ΤΑ ΜΟΥΡΑ, ΗΓΟΥΝ ΣΥΚΑΜΙΝΑ. ΚΕΦ. ΡΛΑ'. (ΡΛΓ')
Είναι άσπρα και μαύρα· τα άσπρα γίνουνται γλυκύτερα και τα μαύρα νοστιμότερα. Όταν είναι ώριμα και τα δύο είναι κινητικά, τα δε άγγουρα και ακάμωτα στύπτουσι δι’ αυτό οι Ιν ιατροί τα χρειάζουνται εις το φλούσσο και πάσαν δυσεντερίαν του σώματος. Όταν φάγης μούρα νηστικός, σου δίδουσιν ωφέλειαν, ότι κατεβαίνουν ανεμπόδιστα εις το κάτω μέρος του στομάχου και κάμνουν τα επίλοιπα φαγητά, οπού φάγης ύστερα, και χωνεύουσιν ευκολώτερα. Ει δε και φάγης τα μούρα ύστερα φθείρουνται με τα λοιπά βρώματα και βλάπτουν τον στόμαχον. Το ζουμί τους ωφελά εις τον πόνον και πρήσμα του λαιμού δι’ αυτό τα μαζώνουν ώριμα και τα σφίγγουσι και το φυλάγουν εις αγγείον υάλινον, τα δε φύλλα του δένδρου κοπανισμένα ιατρεύουσι την καϊμάδα, να τα βάνης με λάδι εις την πληγήν και να τα βράζης με κληματόφυλλα και συκόφυλλα, οπού να κάμνη μαύρα σύκα, με βρόχινον νερόν και λούης την κεφαλήν κάμνεις μαύρας τρίχας. Ο ζωμός της φλούδας και των φύλλων καταπραύνει τον πόνο των οδόντων να πλύνης μετ' εκείνον το στόμα σου.