτρώνουσι.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΤΕΡΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΝΑ ΜΑΔΗΣΟΥΝ ΑΙ ΤΡΙΧΕΣ ΧΩΡΙΣ
          ΒΛΑΨΙΜΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΝΘ'. (ΡΞΑ')</head>
        <p>Έπαρε μίαν ουγγίαν αρσενίκι και μισήν ουγγίαν ασβέστην άσβηστον, βάλε
          τα εις ένα ποτήριον, ανακάτωσε και βράσε τα έως να πήξουν ωσάν αλοιφή,
          με την οποίαν άλειφε τον τόπον οπού θέλεις να μαδήση. Ή στούπισον
          δισκύαμον, έβγαλε τον ζωμόν του και τρίψε αρσενίκι, ανακάτωνε την
          σκόνην του με το ζουμί του δισκυάμου, αλείφου, οπού θέλεις να πέσουν
          αι τρίχες και πλέον να μη φυτρώσουσιν. </p>
        <milestone ed="1643" n="Lr" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣΕ ΠΛΗΓΗΝ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΗΜΠΟΡΗ ΝΑ ΣΑΛΝΤΑΡΗ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΞ'. (ΡΞΒ')</head>
        <p>Κάμε σκόνην ροίδόφυλλα και καλακάνθιον, βάνε εις την πληγήν να
          ιατρευθής εις ολίγας ημέρας. <pb n="241"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΗΣ ΑΙΜΑ ΟΠΟΥ ΤΡΕΧΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΥΤΗΝ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΟΜΑ.<lb/>
          ΚΕΦ. ΡΞΑ'. (ΡΞΓ')</head>
        <p>Καύσε αβγόφυλλα, βάλε τα εισέ ολίγον ξύδι δριμύ να κάμουν έως να
          ξηρανθή το ξύδι και τότε τα τρίψε να γένουν σκόνην και από ταύτην φύσα
          με μασούρι εις το αρθούνι, οπού τρέχει το αίμα, και στένεται. Το
          όμοιον κάμνει το καλακάνθι τριμμένον και ο ζουμός του πηγάνου, τα
          κόκκινα ρεβύνθια ψημένα και σκόνη γενόμενα.</p>
        <p>Έτερον. Κοπάνισον πράσα και ένωσον τον ζωμόν τους με λιβάνι τριμμένον
          και πίε τα.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε κομμάτι από τον χόρτον, οπού λέγουν οι Φράγκοι βίργα
          παστόρις και οι έλληνες δίψαχον, και κράτει το εις την χέρα σου, θώρει
          το καλά να σταματήσης το αίμα.</p>
        <p>Έτερον. Ει δε και εβγαίνει από το στόμα αίμα με το πτύσμα, κάμε σκόνη
          το κοράλιο και πίνε την.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΣΤΙΣ ΠΕΣΗ ΑΠΟ ΥΨΗΛΟΝ ΤΟΠΟΝ ΚΑΙ ΠΟΝΕΙ ΠΟΘΕΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΞΒ'. (ΡΞΔ')</head>
        <p>Έπαρε κόπρον βοδίου και αλόγου ή γαδάρου, βράσε τα αντάμα με το ξύδι
          και έτσι ζεστά τα βάλε εκεί, οπού γρικάς τον πόνον, και δέσε τα με
          πανί να μη σηκωθής από το στρώμα έως τρεις ημέρας. Ει δε και γρικάς να
          είναι τίποτας μέλος από μέσα σπασμένον, πίε καμπόσον βώλον, οπού είναι
          ωσάν κοκκινόχωμα, και περνά σου.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΠΑΣΑΝ ΛΟΓΗΣ ΡΕΥΜΑΤΙΚΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΞΓ'. (ΡΞΕ')</head>
        <p>Γέμωσε ένα τσουκάλι φύλλα από δισκύαμον, φράξε το καλά να μη
          ξεθυμαίνη και σκάψε σιμά εις την πόρταν ή εις άλλον τόπον, οπού να
          περνά πολύς λαός, και χώσε το εις την γην να πατούσιν από πάνω και ας
          κάμη εκεί από τον Μάιον έως τον Αύγουστον όλον και τότε το έβγαλε και
          ευρήσεις τα φύλλα απάνω και το λάδι κάτω, το οποίον φύλαξε εις αγγείον
          υάλινον και αυτό θεραπεύει πάσαν ασθένειαν του ρευματικού <pb
          n="242"/> καν εις τους πόδας είναι καν εις τας χείρας και γόνατα.
          Μόνον φυλάγου να μην εγγίζη αυτό το λάδι εις γερόν τόπον ούτε την
          κεφαλήν ή άλλο μέλος λεπτόν και δίδει πολλήν βλάβην, διατί είναι
          καταπολλά αψύ και περνά την σάρκα και, αν θέλης να το δοκιμάσης, στάξε
          μίαν ρανίδα εις την παλάμην σου να ιδής πως περνά το άλλο μέρος.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε ελαιόλαδον, άσπρον αβγού, λιβάνι και κομμάτι λαρδί,
          στούπισε και ανακάτωσε και to τρία αντάμα, βάλε τα εις τον
            πόνον. <milestone ed="1643" n="L2r" unit="fol"/> Έτερον. Τηγάνισε
          πρασόφυλλα με λάδι και ας ψηθούν καλά, βάνε τα εις τον πόνον ζεστά
          όσον δύνεσαι.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε σπόρον ακτής, (<seg>cioè sambuco</seg>), και κορφάς
          ατσικνίδας και άγριο βάρσαμου, κάμε τηγανίτας με ταύτα, τρώγε τους και
          πίνε το καλύτερον κρασίν οπού να εύρης. Και βράζε ομοίως εις άσπρον
          κρασί τα φύλλα του άνωθεν σαμπούκου και βάνε τα ζεστά εις τον πόνον
          ωσάν έμπλαστον να υγιάνης εις τρεις ημέρας.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣΕ ΠΡΗΣΜΑ ΟΡΧΙΔΙΩΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΞΔ'. (ΡΞΣΤ')</head>
        <p>Βράσε κουκκία τσακισμένα ωσάν φάβα, βάλε τα εισέ λινόν σακκούλι και
          ούτω ζεστά τα βάνε εις το πάθος και κάμε το πολλές φορές ημέραν και νύκτα.</p>
        <p>Έτερον. Στούπισον πήγανον και βάνε τον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣΕ ΨΩΡΑΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΞΕ'. (ΡΞΖ')</head>
        <p>Έπαρε χόρτον χελιδόνιον, στούπισέ το καλά και ανακάτωσέ το με ξύδι
          και άλας και ουξύγγι. Ξανακοπάνισον όλα αντάμα, αλείφε τον τόπον να
          υγιάνης εις ημέρας τέσσερις.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε από το νερόν, οπού έβρασαν λουμπινάρια, και μετ' εκείνο
          πλύνε τον τόπον, έπειτα ανακάτωσε <milestone ed="1643" n="L2v"
          unit="fol"/> αλόην με γιάργυρον και πτύσμα και μετ' αυτά αλείψου           τρεις φορές, η οποία αλοιφή ου μόνον ανθρώπους ιατρεύει, άνδρας τε και
          γυναίκας, αλλά και ζώα ψωριάρικα. <pb n="243"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΠΟΝΟΝ ΤΙΝΑΣ ΟΤΑΝ ΚΟΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΣΑΡΚΑΝ
          ΤΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΞΣΤ'. (ΡΞΗ')</head>
        <p>Στούπισε το χόρτον, οπού λέγουν οι φράγκοι τσικούτα και οι έλληνες
          κώνειον, και με τον ζωμόν του άλειψε το μέλος, οπού μέλει να κόψης,
          και τότε δεν γρικάς τον πόνον ολότελα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΜΕΘΥΣΗ ΟΣΤΕ ΠΙΗ ΠΟΛΥ ΚΡΑΣΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΞΖ'. (ΡΞΘ')</head>
        <p>Φάγε νηστικός επτά πικραμύγδαλα ή πίε μισόν ποτήριον ελαιόλαδον ή
          φάγε φλεμόνι της αίγας ψημένον ή κραμβία ωμά, ήγουν φυλλάδα, ή βάλε
          εις την κεφαλήν σου από κρόκον, ήγουν ζαφοράν, ένα στέφανον, έπειτα
          πίνε σύμμετρα.</p>
        <p>Έτερον. Όταν θέλης να κάμης τινά να μισήση την μέθην, βάλε εις ένα
          άγγειον αχέλια ζωντανά εις το νερόν και απ’ εκείνο του βάνε εις το
          κρασί να πίνη, αμή να μη το ηξεύρη ο μέθυσος. Το όμοιον κάμνει και το
          τρυγλί, ήγουν μπαρμπούνι, να το πνίξης εις το κρασί, ωσάν και το
          αχέλι, να το πίη. </p>
        <p>Έτερον. Την υγρότητα του κλημάτου, ήγουν το δάκρυον, <milestone
            ed="1643" n="L3r" unit="fol"/> οπού εβγαίνει, όταν το κλαδεύουσιν
          όψιμα, ανακάτωνε με το κρασί, πότιζε τον μέθυσον. Την αυτήν ενέργειαν
          κάμνει η μύτη του χελιδονίου να την καύσης να γένη αλεύρι να τον
          ποτίσης αντάμα με σκόνην ολίγην της σμύρνας και, δια να ξεμεθύση ο
          μεθυσμένος, χύσε του ένα συγλί νερόν εις την κεφαλήν ή πότισε τον ξύδι
          δυνατόν ή ας φάγη κραμβία κομπόστα με ξυνόμελον ή βάλε εις την κεφαλήν
          του ένα στέφανον συνθεμένον από όνθη διάφορα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΞΥΔΙ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ.<lb/> ΚΕΦ.
          ΡΞΗ'. (ΡΟ')</head>
        <p>Έπαρε ροδάκινα ώριμα, ήγουν καλά γενόμενα, και έβγαλε τα κόκκαλα και
          τα ψαχνά βάλε εις ένα αγγείον με κριθάρι ψημένον και νερόν, άφες να
          σαπίσουν και τότε τα στράγγιξε, έβγαλε όλον το υγρόν και είναι ξύδι
          καλόν. <pb n="244"/> Έτερον. Έπαρε ρίζαν του σεύκλου, ήγουν παζιά,
          βάλε την εις το κρασί να γένη ξύδι και πάλιν, εάν θέλης να γένη κρασί,
          βάλε του ρίζας κραμβίων. Όταν έχης ξυνό κρασί και θέλης να το κάμης να
          γένη ξύδι δυνατόν, βράσε απ’ εκείνο το ίδιον καμπόσον, ήγουν πέντε
          χαλκώματα, αν είναι πολύ ή ολιγότερον κατά την αυτού ποσότητα και βάλε
          το έτσι βραστόν εις το επίλοιπον. Έτι πύρωσε μίαν πλάκα άτσαλε,
            <milestone ed="1643" n="L3v" unit="fol"/> ήγουν στόμιον, και βούτηξέ
          το μέσα εις το αχαμνόκρασο πεντέξι φορές ή και δέκα να δριμώση. Το
          όμοιον κάμνει και η πέτρα να την πυρώνης να την σβήνης εις το ξύδι.
