Agapios Landos, Geoponikon Venedig 1643

ΠΕΡΙ ΕΞΟΧΑΔΩΝ. ΚΕΦ. ΡΜΘ'. (ΡΝΑ')

Όταν εβγαίνουν έξωθεν, πρώτον μεν σύνθλασον αυτάς, έπειτα έχε τριμμένον σουλουμάν, αρσενίκι και άλας αρμονιακόν μίαν ουγγίαν από καθένα και βάλε τα εισέ τρεις ουγγίες ξύδι δυνατόν να κάμνουν ώρας κδ' και τότε βράσε εις αλειφτόν αγγείον, έως να φυράση το μισόν ξύδι, και τότε είναι φθιασμένον και φύλαξέ το εις ένα αγγείον υάλινον καλά σκεπασμένον και, οπόταν θέλης να το χρειασθής, ανακάτωνέ το καλά και τότε τρίψε καλά τες εξοχάδες με ένα συκόφυλλον ή πανί έως να ξαιματώσουν. Έπειτα βρέχε κομμάτι πανί εις το άνωθεν ξύδι και βάνε το εις τον πάτον σου να κάμη ώρας Κ3ν ιβ' και έχε υπομονήν, ότι σου δίδει πόνον πολύν, αμή άλλη ιατρεία δεν είναι εις την οδύνην αυτήν αληθέστερος και S. 234 κάλλιον να πόνεσης ολίγας ώρας, παρέξ να βασανίζεσαι όλην σου την ζωήν. Αφότις δε περάσουν αι ιβ' ώρες, έβγαλε το πανί και πλύνε τον πάτον σου με ξύδι και νερόν ζεστόν, πάστρεψέ τον καλά να μην μείνη τίποτας από την άνωθεν αλοιφήν και ύστερα έχε λάδι καμωμένον με υπερικόν ζεστόν καλά και εις αυτό βράξε πανί, βάλε το εις τον πάτον σου και ούτω κάμε τέσσερις ή πέντε ημέρας να ιδής τελείως την ιατρείαν σου, ότι πολλές φορές εγίνη η δοκιμή και πολλοί εθεραπεύθησαν.

Έτερον. Έπαρε όνθη χαμομήλας και φάκλας, (cioè tassobarbasso), μελιλώτο και λινόσπορον από καθένα δράγμα ανάμιση, ξέρανε και κάμε τα σκόνην λεπτήν, και υσσώπου χλωρού ζωμόν, οξούγκι παπίτσας από καθένα ομοίως δράγμα ανάμιση. Λάδι, (olio di crismole e mucillagine di alica), και βάλε από καθένα δράγμα ανάμιση και μηκώνειον, (cioè oppio) σπυρία οκτώ και κρόκον, ήγουν ζαφοράν, δραγμή εμισή και βράσε τα όλα αντάμα με μίαν ουγγίαν λινόλαδο με ολίγον κερί χωρίς πολλήν φωτίαν, αλλά δαμινά, και αφού γένουν όλα ένα κορμί, όφες να χλιαρίσουν ολίγον και τότε βάλε μέσα και τριών αβγών τους κρόκους και ανακάτωσέ τα K4r καλά και γίνουνται όλα μίαν αλοιφή, την οποίαν βάνε και ιατρεύεσαι.

Άλλο. Βράσε με λινόλαδον χελιδόνιον χόρτον ή mosconi neri detti scarafaggi o calavroni έως να φυράση το μισόν λάδι, με το οποίον αλείφου και θεραπεύεσαι.

Έτερον. Κοχύλους της θαλάσσης κάμε σκόνην ή τειάφι ή καλακάνθι, αφού το βάλης εις την στίαν να κοκκινίση, και κάμε τα ως άλευρον, βάνε τα εις τον πάτον σου, αφότις κάμης την χρείαν σου, ότι τότες είναι έξω εβγαλμένες και σου βολεί εύκολα. Ει δε πάλιν και είναι από μέσα και δεν εβγαίνουσι, φύσησον αυτήν την σκόνην με το μασούρι να υπάγη μέσα και σου κάμνει ωφέλειαν.

Έτερον. Στούπισον φύλλα κισσού τρυφερά και τειάφιν και τρώγε τα νηστικός με ροδόσταμα.

Άλλο. Τρύπησε εις τον πάτον ένα τσουκάλι, κάμε τρύπαν μικρήν και βάλε το τσουκάλι άνω κάτω, κάθισε να είναι ο αφεδρώνας σου εις την τρύπαν και αποκάτω έχε ένα σκουτέλι με κάρβουνα αναμμένα και τειάφη τριμμένην και οξύγκι χοίρου ή λινόσπορον να ανεβαίνη η άχνα εις τον S. 235 πάτον σου μίαν ώραν και ούτω κάμε πολλές φορές να ψοφήσουν.

Έτερον. Έπαρε τες αψινθίες, τες κορυφές, να τες βράσης K4v με άσπρον κρασί να φυράσουν τα δύο τρίτα και στράγγισον, θες εις αγγείον καθαρόν, στούπωσον αυτό να μη ξεθυμάνη και πίνε ένα ποτήρι νηστικός, ωσάν περάση το μεσημέρι, και βάλε τες αψινθίες απάνω εις το στομάχι ζεστές όλην την νύκτα. Και τούτο να το κάμης εις την χάσιν του φεγγαρίου ή από τες κβ' και ομπρός. Έπειτα έπαρε πάλιν τες αψινθίες και κόψε τες ωσάν το μακεδονίσι και πλάσε ψωμία και κάμε τα πίτα μικρή, έπειτα βάλ' τα και τηγάνισέ τα με λάδι και τρώγε κάθα ταχύ νηστικός τρία. Ή έπαρε άλλες αψινθίες και βάλ' τες εις μίαν πλάκαν εις την φωτίαν, να καγή καλά η πλάκα, είτα έπαρε κρασί βρέξον έως τρεις φορές και βάλ' τες εις το στομάχι το βράδυ ζεστές και υγιαίνεις.