Agapios Landos, Geoponikon Venedig 1643

TO ΜΑΡΟΥΛΙΟΝ ΚΕΦ. ϞΣΤ'. (ϞΗ')

Είναι ψυχρόν, υγρόν και ευκολοχώνευτον και περισσεύει G4v εις την καλοσύνην τα επίλοιπα χορτάρια, διατί εσβήνει την καύσιν του στομάχου, παύει την δίψαν, κάμνει γάλα πολύ, φέρνει τον ύπνον, αφανίζει το σκάνδαλον της σαρκός, διατί ξηραίνει το σπέρμα, λύει την χολήν και εις άλλα πολλά δίδει εις το σώμα πολλήν ωφέλειαν. Μόνον όσοι είναι αχαμνοί και γέροντες, οπού έχουν ψυχρόν στόμαχον, μη το τρώγουσι μοναχόν, αλλά με τραχόν, ρούκα, κάρδαμον, σκόρδον, κρομμύδι ή άλλο όμοιον χόρτον, ήγουν βάρσαμον, σέλινον, έπειτα να πίνουσι κρασίν άσπρον και άδολον. Προπάντων δε γίνωσκε ότι δεν κάμνει χρεία να πλύνης το μαρούλι, διατί το νερόν του παίρνει κάποιαν καλοσύνην, οπού έχει εκ φύσεως, και τότε σε βλάβει εις το φως, το οποίον βλάψιμον του έρχεται από το νερόν. Λοιπόν διάλεγε τα κλειστά μαρούλια, οπού δεν έχουσι μέσα χώμα και δεν χρειάζουνται πλύσιμον. Οι παλαιοί τα έτρωγαν ύστερα από όλα τα φαγητά δια να μη τους βλάψη το κρασί και να κοιμηθούν ευκολώτερα. Αφού εβγάλουσι το βλαστάρι χάνουσι την καλοσύνην τους και μη τα τρώγης, όταν τα κόπτης και τρέχει γάλα.