          Και βάνε του και άλας να γένη δυνατότερον και νόστιμον. Τας ρίζας του
          ρεπανίου, οπού καίει, να ξηράνης, βάλε εις το κρασί την σκόνην τους να
          γένη ξύδι. Έπαρε δύο άσπρων μακροπίπερον και άλλων δύο στρογγυλό
          πιπέρι από το καλόν και άλλην τόσην κανέλλαν, έπειτα ζέστανε ένα
          κολοκύνθι κρασί εις την φωτίαν, αμή να μη βράση. Ή βάλε το εις τον
          ήλιον καλύτερα, εάν είναι καλοκαίρι, να κάμη καμίαν εβδομάδα και τότε
          κάψε την ψύχαν ενός ψωμίου, βρέξε την εισέ ξύδι δυνατόν και βάλε τα
          όλα εις το άνωθεν κρασί να γένη ξύδι καλότατον.</p>
        <p>Έτερον. Γέμωσε πιπέρι χοντροτσακισμένον ένα μικρόν τσουκάλι, όσον να
          χωρή εις τον πόρον του βουτσού, και σκέπασέ το καλά με χαρτί εβράινον
          και κρέμασέ το εις την μέσην του κρασίου, εάν είναι αχαμνόν να γένη
          ξύδι δριμύτατον.</p>
        <p>Έτερον. Κοπάνισε καμπόσες αγγουρίδες πολλά ξυνές να μην είναι ποσώς
          φουσκωμένες, έβγαλε το ζουμί τους, βάλε άλλον τόσον ξύδι δυνατόν και
          αλεύρι, ζύμωσέ τα, κάμε μικρά ψωμόπουλα και βάλε τα εις τον ήλιον να
          στεγνώσουν και, όταν χρειασθής ξύδι, βάλε ένα απ’ αυτά εις μίαν
          λεκάνην και <milestone ed="1643" n="L4r" unit="fol"/> καμπόσον κρασί,
          ανάλυσέ το να γένη ξύδι καλότατον. Βάλε τρεις λίτρες ξύλον από
          σουρβιάν να είναι πράσινον, βάλε το εις το βαρέλι, οπού έχει το
          κακόκρασον, και καμπόσον προζύμι μέσα να γένη ξύδι. Ή στούπισε πεντέξι
          κεφαλές σκόρδον, σμίξε το με το κρασί να γένη ξύδι. Βάλε εις μίαν
          λεκάνην ξύδι αψύ ένα ψωμί απαλόν να μοσκέψη, έπειτα το ξήρανε, κάμε το
          αλεύρι. Έπειτα βάλε τέσσερις ουγγίας ύσσωπον και άλλας τέσσερις
          προζύμι, βάλε τα και τα τρία εις το αγγείον, οπού έχει το κρασί, να
          γένη ξύδι. <pb n="245"/> Φθάνουσι όσας ερμηνείας εγράψαμεν και ας
          προκρίνη πας ένας οποίαν ορέγεται και ας είπουμεν άλλα αναγκαία
          πράγματα δια την κυβέρνησιν και ιατρείαν του σώματος, καθώς είναι
          τυπωμένα παλαιόθεν και ηύραμεν και ημείς μερικά με την πολυπειρίαν και παίδευσιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΠΙΑΣΗΣ ΠΕΤΟΥΜΕΝΑ ΑΓΡΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΞΘ'. (ΡΟΑ')</head>
        <p>Βράσε ρακί με σπόρον κωνείου, (cicuta), εις ένα χάλκωμα κρασί και
          βάλε μέσα σιτάρι ή άλλον σπορίσιμον είτι τρώγουσι τα πετεινά, οπού
          θέλεις να πιάσης, και, όταν βράση αυτό το σιτάρι ή είτι άλλο είναι,
          έβγαλε και ρίξε το εις τον τόπον, οπού αραδίζουν τα πετούμενα, και,
          όταν το φάγουν, <milestone ed="1643" n="L4v" unit="fol"/> απομένουν
          ώραν πολλήν ως νεκρά και ακίνητα και τότε τα πιάνεις ευκολώτατα.</p>
        <p>Έτερον δια να πιάσης πετούμενα. Βάλε αρσενίκι εις το νερόν να λύση
          και εις αυτό το νερόν βράσε σιτάρι ή κεχρί ή άλλο, είτι θέλεις
          σπορίσιμον, και ρίξε το οπού συνάγουνται και όσα το φάγουν δεν
          ημπορούν να πετάξουν.</p>
        <p>Έτερον παρόμοιον. Στούπισον κώνειον, ήγουν τσικούτα, και δισκύαμον
          και εις τον ζωμόν αυτών βάλε τρυγιά, ήγουν λάσπη καλου κρασίου, και
          εις αυτά μόσκευε σιτάρι ή άλλον καρπόν και, όσα το φάγουν, μεθύουσιν,
          αμή ας κάμνη εις αυτό ο καρπός ημέρας δέκα. Το όμοιον κάμνει ο ζωμός
          του χελιδονίου με την λάσπην ή και εις αυτήν μόνον να κάμνη ο καρπός
          μίαν εβδομάδα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΥΝΗΓΗΣΗΣ ΟΨΑΡΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΟ'. (ΡΟΒ')</head>
        <p>Κάμε ένα φανάρι με γυαλία ή κρύσταλλα με τρόπον, οπού να μην ημπορή
          να εισέλθη μέσα η θάλασσα, ήγουν κάμε τον πάτον του ξύλινον και με
          βίδα να στρουφίζη στενά. Ας είναι το χέρι του, τουτέστιν ο τόπος οπού
          βάνεις την λαμπάδα ή λυχνάριον, εις τον οποίον βάλε κομμάτι μόλυβδον
          δια να βουλά το φανάρι, το οποίον ας είναι από πάνω καλά φραμένον και
          ας έχη ένα κερκέλλι να το δένης και, όταν <milestone ed="1643" n="L5r"
          unit="fol"/> θέλης να ψαρεύσης, κατέβαζέ το εις την θάλασσαν και τότε
          <pb n="246"/> συνάγουνται εις το φως όλα τα οψάρια, μόνον ας είναι
          νύκτα σκοτάδι και τότε βάλε τα δίκτυα να πιάσης αμέτρητα.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε κομμάτι πανί σκαρλάτον, ήγουν κόκκινον, να είναι ωσάν
          μίαν γλώσσαν, άλειψέ το καλά με λάδι της βαλεριάνας, τούτο είναι ένα
          χόρτον, οπού το έχουν εις τα σπλετζερεία, ελληνικά το λέγουσι φου, και
          κρέμασε αυτό το πανί εις το ορμίδι σιμά εις το αγκίστρι και, όσες
          φορές το κατεβάσης, δεν έρχεται άδειον.</p>
        <p>Έτερον δια οψάρια. Κοπάνισε καμπόσην βαλεριάναν, ήγουν αγρίαν νάρδον,
          και βάλε την εις τα δίκτυα ή εις το κοφίνι ή εις άλλο εργαλείον, οπού
          ψαρεύεις, ότι αυτό το χορτάρι έχει μίαν μυρωδίαν και τρέχει το ψάρι,
          οπού την γρικήση, ως μεθυσμένον.</p>
        <p>Άλλο. Στούπισον τιθόμαλον, (cioè tithimalo), ή χελιδόνιον και ρίξε το
          εις τα νερά να συναχθή όλον το ψάρι πάραυτα και, εάν αλείψης τους
          πόδας σου με το ζουμόν αυτού του χόρτου τιθομάλου, σε τριγυρίζουν τα
          οψάρια να τα πιάνης σχεδόν με τας χείρας σου ή με την πόχην.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε χόρτον, οπού λέγουσι λαβάντα, κοπάνισέ το με τες
          πέτρες, ρίξε το εις την θάλασσαν να συναχθούν άπαντα.</p>
        <p>Έτερον. Κοπάνισε μίαν κουρούναν ή άλλο πετεινόν ή και <milestone
            ed="1643" n="L5v" unit="fol"/> όρνιθα με χοντρήν όμμουδα έως να
          λύσουν τα κόκκαλα της κουρούνης και ας έχη έσω της όλα τα εντόσθια δια
          να πάρη η άμμος την βρώμαν του κρέατος και τότε σκόρπιζε καμπόσην εις
          το πέλαγος εισέ διαφόρους τόπους να γρικήσουν τον βρώμον τα οψάρια και
          εύρε τόπον πιδέξιον να κάθεσαι με το καλαμίδι και δόλωνε από το στήθος
          της κουρούνας ή όρνιθας και πιάνης σαργούς, όσους θέλεις, μόνον ας
          είναι καμπόσον θολά τα νερά ή νύκτα να μη φαίνεσαι.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΥΝΗΓΗΣΗΣ ΛΥΚΟΥΣ, ΑΓΡΙΟΓΟΥΡΟΥΝΑ ΚΑΙ ΕΤΕΡΑ ΖΩΑ ΟΜΟΙΑ. <lb/>
          ΚΕΦ. ΡΟΑ'. (ΡΟΓ)</head>
        <p>Έπαρε μίαν κοιλίαν προβάτου, ή άλλου ζώου και κάμε της μίαν τρύπαν
          και σύρνε την καταγής εις το δάσος ή εις τον κάμπον ένα μίλι ή
          περισσότερον και τότε την κάμε κομμάτια και ρίξε τα τριγύρου εκεί,
          οπού είσαι κρυμμένος με το <pb n="247"/> τουφέκι, και τότε ημπορείς να
          σκοτώσης από ταύτα με τους συντρόφους σου.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΝΑ ΓΕΝΝΟΥΝ ΚΑΘ' ΗΜΕΡΑΝ ΤΑ ΟΡΝΙΘΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΟΒ'. (ΡΟΔ')</head>
        <p>Δίδε τους να τρώσι ρίζι με την φλούδα και τα άνθη της ατσικνίδας και,
          εάν δεν είναι άνθη, ας τρώγουν τες κορφές της. Ή σχίσε την όρνιθα εις
          το καπούλι αποκάτω και εβγαίνει μία φουσκαλίδα ωσάν λεπτόκαρο και
          ανάσπασον εκείνην την <milestone ed="1643" n="L6r" unit="fol"/>
          φούσκαν και ράψε το σχίσμα και γεννά καθ' ημέραν η όρνιθα.</p>
        <p>Έτερον. Βράσε το βρομάρι ή κριθάρι ή είτι άλλο ταγίζεις τας όρνιθας
          με τον σπόρον της ατσικνίδας, ήτις είναι χόρτον γεμάτο αγκίδες λεπτές,
          και με τον καρπόν αυτόν, καν σιτάρι είναι καν άλλο γέννημα, τάγιζε τας
          όρνιθας να γεννούν καθ' ημέραν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΕΙΣ ΈΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ Η ΕΙΣΕ ΣΠΑΘΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.<lb/> ΚΕΦ.
          ΡΟΓ'. (ΡΟΕ')</head>
        <p>Έπαρε κερί καινούριον φτενόν ωσάν μαχαίρι και γράψε απάνω εις το κερί
          είτι θέλεις με ένα μουρωτό σίδηρον. Έπειτα βρέξε τα γράμματα εκείνα με
          ένα νερόν, οπού το λέγουσιν οι ιταλοί άκβα φόρτε, και τότε ούτως υγρόν
          βάλε το κερί, οπού θέλεις να χαραχθούσι τα γράμματα ή εισέ τουφέκι ή
          εισέ πουνιάλον ή άλλο σιδήρειον όργανον, και έως ώρες κδ' εγχαράσσονται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΛΑΜΠΡΥΝΗΣ ΕΙΚΟΝΑ ΟΠΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΑΙΑ ΚΑΣΑΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΔΕΝ
          ΦΑΙΝΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΟΔ'. (ΡΟΣΤ')</head>
        <p>Βράσε κατασταλακτήν, ήγουν αλουσά δυνατή, να είναι από στάκτη
          κλημάτων ή δρυός, λίτραν μίαν και μίαν ουγγίαν βούκερον, τήλιν (cioè
          fiengreco), και άλλην μίαν ουγγίαν <milestone ed="1643" n="L6v"
          unit="fol"/> λινόσπορον, τα οποία όλα αντάμα ας βράσουν καλά έως να
            <pb n="248"/> φυράση το ένα τρίτον, έπειτα βρέξε εις αυτήν την
          αλουσάν ένα σφογγάρι παστρικόν και στίψε το να μείνη μόνον ολίγη
          υγρασία και μετ' αυτό τρίψε ελαφρά την εικόνα ή κάδρον ή γραφήν
          πάλαιαν εις εβράινον, οπού δεν αναγνώθουνται τα γράμματα, ή είτι άλλο
          πράγμα θέλεις να καθαρίσης και, αφού το πλύνης πιδέξια, άφες το να
          στιγνώξη και τότε κόψε εις την μέσην ένα κρεμμύδι και τρίψε την εικόνα
          μετ' αυτό αλαφρά με λεπτότητα και γίνεται ως καινούρια.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΟΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΕΣΑ ΕΜΦΟΒΟΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΟΕ'. (ΡΟΖ')</head>
        <p>Όσοι είναι πολλά φοβητσάροι και δειλιούσι την νύκτα να μείνουσι
          μοναχοί, ας τρώγουν αντράκλες συχνιά, ήγουν γλυστρίδας, οπού κάμνουν
          σαλάτα, και ας τες βάνουν και εις το στρώμα και ας τες βαστούν και
          απάνω τους να τους εγγίζουν κατάσαρκα και ούτως από τον περισσόν φόβον λυτρώνουνται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΑΦΑΝΙΣΗΣ ΤΕΣ ΚΟΝΙΔΕΣ. <lb/> ΚΕΦ. ΡΟΣΤ'. (ΡΟΗ')</head>
        <p>Στούπισε τον χόρτον, οπού λέγουν υπερικόν και φράγκικα περφοράτα, και
          με τον ζουμόν του σβήσε ασβέστην και τρίψον τας τρίχας σου μετ' αυτόν
          να ψοφήσουν. Ή στούπισε <milestone ed="1643" n="L7r" unit="fol"/> τον
          σπόρον της ατσικνίδας, κοπάνισέ τον καλά, βάλε τον εις το ξύδι να
          κάμη ένα μερόνυκτον και τότε πλύνε πρώτον με αλουσάν το κεφάλι σου,
          έπειτα, αφού στεγνώση, το άλειφε με το άνωθεν ξύδι και αφανίζονται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΨΟΦΗΣΟΥΝ ΟΙ ΨΥΛΛΟΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΟΖ'. (ΡΟΘ')</head>
        <p>Κάμε λάκκον εις το μέσον του οίκου, κόψε ροδοδάφνην, βάλε εις τον
          λάκκον και εκεί μαζώνουνται όλοι οι ψύλλοι και ζεμάτισον αυτούς.</p>
        <p>Έτερον. Βράσε αψίνθιον ή ρίζαν αγριαγγουρέας ή σπόρον σινάπεως και
          ροδοδάφνην ή βάλε τα να μοσκέψουν και με το νερόν αυτών ράντισον τον
          οίκον να φύγουσιν. <pb n="249"/> Έτερον. Ή βράσον ελλέβορον μελανόν,
          ήγουν σκάρφην, έως να φυράσουν τα δύο τρίτα και ράντιζε να ψοφήσουν όλοι.</p>
        <p>Έτερον. Άλειψον ένα ραβδί ή άλλο πράγμα είτι θέλεις με ξούγκι τράγου
          ή αλουπούς ή ακανθοχοίρου, βάλε το εις ένα τόπον να συναχθούν εις αυτό
          όλοι οι ψύλλοι.</p>
        <p>Άλλο. Βράσε λουμπινάρια με νερόν και αψινθίαν και με το θερμόν αυτών
          ράντισε τον οίκον να φύγουσιν.</p>
        <p>Έτερον. Γέμισον ένα σκουτέλι αίμα του τράγου ή ακανθοχοίρου, βάλε το
          αποκάτω εις το στρώμα και εκεί όλοι συνάγουνται. </p>
        <milestone ed="1643" n="L7v" unit="fol"/>
        <p>Έτερον. Έπαρε γάλα γαδάρας και βρέξον μετ' αυτό είτι θέλεις και
          συνάσσουνται. Ή πάλιν κρέμασε εις το σπίτι κωλοφωτίες, (lucciole), να
          μην ευρεθούσιν εις εκείνον τον οίκον ψύλλοι πώποτε.</p>
        <p>Έτερον. Έτι άλειψε μίαν κόλλαν χαρτί άσπρον με τρεμεντίνα και βάλε το
          εις την μέσην του σπιτίου να το εύρης το ταχύ ολόμαυρον από τους
          ψύλλους, ότι όλοι καθίζουν απάνω και δεν ημπορούσι να ξεκολλήσουσιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΨΟΦΗΣΟΥΝ ΠΟΝΤΙΚΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΟΗ'. (ΡΠ')</head>
        <p>Τρίψε σκάρφη, κάμε την σκόνην, ανακάτωσέ την με αλεύρι, δωσ' τους να
          φάγωσι και ψοφούσιν. Ή πάλιν έπαρε αγριαγγουράς ρίζαν, σκάρφην μαύρην,
          σπόρον σελίνου, αλεύρι, ρίγανην και μελάνθιον· όλα αυτά αντάμα
          ανακάτωσε με ξύδι και ξήρανέ τα και θύμιαζε με ταύτα τον οίκον σου να
          φεύγουσι τα ποντίκια. Ή ένωσον με ζουμάρι σιδήρου ρίνισμα και, όσοι το
          φάγουν, απολούνται.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε κωλισαύραν, καύσε την και κάμε την σκόνην, την οποίαν
          βάλε απάνω εις αναμμένα κάρβουνα με καρύδια κοπανισμένα και τότε, όσα
          ποντίκια ακούσουν αυτήν την βρώμαν, φεύγουσι.</p>
        <p>Δια τους μύρμηγκας. Απ’ αυτούς βάλε καμπόσους εις τα κάρβουνα,
          θύμιασε το σπίτι να φεύγουσιν οι επίλοιποι.</p>
        <milestone ed="1643" n="L8r" unit="fol"/>
        <p>Έτερον. Έπαρε του κέδρου το θυμίαμα και ανάλυσέ το, άλειψε τες
          τρύπες των μυρμήγκων και αφανίζονται. Ή κάπνισέ τους με την ρίζαν της
          αγραγγουρίας να φύγουσιν. <pb n="250"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΚΩΝΩΠΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΟΘ'. (ΡΠΑ')</head>
        <p>Τους κουνούπους φθείρουσι αι τρίχες των άλογων να τες κρεμάσης εις
          την πόρταν και μέσα εις το σπίτι.</p>
        <p>Έτερον. Κοπάνισον κύμινον, ανακάτωσέ το με άσπρον κρασί και ράντισε
          μετ' αυτό τα παράθυρα και δεν έρχουνται μέσα. Ή άλειψε μετ' αυτό το
          χόρτον το πρόσωπον και τας χείρας και πόδας σου να μη σου εγγίξουν ολότελα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑΣ ΜΥΓΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΠ'. (ΡΠΒ')</head>
        <p>Στούπισε αψίνθιον με γάλα αγελάδας και βράσε το καλά, έπειτα το βάλε
          εις ένα σκουτέλι και, όσες του εγγίζουσι, ψοφούσιν.</p>
        <p>Έτερον. Ορίγανον κοπάνισον, ανακάτωσε με χολήν χοίρου και ράντισε
          μετ' αυτά το σπίτι να φύγουσιν. Ή κρέμασε το βράδυ ρεβυνθίες χλωρές,
          αφού φάγης τον καρπόν, και εις αυτά καθίζουν την νύκτα όλες και κάψε τες.</p>
        <p>Δια να μη κάμης ψείρες. Τρώγε κάθε ταχύ ψωμί με λάδι βρεγμένον. </p>
        <milestone ed="1643" n="L8v" unit="fol"/>
        <p>Έτερον. Ένα χόρτον είναι όμοιον του θύμου, οπού το λέγουν οι ιατροί
          στοικάς ελληνικά και φράγκικα sticados, την σκόνην ετούτου ένωσον με
          λάδι και ξύδι, αλείφου να ψοφήσουν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΚΟΡΕΟΥΣ. <lb/> ΚΕΦ. ΡΠΑ'. (ΡΠΓ')</head>
        <p>Βράσε απύρι, ήγουν τειάφι, με νερόν, ζεμάτισε τα σανίδια. Ή ένωσον
          χολήν προβάτου με λάδι και άλειψέ τα να ψοφήσουν. Ή βάλε νερόν εις
          ασβέστην άσβηστον και χρίσε τα σανίδια πάραυτα, οπού είναι ζεστός, και απόλονται.</p>
        <p>Έτερον. Τον ζουμόν του αγρίου αγγουρίου να ενώσης με πίσσαν αναλυτήν,
          ν' αλείψης τα σανίδια του στρωμάτου, φθείρουνται.</p>
        <p>Έτερον. Στούπισε σκιλλοκρόμμυδον και ανακάτωσέ το με ξύδι. Άλειφε το
          κρεββάτι με ένα σφουγγάρι να ψοφήσουσιν. <pb n="251"/> Ή την χολήν του
          ταύρου και τράγου ένωσον με ξύδι και άλειφε το στρώμα να ψοφήσωσιν
          και, αν θέλης να μη γεννηθούσιν άλλοι πλέον, βάλε τους πόδας του λαγού
          ή του λαφίου εις το κρεββάτι σου και δεν γίνονται. </p>
        <milestone ed="1643" n="Mr" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΧΑΛΟΥΜΙΑ, ΗΓΟΥΝ ΓΛΩΣΣΕΣ ΑΠΟ ΤΥΡΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΠΒ'. (ΡΠΔ')</head>
        <p>Όταν τυροκομήσης το γάλα και κάμης την μυζήθραν, αφού την εβγάλης από
          το χάλκωμα, κόψε το τυρί νωπόν, οπού έκαμες την ώραν εκείνην, το
          οποίον να μην είναι πολλά σφιγκτόν, αλλά να το αφήνης επιταυτού
          μαλακότερον, και βάλε το πάλιν κομμάτια μικρά από τέσσερις ουγγίες το
          ένα μέσα εις το χάλκωμα, οπού έχει τον ορρόν, ήγουν τον χουμάν ή
          τσίρον του γάλακτος, και τότε μεν βουλούσι τα κομμάτια και υπάγουν εις
          τον πάτον του χαλκώματος. Και συ βάλε πάλιν ξύλα εις την φωτίαν να
          ξαναβράσουν και, όταν τα ιδής να πλεύσουν εις την απάνω μεράν, έβγαλέ
          τα με τρυπημένην κουτάλαν, ήγουν χουλιάρα, να στραγγίξουν και βάλε τα
          εις ένα πινάκι ή λεκάνην παστρικήν. Και τότε πιάνεις ένα καθένα και τα
          διπλώνεις πεντέξι φορές εις την χέρα σου, αδέν καίγεσαι, ή εις το
          πινάκι, οπού είναι τα άλλα κομμάτια δια να πίπτη το σύχουμο μέσα να μη
          χάνεται και δια να κρατούν και τα άλλα ζεστά και, όταν τα ζυμώσης καλά
          και να τα κάμης ωσάν γλώσσες, τότε τα βάνεις μέσα εισέ κουρούπα
          αλειφτήν και στοιβάζεις τα, αμή να τα έχης αλατισμένα, ήγουν τότες
          όταν τα μαλάσσης εις τας χείρας σου να έχης άλας ψιλόν να <milestone
            ed="1643" n="Mv" unit="fol"/> τους βάνης, όσον εγνωρίζεις και φτάνει
          τα, να μη γένουν πολλά αλμυρά και δεν τρώγονται ούτε πάλιν ανάλατα
          και βρωμέσουν, αλλά εις το δίκαιόν τους και, αφού τα στοιβιάζης εις το
          αγγείον επιμελώς, τότε βάλε μέσα και το σύχουμον, οπού εστράγγιζεν από
          ταύτα και, αδέν σώση να τα σκεπάση, βάλε και άλλον από το χάλκωμα και
          φύλαξέ τα. Αμή πρόσεχε ακριβά να είναι παστρικός όποιος τα φθιάση καν
          άνδρας είναι καν γυναίκα· ήγουν αν είναι γυνή να μην έχη τα συνήθεια
          ούτε να έσμιξε με άνδρα αυτήν την ημέραν. Ει δε και είναι αρσενικός να
          μην ενυπνιάσθη την νύκτα πως επόρνευε με γυναίκα ούτε και έξυπνος να
          το έκαμεν, ότι εάν <pb n="252"/> εμολύνθη χαλούσι τα χαλούμια και
          βρωμέζουσιν· ει δε και είναι αμόλυντος φυλάγουνται όλον τον χρόνον
          και, όταν τα τρώγης, θαυμάζεσαι την νοστιμάδα οπού έχουσιν, ότι πλέον
          χρείζει από ταύτα μίαν λίτραν παρά τρεις λίτρες τυρί από το συντρόφι
          τους. Μερικοί άνθρωποι τα εβγάνουν από την κουρούπαν αφού εργάσουν και
          τα δένουν με σπάγον και τα κρεμνούσι να στιγνώξουν και τότε βαστούσιν
          όσον καιρόν κρέμονται και, όταν θέλουν να τα φάγουν, τα ζεσταίνουν εις
          την εσχάραν και στάζουν τον βούτυρον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΩΣ ΝΑ ΦΘΙΑΣΗΣ ΕΛΕΣ ΚΟΛΥΜΠΑΔΕΣ ΝΑ ΕΥΩΔΙΑΖΟYΣΙΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΠΓ'. (ΡΠΕ')</head>
        <p>Μάζωξέ τες από το δένδρον χεροπιαστά να μη πληγωθούσι <milestone
            ed="1643" n="M2r" unit="fol"/> και μην είναι πολλά γενόμενες ουδέ           περισσά άγγουρες, αλλά εις το δίκαιον, και βάλε τες εις το νερόν να
          γλυκάνουσι καμπόσες ημέρες και άλλασε το νερόν δύο φορές την εβδομάδα
          και, όταν θέλης να τες αλατίσης, κόψε μαραθιές, οπού να έχουσι ακόμη
          τον σπόρον μεστωμένον, βάλε τες εισέ χάλκωμα να βράσουν καλά αντάμα με
          το άλας, όσον ήθελες να βάλης εις τες ελίες και, αφού βράση ώραν
          πολλήν να πάρη το νερόν όλην την ευωδίαν του μαράθου, το κατέβασε και
          έβγαλε τες μαραθίες, ρίξε τες, την δε άρμην άφησε να σταθή μίαν ημέραν
          να καθαρίση. Και τότε πλύνε τες ελίες και την κουρούπαν ή βαρέλι, βάλε
          τες μέσα και τότε το γύρε την άρμην να τες σκεπάση και σούρωνέ την με
          ένα πλυμένον μανδήλιον να μην υπάγη μέσα χώμα ή σκόνη ολότελα και, αν
          έχης και μέλι, ανακάτωσε με το ξύδι, βάλε μέσα να γένουν ευμορφότερες.
          Ει δε ας είναι και δίχως, ότι τόσον γίνουνται νόστιμες από την
          μυρωδίαν του μαράθου, οπού χαίρεσαι να τες τρώγης. Αμή ας είναι
          παστρικός όστις τες φθιάση καθώς και παραπάνω εις τα χαλούμια εγράψαμεν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΩΣ ΚΑΜΝΟΥΣΙ ΤΗΝ ΚΟΜΠΟΣΤΑΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΠΔ'. (ΡΠΣΤ')</head>
        <p>Βράσε κόκκινα σεύκλα, ήγουν παζά, τα οποία λέγουν εις την Κρήτην
          κοκκινογούλια, και μη πολύ βράσουν, αλλά ας <pb n="253"/>
          <milestone ed="1643" n="Μ2ν" unit="fol"/> κρατούσι καμπόσον να
          βαστάξουν πολύν καιρόν και, αφού τα βράσης, τα έβγαλε από το ζουμί
          να στραγγίζουν εις ένα πινάκι ή λεκάνην. Και τότε έχε κοπανισμένον
          σινάπι καλά τριμμένον, ήγουν σινάβρι, και όλας ψιλόν βάνε εις την
          κουρούπαν· ένα πάτωμα σεύκλα και άλας με το σινάπιν όσον φθάνει, αμή
          το άλας ας είναι ολιγότερον να μη γένουν αλμυρά. Και αφού τα βάλης όλα
          εις το αγγείον, έχε ανακατωμένον ξύδι δυνατόν και μέλι εύμορφον, βάλε
          τους έως να τα χώση και ούτως έχεις όλον τον χρόνο εις τον οίκον σου
          έτοιμην σαλάτα καλύτερην μυριοπλασίως παρά εκείνην οπού πουλούν εις
          τον φόρον. Εάν δεν έχης κόκκινα σεύκλα, ας είναι και άσπρα. Και βάνε
          ου μόνον τες ρίζες, αλλά και τα τρυφερά φύλλα, αμή βάλε τας ρίζας
          πρώτον εις το κουρούπι και τα φύλλα ύστερα δια να φάγης αυτά πρωτύτερα
          να μη χαλάσουν. Ου μόνον δε τα σεύκλα, αλλά και τα κράμβια, ήγουν
          φυλλάδες και καρμπολάχανα, κάμνουσιν εις το Άγιον Όρος με τον άνωθεν
          τρόπον και βαστούσιν όλον τον χρόνον. Κάμνουσι και με άρμην μόνον τα
          άσπρα λάχανα, ήγουν φρύα, και τα λέγουσι λαχαναρμίαν, αμή είναι ψυχρά
          περισσά και άνοστα δια τούτο δεν κάθομαι και πειράζωμαι ερμηνεύων
          άχρηστα πράγματα. Κάμνουσι και με τα σταφύλια, τα οποία βάνουσι πρώτον
          εις τον ήλιον, αφού τα κόψουν από τα κλήματα, και κάμνουν τρεις
          ημέρας. Έπειτα έχουσι τριμμένον σινάπι ως άνωθεν και τα βάνουν εις
          το παραβούτι ρίπτοντες εις πάσαν πατοσίαν σινάπι αντίς άλας και ύστερα
          βάνουν κρασί μούστον, ήγουν την ώραν οπού το πατήσουν, και σκεπάζουν
          τα και ούτω βαστούσιν όλον τον χρόνον και είναι γλυκέα, αμή καλύτερα
          γίνουνται, όταν τα ζεματίσης, να τα κρεμάσης καθώς παραπάνω εγράψαμεν,
          ότι εκείνα απομένουν εις την νοστιμάδα τους. Αμή όποιος δεν έχει από
          την σκλετάδα εκείνην, ήγουν κορίχια ή άλλα δυνατά σταφύλια να
          βαστάξουν, εκείνος κάμνει σταφυλαρμίαν εξ ανάγκης, οπού γίνεται πάσα
          λογής σταφύλι και δεν σήπεται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΚΑΡΒΟΥΝΑ ΝΑ ΒΑΣΤΑΞΟΥΝ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΠΑΝ.<lb/> ΚΕΦ.
          ΡΠΕ'. (ΡΠΖ')</head>
        <p>Είδα τινάς ιερείς, οπού υπήγαν να λειτουργήσουν εισέ <pb n="254"/>
          παρακκλήσιον, και, όταν ήταν εις χερουβικόν, έσβησαν τα κάρβουνα και
          δεν είχασι πως θυμιάσει δια τούτο γράφω ταύτην την ερμηνείαν ως
          αναγκαίαν και μη με κατακρίνετε πως λέγω λόγια άκαιρα. Την φλούδαν του
          δρυός ή και άλλου δένδρου, οπού να έχη φλούδα χοντρήν, κάψε και βάλε
          εις το θυμιατόν τα κάρβουνά της και από πάνω καμπόσην στάκτην ζεστήν
          και έπαρέ τα μέσα εις το Άγιον Βήμα και βαστούσιν έως να λειτουργήσης
          και να μνημονεύσης με ταύτα χωρίς να συγχύζεσαι πάσαν ώραν γυρεύοντας
          άλλα κάρβουνα. Ει δε <milestone ed="1643" n="Μ3ν" unit="fol"/> και δεν
          έχεις φλούδα δένδρου καν, ας ευρίσκουνται εις πάσαν εκκλησίαν ένα
          καλάθι κληματερά κάρβουνα, οπού άπτουσιν ογλήγορα, και εξόχως εις όλες
          τες ενορίες και μοναστήρια δια να θυμιάζετε εις το
          <quote>Κατευθυνθήτω</quote> του εσπερινού και εις την
          <quote>Ενάτην</quote> του όρθρου, ήγουν όταν ψάλλετε την
          <quote>Τιμιωτέραν</quote>. Εις τον Άθωνα ου μόνον εις τα κοινόβια και
          μεγάλα κελλία, αλλά και εις τας μικράς καλύβας όλοι οι μοναχοί έχουσιν
          απ’ αυτά τα κάρβουνα και θυμιάζουν καθ' ημέραν εις τον εσπερινόν και
          όρθρον ως άνωθεν. Και εις τον κόσμον έτυχα εισέ πολλάς εκκλησίας
          πολλές εορτές και δεν είχασι από την αναποδίαν τους κάρβουνα να
          θυμιάσουν τον άγιον και τούτο είναι αμάρτημα αμελείας και ανευλαβείας.
          Εις τα αναγκαία του σώματος επιμελούμεσθεν μη μας λείψη τίποτας και
          εις τα θεία έχομεν τόσην αμέλειαν. Προσέχετε δε, όσοι ιερείς
          επληρώθητε να κάμετε σαραντάριον δια τινά απεθαμένον να το λειτουργάτε
          μοναχόν καθένα όνομα και να μη βάνετε πολλά, ότι κολάζεσθε δια την
          πλεονεξίαν. Εσύ παίρνεις άσπρα φ' να κάμης σαράντα λειτουργίας και
          έρχεται σου εις την μίαν ιβ' και λειτουργάς εις μίαν ώραν και δεν
          ευχαριστάσαι, αμή βάνεις ως πλεονέκτης τρία ονόματα και παίρνεις δια
          μίαν ώραν μ' άσπρα. Φυλάγεσθε από τοιαύτην αταξίαν μην έλθη καιρός να
          κλαίετε ανωφέλευτα, αλλά λειτούργα πρώτον το ένα  <milestone ed="1643"
            n="M4r" unit="fol"/> όνομα, άγιε πνευματικέ, και, αφού τελειώσης
          εκείνο, άρχιζε το άλλο σαραντάριον δια να ωφελάς τας ψυχάς
          περισσότερον, και να είναι ευλογημένος ο κόπος σου. <pb n="255"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΓΛΥΚΑΝΗΣ ΑΛΜΥΡΟΝ ΜΑΓΕΡΕΥΜΑ ΕΥΚΟΛΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΠΣΤ'. (ΡΠΗ')</head>
        <p>Εάν τύχη και σφάλης να βάλης άλας περίσσον εις το μαγέρευμα, έπαρε
          ένα σφουγγάρι παστρικόν, πλύνε το καλά και βάλε το εις το τσουκάλι να
          κάμη καμπόσην ώραν και τότε το έβγαλε, σφίγξε το εις ένα σκουτέλι και
          γεύσου το ζουμίν, οπού ήβγαλε, να ιδής πως επήρεν όλον το άλας. Και
          δοκίμασε πάλιν το μαγέρευμα και, εάν είναι ακόμη αλμυρόν, ξανάβαλε τον
          σπόγγον μέσα οσάκις θέλεις και εβγαίνει όλον το άλας του. Ή πάλιν δέσε
          καμπόσον αλεύρι σίτινον εισέ πανί λινόν καθαρόν, βάλε το εις το
          τσουκάλι και παίρνει όλην την αρμύλαν το άλευρον. Ή τύλιξε μίαν
          πετσέτα, ήγουν ταβαγιόλι, εις ένα κομμάτι ξύλον χοντρόν ωσάν την χέρα
          σου και κοντόν όσον είναι το τσουκάλι, βάλε το μέσα να βράση καμπόσον
          και παίρνει όλον το άλας η πετσέτα. Ει δε και έχεις κρέας ή οψάριον
          αλμυρόν και θέλεις να το κάμης <milestone ed="1643" n="Μ4ν"
          unit="fol"/> γλυκόν, σκάψε την άμμον, θάψε το να κάμη μίαν νύκτα και
          εβγαίνει όλον το άλας του και τότε ξέπλυνε καλά και φάγε το.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΨΗΣΗΣ ΑΒΓΑ ΧΩΡΙΣ ΦΩΤΙΑΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΠΖ'. (ΡΠΘ')</head>
        <p>Βάλε ένα ή δύο και τρία αβγά εις ένα καλάθι με ασβέστην άσβηστον, το
          οποίον βάλε εις το νερόν, και βράζοντας ο ασβέστης ψήνει τα αβγά και
          κερδαίνεις το στοίχημα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΓΡΙΚΑΣ ΨΥΧΡΑΝ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΟΛΟΤΕΛΑ. <lb/> ΚΕΦ. ΡΠΗ'. (ΡΠϞ')</head>
        <p>Βράσε ατσικνίδα εις το λάδι, αυτή είναι ένα χόρτον οπού έχει αγκίδας
          λεπτάς, και μάζωξέ την το ταχύ πριν έβγη ο ήλιος, και με το λάδι αυτό
          αλείψου, οπού θέλεις, να μην αισθάνεσαι ψύχος. Ή βράσε ομοίως με το
          λάδι αβρότανα και αλείφου ως άνωθεν· αυτά είναι όμοια της αψινθίας,
          μόνον εκείνης είναι τα φύλλα λευκότερα, των δε αβροτάνων πρασινότερα,
          τα οποία βάνε και εις το κρασί και πίνε τα να μη κρυγιώσης πώποτε. <pb n="256"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΒΡΑΣΗΣ ΚΡΕΑΣ ΚΑΚΟΨΗΤΟΝ ΟΓΛΗΓΟΡΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡΠΘ'. (ΡϞΑ')</head>
        <p>Βάλε εις το τσουκάλι ρίζαν της ατσικνίδας ή κομμάτια <milestone
            ed="1643" n="M5r" unit="fol"/> γυαλιά εις ένα μανδύλιον λινόν να
          βράσουν με το κρέας να γένη ογλήγορα.</p>
        <p>Έτερον. Όταν βράζη το κρέας, έβγαλέ το και βάλε το εις κρυόν νερόν να
          σταματήση ένα <quote>Πάτερ ημών</quote> και τότε το άλειψε λάδι,
          ξανάβρασέ το να μαγερευθή παρευθύς, εάν ήτον και εκατόν χρόνων.</p>
        <p>Έτερον. Βάλε μέσα εις το τσουκάλι καμπόσον πεπονόσπορον και λάσπη
          κρασίου ή ολίγον βερντεράμε, ήγουν από το πράσινο χρώμα, να ψηθή γληγορότερα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΕ ΧΑΡΤΙ ΝΤΕΜΠΡΙΝΟ ΩΣ ΚΡΥΣΤ ΑΛΛΟΝ.<lb/> ΚΕΦ.
          PϞ'. (ΡϞΒ')</head>
        <p>Έπαρε το χαρτί και μη είναι εργασμένον με ασβέστην, αλλά ας είναι από
          κατσίκι, ήγουν ριφικόν, και ξύσε το λεπτά και κόψε το όσον είναι το
          παράθυρον, έπειτα βάλε καμπόσον κομμίδι αραπικόν εις αγγείον με ολίγον
          μέλι ξαφρισμένον και οκτώ αβγών το άσπρον· όλα ταύτα τάραξε καλά να
          γένουν ένα μίγμα. Εις αυτά βάλε το χαρτί έως να μοσκέψη καλά, έπειτα
          το έβγαλε, άπλωσέ το δυνατά και κάρφωσέ το εις το ξύλον του παραθυρίου
          και αφού στεγνώση το βερνίκιασε να λάμπη ως κρύσταλλον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΒΑΨΗΣ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΙΔΗΡΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΝΑ ΚΟΠΤΟΥΣΙ.<lb/> ΚΕΦ.
          PϞΑ'. (ΡϞΓ')</head>
        <p>Βάλε εις ένα αγγείον υάλινον σκουλήκια της γης και λάδι <milestone
            ed="1643" n="Μ5ν" unit="fol"/> έως να χώνουνται, άφες τα εις τον
          ήλιον ημέρας κ', έπειτα πύρωσε το σίδηρον, οπού θέλεις να βάψης και,
          όταν το εβγάλης από την φωτίαν, τρίψε το με σαπούνι, ότι αυτό του
          εβγαίνει την σκουράν και γυαλίζει, και τότε το βούτηξε εις το λάδι των
          σκωλήκων. Αυτή είναι η χρησιμότερη βαφή από όσες ηξεύρουν οι άνθρωποι.
            <pb n="257"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΚΑΜΗΣ BEPNIKH ΟΠΟΥ ΧΡΥΣΩΝΕΙ TO ΑΣΗΜΙ ΚΑΙ TO ΣΤΑΝΙΟ ΚΑΙ
          ΧΡΥΣΟΠΕΤΣΑ ΚΑΙ ΕΤΕΡΑ.<lb/> ΚΕΦ. PϞΒ'. (PϞΔ')</head>
        <p>Βράσε εις ένα χάλκωμα λινόλαδον λίτρες δώδεκα και ας βράση ώραν
          πολλήν έως να βάνης μέσα μίαν πένναν, ήγουν πτερόν, να καίγεται και
          τότε έχε έτοιμα έξι λίτρες ρητίνη του πεύκου, ήγουν αρτσίνη, άσπρη,
          παστρική και άδολη, να είναι ξηρά μικρά κομματάκια, και αλόη,
          (cavalino), στούπισέ τα αντάμα και έβγαλε το χάλκωμα να κρυώση το λάδι
          καμπόσον. Και τότε ολίγον κατ' ολίγον ρίχνε μέσα την ρητίνην και αλόην
          και τότε το βάλε πάλιν εις την φωτίαν να βράζη έως να γένη μία δυνατή
          κρόστα, ήγουν να πετσαλιδιάση εις την απάνω μεράν, και συ άφες το
          ακόμη εις την φωτίαν να περάση καμπόση ώρα. Και τότε τρύπησε την
          κρόστα με κομμάτι ξύλον και έβγαλε ολίγην βερνίκην και άπλωσέ την εις
          χαρτίν να την ιδής αν είναι καλή, να έχη το χρώμα της <milestone
            ed="1643" n="M6r" unit="fol"/> εύμορφον, έβγαλέ την. Ει δε και
          λείπεται, άφες την έως να γένη τελεία και εύχρηστος και τότε την
          στράγγιζε με πανί λινόν και φύλαξέ την εις τα αγγεία, η οποία είναι
          τόσον πολύτιμος, οπού ου μόνον τας άνωθεν χρείας κάμνει, αλλά και
          ιατρικά διάφορα, καθώς οι ιατροί το ηξεύρουσιν εξαιρέτως, και ενεργά
          εις τες καϊμάδες θαυμασίως, καθώς εγράψαμεν, έτι δε και τους
          υδρωπικούς και όσους έχουν ρίγον τεταρταίον, ήγουν κβαρτάνα, ιατρεύει
          να τρώγουν κάθα ταχύ νηστικοί μίαν ουγγίαν. </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΕΥΡΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΠΝΙΓΜΕΝΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΡϞΓ'. (ΡϞΕ')</head>
        <p>Εάν τύχη να πνιγή τις εις ποταμόν ή εις θάλασσαν και δεν τον
          ευρίσκης, ρίξε ένα ψωμί εις εκείνην την μεράν, οπού επνίγη, και αυτό
          βουλά και υπάγει απάνω εις το λείψανον του νεκρού και στένεται. <pb n="258"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΚΟΥΚΚΙΑ ΝΑ ΦΥΤΡΩΣΟΥΝ ΔΙΑ ΩΡΑΣ Δ'.<lb/> ΚΕΦ. ΡϞΔ'. (ΡϞΣΤ')</head>
        <p>Βάλε τα πρότερον εισέ λάδι βραστόν να καίη, άφες τα να κάμουν ημέρας
          θ' και τότε τα ξήρανε, φύλαξέ τα και, όταν θέλης να κάμης την δοκιμήν,
          σπείρε τα το ταχύ και το βράδυ να τα ιδής μίαν σπιθαμήν φυτρωμένα. Με
          τον αυτόν τρόπον ημπορείς να κάμης και κολοκύνθας και έτερα. </p>
        <milestone ed="1643" n="Μ6ν" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΑΛΑΣ ΕΙΣ ΚΑΙΡΟΝ ΑΝΑΓΚΗΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡϞΕ'. (PϞΖ')</head>
        <p>Κάψε καλαμίες ξηρές από κουκκιστράν, κάμε αλουσάν με τον άθον τους,
          ήγουν κατασταλακτήν με την στάκτην αυτήν, την οποίαν αλουσάν βράζε εις
          το χάλκωμα, έως να φυράση όλη, και τότε απομένει εις τον πάτον το
          άλας, το οποίον αναλύει εις την φωτίαν ωσάν κερί. Έτσι το λέγει το
          <quote>ιατροσοφείον</quote> καθώς το έγραψα, αμή φαίνεται μου πως, αν
          βάλη τινάς θάλασσαν αντίς δια νερόν να κάμη την άνωθεν αλουσάν, ήθελε
          γένη άλας περισσότερον, επειδή και με θάλασσαν μοναχήν κάμνουσι τινές
          άλας βράζοντες αυτήν ώραν πολλήν και βάνοντές την εις τον ήλιον ύστερα
          έξω εις το δώμα δια να της δίδη και η ψύχρα της νυκτός να πήξη καλύτερα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΠΑΝΙ ΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΣΤΑΧΩΝΗΣ ΒΙΒΛΙΑ ΧΩΡΙΣ ΣΑΝΙΔΙΑ.<lb/> ΚΕΦ.
          ΡϞΣΤ'. (ΡϞΗ')</head>
        <p>Έπαρε δύο ουγγίας ψαρόκολλα, μίαν λίτραν ξύγκι απ’ εκείνο, οπού
          κάμνουν τα ξυγκοκέρια, και πέντε ουγγίας κερί, ανάλυσέ τα όλα αντάμα
          εις την φωτίαν και μετ' αυτό κέρωσε το πανί, οπού θέλης να ενδύσης τας
          βίβλους, και γίνεται τόσον σιγούρον και δυνατόν, οπού είναι από τα σανίδια 
        <milestone ed="1643" n="M7r" unit="fol"/>
        καλύτερον και από χαρτί εβράινον, ουδέ το νερόν το περνά ολότελα. Ή
          έπαρε κομμίδι, ανάλυσέ το εις το νερόν και τρίψε, πλάσε το, κάμε το
          ωσάν κουρκούτι και μετ' αυτό κόλλα κόλλες αντάμα όσες θέλεις να κάμης
          τα σανίδια σίγουρα καθώς ορέγεσαι. <pb n="259"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΕΞΑΛΕΙΨΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡϞΖ' (ΡϞΘ')</head>
        <p>Έπαρε άλας, στύψιν και έτερον άλας στεριωτικόν, οπού γίνεται εις τα
          βουνά και είναι λαμπρόν ως μαργαριτάρι δι’ αυτό το λέγουν οι
          σπλετσέροι σάλ - γέμμα. Από τούτο γουν και από τα άνωθεν βάλε εις τον
          λαμπίκον δύο ουγγίας από καθένα και τέσσερις ουγγίας άλας αρμονιακόν
          και με το νερόν, οπού έβγη από ταύτα, άλειφε το χαρτί οπού θέλεις να
          σβήσουν τα γράμματα.</p>
        <p>Έτερον εύκολον. Έπαρε ζουμόν από νεράντζι ή μήλον πολλά ξυνόν, άλειψε
          μετ' αυτό τα γράμματα και, αφού περάση μία ή δύο ώρες, τρίψε τα με
          αδρύ πανί μάλλινον να έβγουσιν. Ή μάζωξε τον Απριλομάιον ατσικνίδα και
          πήγανον και εις τον ζωμόν αυτών βάλε καμπόσον τυρίν και γάλα και
          ασβέστην άσβηστον, στούπισέ τα να γένουν ωσάν θυμάρι και κάμε βώλια
          στρογγυλά, ξήρανέ τα εις τον ήλιον και, όταν θέλης να σβήσης τα
          γράμματα, γράνε τα με νερόν και πτύσμα αντάμα, έπειτα τρίψε από τα
          άνωθε βώλια, βάλε <milestone ed="1643" n="Μ7ν" unit="fol"/> την σκόνην
          και πάλιν βρέξε τα και εβγαίνουσιν.</p>
        <p>Έτερον. Τρίψε στύψιν, ένωσον με νεραντζόζουμον και, αφού ξηρανθή εις
          τον ίσκιον, τρίψε μετ' αυτό τα γράμματα να σβήσουσιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΦΥΛΑΞΗΣ ΡΟΥΧΑ ΑΒΛΑΒΑ ΑΠΟ ΒΩΤΡΙΔΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΗΠΟΝ ΑΠΟ ΑΛΛΑ
          ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΡϞΗ'. (Σ')</head>
        <p>Έχε μέσα εις το σεντούκι δύο κίτρα πάντοτε ή αψινθίας κορυφάς και,
          όταν ξηρανθούν, βάνε άλλα τρυφερά. Ει δε και φθείρουσι τον κήπον
          κάμπιες ή άλλα μαμούνια, βράσε πολλά απ’ εκείνα τα ίδια ζωΰφια και με
          τον νερόν αυτών, όταν ψυχρανθή, ράντισον όλα τα λάχανα και ψοφούσιν
          όλα τα επίλοιπα. <pb n="260"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΕΒΓΑΛΗΣ ΟΦΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥΣ
          ΣΚΩΛΗΚΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΡϞΘ'. (ΣΑ')</head>
        <p>Εάν έτυχε και εισήλθεν οφίδι από το στόμα τινός εις τα εντόσθια,
          βράσε ώκιμον, ήγουν βασιλικόν, με το ξύδι και δωσ' του να το πίη. Ή
          μελάνην μαύρην, οπού γράφουσι, με καλόν κρασί τον πότισε και ου μόνον
          ο όφις, αλλά και όλοι οι σκώληκες βγαίνουσιν.</p>
        <p>Έτερον. Καμπόσον γάλα ζέστανε και κρέμασε από τους πόδας τον
          άνθρωπον, να είναι η κεφαλή του σιμά εις το τσουκάλι του γάλακτος να
          ανεβαίνη η ευωδιά εις την κοιλίαν <milestone ed="1643" n="M8r"
          unit="fol"/> του, και ας χάσκη καλά το στόμα του και εβγαίνει ο όφις
          συρόμενος από την μυρωδίαν του γάλακτος.</p>
        <p>Έτερον. Ει δε και είναι εις το σπίτι οφίδια ή σκορπιοί ή άλλα ζώα
          βλαβερά, κάψε τα πτερά του πετεινού, οπού λέγουν ούπουπα, θυμίασε τον
          οίκον και όλα φεύγουσιν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΒΟΥΛΑΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. Σ'. (ΣΒ')</head>
        <p>Κάμε ένα ζουπόνι με κανεβάτσα και ας είναι μακρές οι αλέτες μίαν
          πήχυν να φθάνουν έως τα γόνατα, τες οποίες ένδυσε από μέσα με το
          φελλόν, ήγουν σούρον, και ράψε τον. Εις την άκραν έχε δύο δεματικά ή
          κορδέλες και, όταν τύχης εισέ καράβι, φόρει το άνωθεν ζουπόνι και δέσε
          κάτω τες αλέτες εις τους πόδας σου και τότε, αν πέσης εις την θάλασσαν
          ή από φουρτούνα ή άλλην περίστασιν, δεν σε αφήνει ο σούρος να βουλήσης
          και γλυτώνεις την ζωήν σου.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΛΥΣΗΣ ΑΝΔΡΟΓΥΝΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΑ'. (ΣΓ')</head>
        <p>Έπαρε χολήν του κοράκου και μελτζουβόλαδο, ίσια και τα δύο, και ας
          αλειφθή ο άνδρας εις όλον του το κορμί και ας γράψη το τροπάριον
          ετούτο της Πεντηκοστής να το βαστά απάνω του· <quote>λύει τα δεσμά και
            δροσίζει την φλόγα</quote> και τα έξης, και τότε ας πέση με την
          γυναίκα του και λύει η μαντεία. <milestone ed="1643" n="M8v"
          unit="fol"/> Το άνωθεν λάδι ας αγοράση από τα εργαστήρια, <seg
            lang="it">cioè olio di melzovino</seg>. <pb n="261"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΨΗΣΗΣ ΚΡΕΑΣ ΚΑΙ ΠΑΝ ΑΛΛΟ ΜΑΓΕΡΕΥΜΑ ΧΩΡΙΣ ΦΩΤΙΑΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΒ'. (ΣΔ')</head>
        <p>Βάλε το είτι και αν είναι εις το τσουκάλι με θερμόν νερόν και χώσε το
          τσουκάλι εισέ σιτάρι ή πίτερα ή εις άχυρα και χώσε το έως απάνω, άφες
          το πολλήν ώραν και μαγερεύεται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΦΘΙΑΣΗΣ ΜΕΛΑΝΗΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΓ'. (ΣΕ')</head>
        <p>Βάλε μίαν ουγγίαν καλακάνθι, δύο κομμίδι και τρεις ή τέσσερις κηκίδι,
          κατά τον κοινόν λόγον <q>
            <seg lang="it">una do e tre e trenta si fara la buona tenta</seg>
          </q>, και στούπισέ τα και τρίψε τα καλά και βάλε τα εισέ λ' ουγγίες
          κρασί άσπρον να κάμουν πεντέξι ημέρας και καθ' εκάστην τα τάρασσε και
          ούτως έγινεν η μελάνη. Ει δε και θέλεις να την κάμης εις μίαν ώραν και
          καλύτερην, τρίψε μίαν ουγγίαν από καθένα χρώμα τούτων των τριών και
          κοσκίνισέ τα με την κνησάραν, ήγουν την σίταν, ως άλευρον και βάλε τα
          εισέ τσουκάλι καινούριον με νερόν ουγγίας εννέα να πάρουν μίαν βράσιν
          με ολίγην φωτίαν να μη χύση και ούτως έγινεν η μελάνη πάραυτα. Και
          όταν ψυχρανθή, την σούρωσε με ένα πανί και σφίγξε το να έβγη
            <milestone ed="1643" n="Nr" unit="fol"/> όλον το υγρόν, φύλαξέ το
          εισέ αγγείον μολυβωτόν ή υάλινον να μη το πίνη. Ει δε και δεν έχεις
          από ταύτα, κέρωσον ένα πήλινον καθώς πισσώνεις το πιθάρι και βάλε το.
          Ούτως το κάμνουν εις το Άγιον Όρος οι καλλιγράφοι όλοι και γίνεται
          χρήσιμον. Τινές δε του βάνουσι και κομμάτι κάντιον ή ζάχαρην ύστερα
          εις το αγγείον δια να γυαλίζουν τα γράμματα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΠΟΣΕΣ ΧΑΡΕΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΡΟΣΜΑΡΙΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΔ'. (ΣΣΤ')</head>
        <p>Βράσε τα άνθη δενδρολιβάνου με το νερόν, έως να φυράση το ήμισυ, και
          πίνε το νερόν εκείνο να σου ιατρεύση είτι ασθένειαν έχης εις τα
          εντόσθια. Κάψε το ξύλον του και κάμε τα κάρβουνα σκόνην, την οποίαν
          βάνε εισέ κομμάτι πανί λινόν ψιλόν, και τρίβε καλά τα οδόντια να
          γένουν <pb n="262"/> άσπρα και να ιατρευθή πάσα τους ασθένεια και, αν
          έχουν σκώληκας, ψοφούσι. Βάλε τα φύλλα του εις το στρώμα σου να μην
          ιδής κακόν όνειρον. Στούπισον τα φύλλα, βάλε τα εις την φάγουσαν ή
          άλλην πληγήν να την θεραπεύσης. Κάμε από το ξύλο του σκουτέλι ή
          χουλιάρι ή άλλο αγγείον να τρώγης εις αυτό να μη σε βλάψη πράγμα
          εναντίον. Αν κάμνης φλασκί από τούτο, δεν χαλά ποτέ το κρασί, αλλά το
          φυλάγει καθώς το έβαλες, ούτε σε βλάπτει κανένα φάρμακον <milestone
            ed="1643" n="Nv" unit="fol"/> πίνοντας από το κρασίν εκείνο. Έτι
          να βάλης εις το βαρέλι τα φύλλα του δεν φοβάσαι να καταλυθή το κρασί
          και, αν τα βάλης εις την πόρταν και μέσα εισέ δύο ή τρεις τόπους του
          οίκου σου, δεν σε βλάπτει όφις, σκορπίος ούτε κανένα άλλο ζώον
          θανάσιμον. Μάλιστα αν είναι τινάς όφις εισέ καμίαν τρύπαν, κάψε
          κομμάτι από τούτο εκεί σιμά και γρικώντας την μυρωδίαν του ή εβγαίνει
          να φύγη ή θανατώνεται. Έτι, όστις έχει καύσιν πολλήν εις τον στόμαχον
          και δίψαν άμετρον, ας το βράση με νερόν να το πίνη με τον ζωμόν του
          ρογδίου. Και άλλας πολλάς ασθενείς θεραπεύει θαυμασιότατα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΠΛΗΘΥΝΗΣ ΣΙΤΑΡΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΕ'. (ΣΖ')</head>
        <p>Όταν θέλης να σπείρης σιτάρι, βάλε κοπρίαν της αίγας εις ένα κόφινον
          και από κάτω ας είναι ο καρπός εις ένα πιθάρι ή άλλο αγγείον και από
          πάνω βάνε καμπόσον νερόν εις την κοπρίαν να κατεβαίνη εις τον καρπόν,
          ωσάν όταν κάμνης την κατασταλακτήν, και πάλιν βάνε και άλλο νερόν έως
          να πάρη όλην την νοστιμάδα της κοπρίας να υπάγη εις το σιτάρι. Και
          όταν φουσκώση καλά να χόρταση το νερόν, σπείρε το και κάμνει διπλού
          από όσον έκαμνε να το έσπερνες άβροχον. Ούτω και τους άλλους καρπούς
          εάν κάμης ως άνωθεν, ου μόνον την ωφέλειαν ταύτην έχεις, αλλά και οι
          σκώληκες και άλλα μιαρά δεν τρώγουν τας ρίζας των φυτών να σε ζημιώνουσιν. </p>
        <milestone ed="1643" n="N2r" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΕΓΝΩΡΙΣΗΣ ΑΣΘΕΝΗ ΕΑΝ ΑΠΟΘΑΙΝΗ H ΟΧΙ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΣΤ. (ΣΗ')</head>
        <p>Ας κάμη το νερόν του εις ένα γυαλί εις το οποίον ας <pb n="263"/>
          στάξη μία γυναίκα, οπού να εγέννησε αρσενικόν παιδίον, καμπόσες
          ρανίδες από το γάλα της και, εάν στένεται το γάλα απάνω ωσάν πηκτόν,
          δεν αποθαίνει ο άρρωστος, ει δε και σκορπίση να γένη ένα με το ούρος, αποθαίνει.</p>
        <p>Έτερον. Βρέξε ατσικνίδα με το κάτουρον του αρρώστου εις τον τόπον
          οπού είναι φυτρωμένη και, αν μαρανθή την δεύτερην ημέραν, αποθαίνει ο ασθενής.</p>
        <p>Έτερον. Εάν είναι ο άνθρωπος λαβωμένος έξωθεν ή με σπάθην ή με άλλο
          κανένα άρμα, κοπάνισε το χόρτον, οπού λέγουσι πελοζέλλα, δως' του τον
          ζουμόν της να τον πίη και, αν τον κρατήξη, γλυτώνει, ει δε και ξεράση
          τον, αποθαίνει. Ή βάλε εις τα ορθούνια του ζωμόν του πηγάνου και, αν
          φταρμιστή, υγιαίνει, ει δε αποθαίνει.</p>
        <p>Έτερον. Φέρε ένα πουλί, οπού λέγουν καλαντρίνο, σιμά εις τον άρρωστον
          και, αν έχη ζωήν, τον βλέπει επιμελώς το πετεινόν εις το πρόσωπον, ει
          δε και αποθαίνει, στρέφει εις άλλο μέρος τους οφθαλμούς να μη τον θωρή. </p>
        <milestone ed="1643" n="N2v" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΗ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΖ'. (ΣΘ')</head>
        <p>Έπαρε λινόσπορον ομοίως και της άσπρης και κόκκινης παπαρούνας και
          δισκυάμου σπόρον και κώνειον, ανακάτωσέ τα αυτά όλα, έβγαλε λάδι και,
          όσον είναι αυτό, βάλε άλλο τόσον λάδι από μηκώνειον (<seg
            lang="it">cioè oppiotebaico</seg>), και ενώσας τα δύο αυτά δίδε μίαν
          ουγγίαν να κοιμάται τρεις ώρες όποιος το πίη.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε σπόρον αντράκλας και παπαρούνας και μαρουλίου και λάδι
          από τον τρανόν δισκύαμον μισή λίτραν από καθένα σπόρον, κάμε τους
          σκόνην και βάλε την εις μίαν φιάλην, ήγουν αμπολέττα γυαλέινην, με το
          λάδι, σκέπασέ την καλά και σκάψε εις την κοπρίαν, χώσε την να κάμη
          ημέρας θ', έπειτα την έβγαλε και λαμπικάρισέ τα και από το νερόν οπού
          έβγη από ταύτα ας πίνη, όστις δεν ημπορεί να κοιμηθή, ουγγίαν ήμισυ
          μόνον, και να κοιμάται ώστε να βαρεθή.</p>
        <p>Έτερον. Πότισέ τον άνθη κόκκινα της παπαρούνας, ήγουν κουτσουνάδας,
          να κοιμηθή σχεδόν ως απεθαμένος. Ή κοπάνισε χαμαίκτην, (<seg
            lang="it">cioè ebulo</seg>), και τον ζωμόν ανακάτωσε με άσπρον
          αβγού, άλειψον το πρόσωπον του αρρώστου να κοιμηθή πάραυτα. </p>
        <pb n="264"/>
        <milestone ed="1643" n="N3r" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΗΣ ΠΛΗΓΗΝ ΟΓΛΗΓΟΡΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΗ'. (ΣI')</head>
        <p>Όταν έχη τινάς καμίαν πληγήν και τρέχη από ταύτην ύλη πολλή και δεν
          ημπορή να σαλντάρη, βάλε της κόνιν από λαφοκέρατον ή μάσησον τρίφυλλον
          και βάλε το εις την πληγήν και δέσε το σφιγκτά, άφες το ημέρας πέντε
          και ιατρεύεται. Ει δε και είναι η πληγή εις την κεφαλήν, έπαρε το
          διασίδι της αράχνης, ανακάτωσέ το με λαδόξυδο και βάνε το πολλές φορές.</p>
        <p>Έτερον. Ξήρανε το ροσμαρί, κάμε το σκόνην και εις πάσαν λογής πληγήν,
          οπού το βάλης, θεραπεύεται. Εάν δε τρέχη αίμα από την πληγήν, μάσησον
          καλά σιτάρι και βάλε το να σταματήση. Ει δε και είναι ζουλισμένη και
          σκοτωμένη σάρκα από λίθον ή ξύλον ή άλλο κρούσιμον, ανάλυσον ολίγον
          κρόκον εισέ ζεστόν νερόν και, όταν έβγη της ζαφοράς όλη η δύναμις,
          βάλε μέσα καμπόσον μέλι και κριθάλευρον και αρσενίκι, ανακάτωσέ το όλα
          με το άνωθεν νερόν του κρόκου και βάνε τα εις την μελανάδα να σου περάση.</p>
        <p>Έτερον. Ει δε πάλιν και είναι πληγή και έχει μέσα κόκκαλον
          τσακισμένον ή κομμάτι ξύλον ή άκανθαν ή άλλο παρόμοιον, κοπάνισε
          ηπατώριον, ήγουν αγριμόνια, με ξούγκι <milestone ed="1643" n="Ν3ν"
          unit="fol"/> και βάλε τα να έβγη έξω είτι και αν είναι. Το ίδιον
          κάμνει το κρεμμύδι..., να το ψήσης καλά εις την αιθάλην, να το κάμης
          έμπλαστρον, να το βάνης απάνω.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΣΘΕΝΗΣΗΣ EΩΣ EΝΑ ΧΡΟΝΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΘ'. (ΣΙΑ')</head>
        <p>Κοπάνιζε πάσαν ταχινήν όλον τον Μάιον μήνα τρεις κορφές απήγανον και
          άλλες τρεις μπετονίκα, ήγουν ψυχότροφον, και ανακάτωνε τον ζωμόν αυτών
          με καλόν κρασί και πίνε το νηστικός να μην αρρωστήσης όλον τον χρόνον
          εκείνον βαρείαν ασθένειαν. <pb n="265"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΘΕΡΑΠΕΥΣΗΣ ΣΠΑΣΜΑ, ΗΓΟΥΝ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΙ'. (ΣΙΒ')</head>
        <p>Έπαρε λάδι αρκεύθου, <seg lang="it">cioè di ginepro</seg>, και
          δαφνόλαδον ίσια και τα δύο και κομμάτι σφογγάρι, κάμε το ωσάν τούβλο
          και βρέξε το εις αυτό το λάδι. Έπειτα έχε μίαν πλάκα μολύβι φτενή
          πολλά και βάλε εις το κτένι σου το βρεμένο σφουγγάρι και από πάνω το
          μολύβι και δέσε το έπειτα, αφού στεγνώση ο σπόγγος, ξανάβρεχέ το εις
          το λάδι και βάνε το συχνάκις και εις ολίγον καιρόν θεραπεύεσαι.</p>
        <p>Έτερον. Κοπάνισον χοχλαίους της γης με τα κόκκαλά <milestone
            ed="1643" n="N4r" unit="fol"/> τους καλά και βάλε τους εις το
          κτένι και δέσε το με το βρακολούρι και ούτω ποίησον ημέρας δεκαπέντε
          και ξανάβανέ το καθ' εκάστην.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε ένα πιάσμα αλεύρι από λαθούρια, κάμε έναν τηγανίτην με
          ένα αβγόν και ας τον τρώγη ταχύ και βράδυ ημέρας δεκαπέντε.</p>
        <p>Έτερον. Όστις έχει τσάκισμα ή δεν ημπορεί να κατουρήση, ας βάλη τον
          Μάιον μήνα ένα λαγόν ζωντανόν εις ένα αγγείον καλά φραμένον εις τον
          φούρνον να ξηρανθή τόσον, έως να ημπορή να τον κάμη σκόνην, την οποίαν
          ας πίνη ταχύ και βράδυ.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε άνθη από σαμπούκο, κοπάνισε και βράσε τα με γάλα της
          αίγας, έως να πήξουν ωσάν έμπλαστρον, και βάνε το εις το κτένι, σφίγγε
          το ως άνωθεν και υγιαίνει μάλιστα, εάν είναι μικρόν παιδί ή εάν δεν
          είναι πολύχρονος η ασθένεια.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΑΝ EIΝΑΙ ΑΠΕΘΑΜΕΝΟΝ ΒΡΕΦΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑΝ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ.<lb/>
          ΚΕΦ. ΣΙΑ'. (ΣΙΓ')</head>
        <p>Έπαρε σπόρον αρκτίου, (cioè lappeopersonata), και κοπάνισε, δως' της
          να τον πίη. Ή στούπισον δέκα φύλλα της δάφνης τρυφερά να τα πίνη με
          ζεστόν νερόν. Ή βράσε πρασόφυλλα και βάλε τα ζεστά εις την κοιλίαν της
          απ’ έξω. Και βράσε και πρασόσπορον ή ύσσωπον με νερόν να το πίη και
          γεννά πάραυτα.<pb n="266"/>
          <milestone ed="1643" n="N4v" unit="fol"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΠΟΒΑΡΘΗ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑΝ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΠΡΟ
          ΚΑΙΡΟΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΙΒ'. (ΣIΔ')</head>
        <p>Ας βαστά κομμάτι βαγίαν, ήγουν φοίνικα, και ας έχη κρεμασμένον εις
          τον λαιμόν της λίθον σμεράλντο να της εγγίζουν και τα δύο εις την
          κοιλίαν και ας φυλάγεται από βαρές υπηρεσίας. Το δε θαυμασιότερον από
          όλα τα ιατρικά εις τοιαύτην υπόθεσιν είναι μία πέτρα ωσάν ένα κάστανον
          και έχει μέσα άλλην μικρότερην και κουνεί ωσάν ο καρπός εις το
          αμύγδαλον, την λέγουν οι ιταλοί ακβιλίνα, και να την βαστά δεμένην εις
          το μπράτσο της κρατεί το βρέφος και δεν παθαίνει κακόν, αμή, όταν έλθη
          η ώρα της γέννας, την έβγαλε από το χέρι και δέσε την εις τον μηρόν
          της από την μέσαν μερέαν, ότι εκείνης της πέτρας η δύναμις τραβίζει το
          παιδί και εβγαίνει το. Και τότε παρευθύς την έπαρε από πάνω της δια να
          μην έβγουν και τα εντόσθια.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗ ΓΑΛΑ ΠΟΛΥ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΙΓ'. (ΣIE')</head>
        <p>Ας τρώγη ημέρας επτά μαρούλια, όταν έχουν γάλα και, όταν δεν
          ευρίσκουνται μαρούλια, ας τρώγη και ας πίνη τον σπόρον τους. Ή κάψε
          την γλώσσαν της αγελάδας, κάμε την σκόνην να την πίνη. Ει δε και
          φράξουν τα βυζά της και δεν εβγαίνει το γάλα της, στούπισε σαλιγάρους
          και άλειψε όλον <milestone ed="1643" n="N5r" unit="fol"/> το βυζί και
          την ρώγαν να απολύσουν.Ει δε και τρέχει γάλα πολύ, χρίσε τα με
          λάσπην δυνατού ξυδίου να σταματήσουσιν. Ει δε και είναι πρησμένα,
          βράσε κριθάρι και ατσικνίδα με νερόν, κάμε τα ως μπλάστρι και βάλε το.
          Ή λινόσπορον με ξούγκι της αίγας κοπάνισον αντάμα και βάνε το. Ει δε
          και πονούσι τα βυζά της, κοπάνισον ροδακινόφυλλα με πέτραν καλά,
          έπειτα έχε βούκερον, (<seg lang="it">cioè fien greco</seg>), και βράσε
          το, ανακάτωσέ τον με τα άνωθεν φύλλα, κάμνε μπλάστρι, βάνε τα. <pb n="267"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΤΑΝ ΚΡΑΤΗΘΟΥΝ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΙΔ'. (ΣΙΣΤ')</head>
        <p>Βράσε ρεβύνθια κόκκινα με νερόν, έως να λύσουν, και εις τον ζωμόν
          αυτών βάνε λάδι πολύν και καμπόσον κρόκον να το πίνη.</p>
        <p>Έτερον. Βράσε ένα δεμάτι φασκομηλέαν και δύο διπλά όργον άψητον, οπού
          κάμνουν τες κλωστές, ήγουν ράμματα, έπειτα κατέβασε το χάλκωμα οπού τα
          έχει και βάλε τα εισέ μίαν γάστραν ή τσουκάλι καθιστόν, παστρικόν και
          ας καθίση απάνω να δέχεται την άχναν ζεστήν όσον δύνεται και τούτο την
          ιατρεύει βεβαία.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΤΑΝ ΕΒΓΑΙΝΕΙ EΞΩ H ΜΗΤΡΑ ΤΗΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΙΕ'. (ΣΙΖ')</head>
        <p>Κάψε τα χλωρά φλούδια των καρυδίων και χνάρι από <milestone ed="1643"
            n="Ν5ν" unit="fol"/> παλιοπάπουτσο και ας δέχεται η γυναίκα υποκάτω
          εις την μήτραν τον καπνόν τους. Και δέσε εις τον λαιμόν της ένα φάλι
          μόσκον να εγγίζη εις το στήθος της και, αν έχη πληγήν τινά ή πόνεμα η
          μήτρα της, πλύνε την πρώτον με κρασί και τότε βάλε από την στάκτην από
          τα άνωθεν καρυδότσουφλα και παλιόχναρα και ιάται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΤΕΡΟΝ ΕΙΣ ΠΑΣΑΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑΝ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΙΣΤ'. (ΣΙΗ')</head>
        <p>Βράσε μπετόνικα με γάλα γίδινον ή ξούγκι του χοίρου και δως' το της
          γυναικός να το φάγη. Ει δε τρέχει αίμα από την μήτραν και θέλεις να
          την κάμης να σταματήση, κάψε βαθράκους απ’ εκείνους, οπού είναι εις τα
          λιβάδια και εις τα δένδρα, κάμε τους σκόνην να την βαστά η γυναίκα
          απάνω της και αποφρύσσει το αίμα. Και αν θέλης να εγνωρίσης την
          αλήθειαν, κρέμασε εις τον λαιμόν της όρνιθας καμπόσην από την στάκτην
          αυτήν να της εγγίζη το πανί, οπού την έχει, εις την σάρκα, το οποίον
          ας είναι λεπτόν και αραίον να εβγαίνη ολίγον η σκόνη, έπειτα, όταν την
          βαστάση δύο τρεις ημέρας, κόψε τον λαιμόν της να ιδής ότι δεν εβγάνει
          αίμα ολότελα.</p>
        <p>Έτερον. Κάψε το λαφοκέρατον να γένη σκόνη, την <pb n="268"/> οποίαν
          της δίδε να πίνη με καλόν κρασί το πρωί και το βράδυ να σταματήση το αίμα. </p>
        <milestone ed="1643" n="N6r" unit="fol"/>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΤΑΝ ΕΒΓΑΙΝΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΟΣ ΤΟ ΑΝΤΕΡΟΝ ΤΟΥ ΑΦΕΔΡΩΝΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΙΖ'. (ΣΙΘ')</head>
        <p>Τρίψε άλας ψιλόν ως άλευρον και, όταν έβγη ο κωλόντερος, βάνε του από
          τούτο το άλας και, όταν το κάμης πεντέξι φορές, θεραπεύεται.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΣΧΙΣΜΑ ΟΠΟΥ ΕΧΟΥΣΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ Η ΑΛΛΗΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΙΗ'. (ΣΚ')</head>
        <p>Βάλε δραγάντε εις το ροδόσταμα να λύση, εις το οποίον βάλε
          γλυκάνισον, και μετ' εκείνο το ροδόσταμα πλύνε τα χείλη σου. Και εάν
          θέλης να εβγάνη καλήν μυρωδίαν το στόμα σου, μάσε νηστικός βληχουνίου
          σκόνην ή σελινόσπορον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΚΑΘΕ ΠΟΝΟΝ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΙΘ' (ΣΚΑ')</head>
        <p>Κοπάνισον ροδακινόφυλλα και βάλε τα εισέ δύο κεραμίδια πυρωμένα και
          ούτω ζεστά τα βάλε εις τον τόπον οπού πονείς και περνά σου ο πόνος και
          ψοφούσι και οι σκώληκες, εάν έχης έσωθεν εις την κοιλίαν σου.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣ ΚΟΙΛΙΑΣ ΚΙΝΗΣΙΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΚ'. (ΣΚΒ')</head>
        <p>Όταν υπάγη πολλά το κουφάρι σου, ανακάτωσε στάκτην <milestone
            ed="1643" n="Ν6ν" unit="fol"/> με χοίρου κάτουρον, κάμε τα βώλια,
          ήγουν μπαλώτες από τες οποίες βάνε μίαν ή δύο να λύσουν εις τον
          ζωμόν του πεντανεύρου και βάνε τα εις το φάλι σου να σταθή η κοιλία
          σου. </p>
        <p>Όσα είναι κινητικά: Ολονών των οψαρίων το ζουμί να το πίνης με κρασί.
          Το ζουμί της γραίας όρνιθας και του <pb n="269"/> πετεινού. Το γάλα, ο
          χουμάς και το χλωρό τυρί. Ο βούτυρος, το μέλι και το λάδι. Κεράσια
          γλυκά, χλωρά και βερύκοκκα. Μήλα γλυκά, ροδάκινα, σύκα ώριμα, συκάμινα
          και άλλα όμοια. Αχινέος της θαλασσής, το ζουμί από μούσουλα και
          σουλήνες, σουπιά ζουμί. Ο μυαλός των κοκκάλων ολονών, ρεβύθια ψημένα,
          άσπρον βλήτο, μολόχα, σφαράγγια, σεύτλον, χρυσολάχανον και λάπαθον να
          τα τρώγης και κραμβία ολίγον βρασμένα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΞΥΔΙ ΚΙΝΗΤΙΚΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΚΑ'. (ΣΚΓ')</head>
        <p>Έπαρε σένα ουγγίας τρεις και σταφίδα έξι ουγγίας, να είναι και τα δύο
          από τον Λεβάντε εκλεκτά, και τρεις ουγγίας μάννα. Βάλε τα εισέ ξύδι
          δυνατόν λίτρας έξι να κάμουν ώρες κδ' και τότε βάλε εις αυτά
          κολίανδρον ζαχατάτο ουγγίαν <milestone ed="1643" n="N7r" unit="fol"/>
          ανάμιση και βράσε τα όλα αντάμα έως να φυράσουν τα ήμιση και με το
          ξύδι αυτό κάμνε σαλάτα να ιδής πως είναι θαυμάσιον, εις το οποίον βάλε
          καμπόσα ρόδα ευώδη να το κάμης καλύτερον και νοστιμότερον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΤΑ ΒΥΖΙΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΝΑ ΜΗ ΜΕΓΑΛΩΣΟΥΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΚΒ'. (ΣΚΔ')</head>
        <p>Μουνούχισον κάπρον και με το αίμα του δεξιού ορχιδίου άλειψε το
          δεξιόν βυζί της κόρης και με το αίμα του ζερβού το αριστερόν να μη
          μεγαλώσουν περισσότερον.</p>
        <p>Έτερον. Κοπάνισον μελισσόχορτον και βάλε το εις τα βυζά της ωσάν
          μπλάστρι να μη τρανεύσουν ολότελα. Oμοίως, αν το βάλης εις τα ορχίδια
          του παιδίου αυτό το έμπλαστρον, δεν τρανεύουσιν, αλλά μένουν καθώς
          ήσαν όταν το έβαλες.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΤΑΝ ΚΟΚΚΙΝΙΣΗ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΟΝ.<lb/> ΚΕΦ.
          ΣΚΓ' (ΣΚΕ')</head>
        <p>Έπαρε μπλαγγέτο, ροδόσταμα, λάδι από βιόλες, ήγουν <pb n="270"/>
          γαρόφαλα, και ανακάτωσέ τα όλα αντάμα να αλείφεσαι.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε μισή λίτραν νερόν του κρίνου, (cioè acquadigiglio),
          μίαν λίτραν ροδόσταμα, μίαν ουγγίαν σουπιοκόκκαλον, μίαν ουγγίαν απύρι
          και ολίγην καμφοράν, <milestone ed="1643" n="Ν7ν" unit="fol"/>
          στούπισέ τα όλα ταύτα βάλε τα εις τον ήλιον να κάμουν ημέρας τέσσερις
          και τότε τα βάνε εις το πρόσωπον, αμή έπαρε πρώτον καθάρισιν.</p>
        <p>Έτερον. Ένωσον απύρι, λιθάργυρον και ροδόσταμα να αλείφεσαι, οπού και
          αν έχης το καύσιμον, και περνά σου.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΕΙΣΕ ΣΠΛΗΝΑΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΚΔ'. (ΣΚΣΤ')</head>
        <p>Κοπάνισον τον χόρτον, οπού λέγουν οι έλληνες βάκχαριν, (<seg
            lang="it">cioè baccara</seg>), και πίνε τον ζουμόν του ή την φλούδα
          του μελίου, (<seg lang="it">cioè frassino</seg>), βράζε με κρασί και
          πίνε το και δια να πιστωθής την αλήθειαν βράσε από ταύτην την φλούδα
          με νερόν και δίδε το ενός χοίρου να το πίνη τρεις ή τέσσερις ημέρας
          έπειτα σφάξε τον να μην εύρης σπλήναν έσω του.</p>
        <p>Έτερον. Εάν είναι το πρήσμα απάνω εις την σπλήναν, κοπάνισον ρίζαν
          της τσουκνίδας με καλόν κρασίν άσπρον και βάνε την έξωθεν εις το
          πρήσμα και ιατρεύεσαι.</p>
        <p>Έτερον. Έπαρε άλας αρμονιακόν, ανακάτωσέ το με ξύδι να γένη ωσάν
          τσερόττο. Έπειτα το άπλωσε εισέ κομμάτι τομάρι από χειρόκτι και βάλε
          το εις την σπλήναν καμπόσες φορές να περάση, αμή φυλάγου να μη πίης
          νερόν ούτε να τρώγης ενάντια πράγματα.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΦΑΓΟΥΝ ΘΗΡΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΚΕ'. (ΣΚΖ')</head>
        <p>Βάστα απάνω σου ξούγκι λέοντος να μη σου εγγίξη <milestone ed="1643"
            n="N8r" unit="fol"/> λύκος, αρκούδι, σκύλος, αγριόχοιρος ούτε άλ λο
          θηρίον αν ήσαν τριγύρω αναρίθμητα. Ομοίως άλειψε με το αυτό ξούγκι των
          βοδίων σου, αλόγων, γαδάρων και έτερων ζώων το μέτωπον να μη τα φάγη
          κανένα θηρίον. Ει δε και θέλεις να πιάσης όφιν, άλειψε μετ' αυτό τας
          χείρας να μη σε βλάψη ολότελα. <pb n="271"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΝΑ ΦΥΛΑΞΗΣ ΡΟΔΑ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΚΣΤ'. (ΣΚΗ')</head>
        <p>Κόψε τα το βράδυ, αφού βασιλεύση ο ήλιος, και μη τως εγγίξης εις τα
          φύλλα ούτε να τα μυρισθής, αλλά πιδέξια τα βάλε εις ένα τόπον να
          κάμουν έξω εις την ξαστερίαν μίαν νύκτα και το ταχύ τα βάλε εις ένα
          τσουκάλι αλειφτόν καινούριον και σκέπασέ το καλά με λάσπην και κερί να
          μη ξεθυμαίνη. Και τότε σκάψε εισέ γην ξηράν και άνυδρον να μην έχη
          τινά υγρότητα, χώσε το τσουκάλι να κάμη όσον καιρόν θέλεις και, όταν
          τα χρειασθής, έβγαλέ τα και είναι τόσον εύμορφα ώσπερ να τα έκοπτες
          τότε από την μάννα τους. Ή πάλιν την άνοιξιν, πριν να ξεφουντώσουν τα
          βαβούλια, βάλε καθένα βαβούλι εις ένα κοντίλον καλάμι να είναι από το
          έμπροσθεν μέρος ραμένον και δέσε το κλαδί, οπού έχει το βαβούλι, με
          κομμάτι ράμμα δια να μην υπάγη η <milestone ed="1643" n="Ν8ν"
          unit="fol"/> σπατάλη εις το τριαντάφυλλον και ξεφουντώνη. Και τότε
          κλίνε τους κλάδους προς την γην πιδέξια να μη τσακισθούν και σκάψε εις
          την γην, χώσε καλά τα καλάμια και ας κάμουν όσον καιρόν θέλεις, μόνον
          μη τα κόψης από την τριανταφυλλίαν και, όταν τα χρειασθής, ανάχωσέ τα,
          σχίσε τα καλάμια και κόψε το ράμμα πιδέξια και σήκωσε τους κλάδους να
          τους δώση ο ήλιος και τότε ξεφουντώνουσι να τα έχης παράκαιρα ωραία
          και εύμορφα ως και τον Μάιον.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΚΟΛΛΑΝ ΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΚΖ'. (ΣΚΘ')</head>
        <p>Έπαρε αχελίου ξηρού δερμάτι να μη το έχουσιν αλατισμένον, κοπάνισον
          αυτό με κομμάτι ξύλον και βράσε το με ολίγον νερόν, όσον να το
          σκεπάζη, και δίδε του ολίγην φωτίαν έως να λύση και τότε το στράγγισε
          με πανί εις μίαν λεκάνην σιδηράν ή χάλκινην ή άλλου μετάλλου και άφες
          να ξηρανθή ολίγον εις τον αέρα και τότε την κόψε κομμάτια και ξήρανέ
          τα καλά, φύλαξέ τα, ότι αυτή είναι κόλλα θαυμαστή, οπού δεν φοβάται
          φωτίαν ουδέ νερόν.</p>
        <p>Έπαρε τρεις ουγγίας ασβέστην άσβηστον, μίαν ουγγίαν σκουρά του
          σιδέρου, μισή ουγγίαν άλας και μίαν ουγγίαν λάσπην κρασίου, τρίψε τα
          όλα καθένα χωριστά και ύστερα τα <pb n="272"/>
          <milestone ed="1643" n="Or" unit="fol"/> ανακάτωσε με λινόλαδο και
          κοπάνισέ τα όλα αντάμα και έγιναν κόλλα καλή, αμή μη την κάμης πολλά
          σφικτήν. Oπόταν δε θέλης να κολλήσης ξύλα και πέτρες αντάμα, έπαρε
          τρεις ουγγίας ασβέστην άσβεστον και μίαν ουγγίαν λάσπην κρασίου, κάμε
          τα σκόνην, ένωσον αυτήν με βερνίκιν αχαμνόν, ήγουν να μην είναι πολλά
          σφιγκτόν και έγινεν.</p>
        <p>Έτερον. Βάλε εις το νερόν τες άκρες του εβραϊνού χαρτίου, ήγουν
          εκείνα οπού ρίπτουν οι σταχωτάδες των βίβλων, και ας κάμουν τρεις
          ημέρας ή δ'. Έπειτα χύσε το νερόν εκείνο και πλύνε τα με άλλο
          παστρικόν δύο τρεις φορές έως να έβγη όλος ο ασβέστης και τότε τα
          βράσε έξι ώρες και βάνε νερόν, όταν δεν έχουσι, και ανακάτωνέ την με
          κομμάτι ξύλον να μη κολλήση και, όταν γένη, την στραγγίζεις εις αγγεία
          απλωτά να γένη δύο ή τρία δάκτυλα εις το πάχος και, όταν πήξη ωσάν
          τζηλαδία, την κόψε φέτες πτενές, κρέμασέ τες εις τον αέρα να μη τως
          δώση ήλιος και, όταν την χρειασθής να κολλήσης χρυσίον ή ασήμι εισέ
          χαρτί ή εισέ ξύλον ή άλλο τι, βάνε κομμάτι από ταύτην εις το νερόν να
          μοσκέψη καμμίαν ημέραν και τότε την ανάλυσε εις την φωτίαν να κάμης
          την χρείαν σου. Ούτω βράζουσι και το λαφοκέρατο και το κόπτουσι πρώτα
          λεπτά κομμάτια, έπειτα το βράζουν έως να κολλά εις τα δάκτυλα, αμή
          αύτη η κόλλα γίνεται λεπτότερη από την πετσόκολλα δια να την βάνουν
          εις <milestone ed="1643" n="Ον" unit="fol"/> ελαφρά κολλήματα. Ει δε
          και θέλεις να κάμης δυνατή και βασταγερότερην, έπαρε από τους
          ταμπάκηδες, οπού γνάφουσι τα πετσά και δερμάτια των βοδίων και τράγων
          και άλλων ζώων, τα άκρα οπού ρίπτουσι ως άχρηστα, τα οποία ας είναι
          ωμά, ότι αυτά γίνουνται ευκολότερα, διατί τα βράζεις ολιγότερην ώραν.
          Ει δε και είναι ξηρά, τα βάνεις εις το νερόν δύο τρεις ημέρας
          πρωτύτερα και τότε τα βράζεις καθώς είπομεν άνωθεν ανακατώνοντάς τα
          συχνάκις και βάνοντας νερόν να τα σκεπάζη πάντα να μη χαλάση το
          χάλκωμα και, όταν την δοκιμάσης και κολλά εις τα δάκτυλα, κατέβασε και
          στράγγιξέ την εισέ βατσέλια ή αλλά αγγεία απλωτά και βάλε την να πήξη
          την νύκτα, ότι με το πάγος της νυκτός ξηραίνεται. Αμή φυλάγου, όταν
          την κάμνης να είναι ψυχρός ο καιρός, ήγουν χειμώνας, δια να πήξη, ει
          δε και είναι καιρός του θέρους ή και άλλον καιρόν να φυσά ο νότος
          χάνεις την, διατί δεν πήσσει και δεν έχεις πως να την φυλάξης. Καθώς
          το <pb n="273"/> έπαθα και εγώ μίαν φοράν εις το Άγιον Όρος, οπού την
          έκαμα τον Οκτώβριον, ότι ο καιρός έδειχνε ψυχρός και έως να την βράσω
          έκαμε νότον ζεστόν και εβάσταξεν ημέρας πολλάς και έχασα την
          περισσότερην, όση μας επόμεινε από τα σανίδια, οπού εκολλάρισα, δια να
          ζωγραφίσωμεν. Όλα τα δερμάτια των ζώων και τα μικρά των αρνών και
          ερίφων γίνουνται κόλλα ως άνωθεν και, αφού πήξη, την κόπτεις
            <milestone ed="1643" n="O2r" unit="fol"/> λεπτά κομμάτια και την
          κρεμνάς έως να ξηρανθούσι καλά και τότε τα βάνεις εισέ καλάθια.</p>
        <p>Έτερον να κάμης δυνατήν κόλλαν. Έπαρε βερντεράμε και βερνίκην και
          μίνιο, τρίψε τα και ανακάτωσέ τα και κόλλησε είτι θέλης και ποτέ δεν
          ξεκολλά, είτι και αν είναι, γυαλί, ξύλον ή μέταλλον. ·.</p>
        <p>Έτερον. Κοπάνισε του λούτσου ή και άλλου οψαρίου αρσενικού τα κόκκαλα
          και τρίψε τα καλά να γένουν άλευρον και τότε βάλε την σκόνην αυτήν εις
          τσουκάλι αφόριον και βράσε την με νερόν έως να λύση και, όταν την
          δοκιμάσης και κολλούσι τα δάκτυλα, κατέβασε και στράγγιξέ την με πανί
          λινόν εις άλλο αγγείον και κυβέρνησέ την ως άνωθεν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΝΑ ΣΠΕΙΡΗΣ ΟΣΠΡΙΑ ΝΑ ΓΕΝΟΥΝ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΚΑΙ ΜΗ ΤΑ ΤΡΩΓΟΥΝ
          ΖΩΫΦΙΑ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΚΗ'. (ΣΛ')</head>
        <p>Όταν θέλης να φυτεύσης ρεβύνθια ή άλλα όμοια σπέρματα, μόσκευέ τα
          πρωτύτερα με νίτρον, ήγουν σαπούνι, και νερόν ζεστόν, ότι τότε
          γίνουνται μεγαλύτερα και δεν τα τρώγουν τα ερπετά ή ποντίκια.</p>
        <p>Έτερον. Βάλε δέκα καβούρους ποταμίους ή της θαλάσσης εις αγγείον και
          σκέπασέ το καλά, καν σταμνί είναι καν <milestone ed="1643" n="O2v"
          unit="fol"/> κανάτι, και ας κάμη δέκα ημέρας εις τον ήλιον. Και με
          το νερόν αυτό ράντιζε τα δένδρη, φυτά, αμπέλια και λάχανα να θαυμάσης
          την ενέργειαν ετούτου και δύναμιν, ότι ούτε τα πετεινά ούτε σκώληκες
          ούτε άλλα ζωΰφια τρώγουσιν τα φυτά, οπού ραντίσης με το ύδωρ ετούτο,
          ολότελα. <pb n="274"/>
        </p>
      </div>
      <div>
        <head>ΟΤΑΝ ΕΧΗΣ ΔΙΨΑΝ ΑΜΕΤΡΗΤΟΝ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΚΘ'. (ΣΛΑ')</head>
        <p>Πίνε τον ζωμόν του ρογδίου με κριθαρόνερον ή αντιδόνερον, μάσε την
          γλυκόρριζαν ή, αν έχης από το ζουμί της, οπού το λέγουν
          sugodiregoligia, καθώς παραπάνω έγραψα πως το κάμνουσιν. Απ’ αυτό έχε
          ώραν πολλήν εις το στόμα και σου δίδει ωφέλειαν. Μάσε απίδια, κατάπινε
          το ζουμί και το άλλο ρίπτε. Πίνε γάλα του πεπονόσπορου, τρώγε
          ανδράκλα, λεμόνι, νεράντζι, κίτρον ή αγγούραν ώριμον, ήγουν
          χειμωνικόν, ή τριφύλλι μάσε και παύει η δίψα.</p>
        <p>Εγώ σου έγραψα πολλά, εάν δεν έχης το ένα, να τρώγης το άλλο καθώς
          έκαμα και εις άλας τας ερμηνείας και ιατρικά δια τους πτωχούς. Όστις
          δεν ημπορεί να έχη το ένα φάρμακον, να δουλευθή με το έτερον. Λοιπόν
          δεχθήτε την αγάπην και εύχεσθε δια του λόγου μου να μου συγχωρήση τας
          αμαρτίας ο Κύριος, ω πρέπει δόξα τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας
          των αιώνων. Αμήν.</p>
      </div>
      <div>
        <head>ΔΙΑ ΤΑΣ ΜΕΓΑΛΑΣ ΕΟΡΤΑΣ.<lb/> ΚΕΦ. ΣΛ'. (ΣΛΒ')</head>
        <p>Επειδή εις το ιβ' κεφ. εγράψαμεν εις βραχυλογίαν ότι τας εορτάς δεν
          πρέπει οι πιστοί να εργάζουνται, σας ερμηνεύομεν εδώ εις το τέλος της
          βίβλου ποίες είναι μεγάλες εορτές δια να τες ηξεύρη πας ένας να μη
          δουλεύη και ζημιώνεται διπλά, ήγουν ου μόνον ψυχικά δια την του νόμου
          παράβασιν, αλλά και σωματικά, διατί είτι υπηρεσίαν κάμη τινάς την
          ημέραν της εορτής, αφορέζεται ο κόπος εκείνος καν σπέρνει καν θερίζει
          ή άλλο τι εργάζεται και δεν έρχεται από την δουλείαν εκείνην εις την
          οικίαν σου ποσώς κανένα διάφορον, αλλά χάνεται με δικαιοκρισίαν ο
          κόπος του και ζημιώνεται περισσότερον καθώς εις τον βίον Ιωάννου του
          Ελεήμονος δια τους δύο σκυτοτόμους εγράψαμεν, οπού ο ένας ετσαγκάρευεν
          άλας τας εορτάς δια να πλουτίση και εις την εκκλησίαν δεν υπήγαινε δια
          να δουλεύση περισσότερα. Και αυτός επτώχευε χειρότερα με όλον οπού δεν
          είχε φαμελίαν, ο δε έτερος είχε γυναίκα και παίδας και πάλιν
          επλήθαιναν τα αγαθά εις τον οίκον του, διατί ετίμα τας εορτάς και δεν
            <pb n="275"/> έλειπεν από την εκκλησίαν πώποτε. Προσέχετε ουν να
          φυλάγεσθε από την ατοπίαν ταύτην δια να μη παιδευθήτε αιώνια.</p>
        <div>
          <head>Σεπτέμβριος</head>
          <p>Εις την α' Συμεών του Στυλίτου και άλλων πολλών αγίων και της
            Θεοτόκου. Εις τας η' η Γέννησις της Θεοτόκου. Τη ιδ' η Ύψωσις του
            Τιμίου Σταυρού, ήτις είναι δεσποτική εορτή. Τη κς' του Θεολόγου
            Ιωάννου. Εις τας ς' και εις τας κγ' ας δουλεύη όποιος θέλει, ότι
            έχουν και άλλας εορτάς ο Ταξιάρχης και ο Πρόδρομος και τότε σχολάζομεν.</p>
          <div>
            <head>Οκτώβριος</head>
            <p>Τη ιη' του Ευαγγελιστού Λουκά. Τη κς' του Αγίου Δημητρίου.</p>
            <div>
              <head>Νοέμβριος</head>
              <p>Τη η' των Αρχαγγέλων. Τη ιγ' του Χρυσοστόμου. Τη ις' του
                Ευαγγελιστού Ματθαίου. Τη κα' τα Εισόδια της Θεοτόκου. Τη κε'
                όστις θέλει ας σχολάση την Αγίαν Αικατερίναν, όστις δε πάλιν
                εργάζεται, δεν κολάζεται. Το όμοιον ας γρικάτε και δια τες άλλες
                αγίες, ότι καμίαν αγίαν δεν μας επρόσταξαν οι πατέρες να
                σχολάζωμεν, μόνον την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Τούτο δε γράφω όχι δια
                να καταφρονέσω τας αγίας, μη γένοιτο, αλλά δια να σχολάζετε τας
                μεγάλας εορτάς και τες μικρές οι πτωχοί να δουλεύουσιν, ότι
                άπρεπον είναι να σχολάζουν τινές την Αγίαν Ειρήνην ή Μαρίναν ή
                Παρασκευήν ή Φωτεινήν και άλλες, οπού δεν τους έχει ο
                <quote>Τύπος</quote> αργίαν, και το Σάββατον του Λαζάρου, οπού
                είναι δεσποτική εορτή, ή την εβδομάδα της Λαμπράς να
                δουλεύουσιν. Τη λ' Ανδρέου του Πρωτοκλήτου.</p>
              <div>
                <head>Δεκέμβριος</head>
                <p>Τη δ' Βαρβάρας και Ιωάννου του Δαμασκηνού. Τη ε' <pb
                  n="276"/> Σάββα. Τη ς' Νικολάου. Τη θ' η Σύλληψις της
                  Θεοτόκου, η οποία είναι μεγαλύτερη εορτή παρά τες άνωθεν
                  τρεις, ότι και ο <quote>Τύπος</quote> σφάλλει πολλές φορές. Τη
                  ιβ' Σπυρίδωνος. Τη κε' και κς' του Χρίστου η Γέννησις.</p>
                <div>
                  <head>Ιανουάριος</head>
                  <p>Εις την α' η Περιτομή του Χρίστου και του Μεγάλου
                    Βασιλείου. Τη ς' και ζ' η Βάπτισις. Τη ιζ' Αντωνίου. Τη ιη'
                    Αθανασίου. Τη κ' Ευθυμίου. Τη κε' Γρηγορίου του Θεολόγου. Τη
                    λ' των Τριών Ιεραρχών.</p>
                  <div>
                    <head>Φεβρουάριος</head>
                    <p>Τη β' η 'Υπαπαντή του Σωτήρος.</p>
                    <div>
                      <head>Μάρτιος</head>
                      <p>Τη θ' των Αγίων Τεσσαράκοντα. Τη κε' ο Ευαγγελισμός.</p>
                      <div>
                        <head>Απρίλιος</head>
                        <p>Τη κγ' Γεωργίου μάρτυρος. Τη κε' Μάρκου αποστόλου.</p>
                        <div>
                          <head>Μάιος</head>
                          <p>Τη η' του Ευαγγελιστού Ιωάννου. Τη κα' Κωνσταντίνου
                            του μεγάλου.</p>
                          <div>
                            <head>Ιούνιος</head>
                            <p>Τη κδ' η Γέννησις του Προδρόμου. Τη κθ' των Αγίων
                              Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. <pb n="277"/>
                            </p>
                            <div>
                              <head>Ιούλιος</head>
                              <p>Τη κ' του προφήτου Ηλιού. Τη κε' της Αγίας
                                Άννης. Τη κζ' Παντελεήμονος.</p>
                              <div>
                                <head>Αύγουστος</head>
                                <p>Τη ς' η Μεταμόρφωσις του Χρίστου. Τη ιε' η
                                  Μετάστασις της Θεοτόκου. Τη κθ' η Αποτομή του Προδρόμου.</p>
                                <div>
                                  <head>ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΙΣ ΔΙΑ ΤΕΣ ΠΡΟΕΙΡΗΜΕΝΕΣ ΚΑΙ
                                    ΑΛΛΕΣ ΕΟΡΤΕΣ</head>
                                  <p>Της Θεοτόκου τη β' του Ιουλίου και τη λα'
                                    του Αυγούστου δεν εγράψαμεν, διατί έχει η
                                    Παναγία και άλλες πολλές εορτές, αμή, όστις
                                    προαιρείται να τες σχολάση και το Σάββατον
                                    της Ακάθιστου εις δόξαν της Παναγίας, αυτή
                                    του θέλει αποδώσει τον μισθόν πολυπλάσιον.
                                    Όστις δε πάλιν είναι πτωχός φαμελίτης, ας
                                    δουλεύη αυτάς και άλλας εορτάς των αγίων
                                    οπού δεν εγράψαμεν άνωθεν. Μάλιστα και απ’
                                    αυτάς οπού εγράψαμεν αν δουλεύη εις τες
                                    παραμικρές, ήγουν Ηλιού, του Αποστόλου
                                    Μάρκου, Λουκά, Θωμά, Σάββα, Σπυρίδωνος και
                                    άλλων ομοίων αγίων, οπού δεν έχουν
                                    <quote>Πολυέλεον</quote> ουδέ τόσον μεγάλην
                                    <quote>Δοξολογίαν</quote>, δεν κολάζεται δι’
                                    αυτό, αν είναι πτωχός καθώς είπα. Μόνον τας
                                    δεσποτικάς εορτάς και όλες τες Κυριακές και
                                    τη Πέμπτη της Αναλήψεως και όλην την
                                    εβδομάδα της αγίας Λαμπράς μη τολμήση τινάς
                                    να εργάζεται ούτε να λείψη από τας
                                    ακολουθίας της Μεγάλης Εβδομάδος, ότι η
                                    μικρότερη εορτή δεσποτική είναι τρανύτερη
                                    από του Προδρόμου και πάντων των αγίων.
                                    Γινώσκετε δε και τούτο, ότι όσες εορτές
                                    καταλιμπάνουνται τα
                                    <quote>αναστάσιμα</quote>, είναι μεγαλύτερες
                                    παρά τες Κυριακές, ήγουν Χριστούγεννα, Φώτα,
                                    Βαΐα, Πεντηκοστή, Μεταμόρφωσις και η Ύψωσις
                                    του Σταυρού, τας οποίας εορτάς μη τολμήση
                                    τις να δουλεύση ολότελα.</p>
                                  <p>ΤΕΛΟΣ</p>
                                </div>
                              </div>
                            </div>
                          </div>
                        </div>
                      </div>
                    </div>
                  </div>
                </div>
              </div>
            </div>
          </div>
        </div>
      </div>
    </body>
  </text>
</TEI.2>
