Agapios Landos, Geoponikon Venedig 1643

ΔΙΑ ΝΑ ΚΥΝΗΓΗΣΗΣ ΟΨΑΡΙΑ. ΚΕΦ. ΡΟ'. (ΡΟΒ')

Κάμε ένα φανάρι με γυαλία ή κρύσταλλα με τρόπον, οπού να μην ημπορή να εισέλθη μέσα η θάλασσα, ήγουν κάμε τον πάτον του ξύλινον και με βίδα να στρουφίζη στενά. Ας είναι το χέρι του, τουτέστιν ο τόπος οπού βάνεις την λαμπάδα ή λυχνάριον, εις τον οποίον βάλε κομμάτι μόλυβδον δια να βουλά το φανάρι, το οποίον ας είναι από πάνω καλά φραμένον και ας έχη ένα κερκέλλι να το δένης και, όταν L5r θέλης να ψαρεύσης, κατέβαζέ το εις την θάλασσαν και τότε S. 246 συνάγουνται εις το φως όλα τα οψάρια, μόνον ας είναι νύκτα σκοτάδι και τότε βάλε τα δίκτυα να πιάσης αμέτρητα.

Έτερον. Έπαρε κομμάτι πανί σκαρλάτον, ήγουν κόκκινον, να είναι ωσάν μίαν γλώσσαν, άλειψέ το καλά με λάδι της βαλεριάνας, τούτο είναι ένα χόρτον, οπού το έχουν εις τα σπλετζερεία, ελληνικά το λέγουσι φου, και κρέμασε αυτό το πανί εις το ορμίδι σιμά εις το αγκίστρι και, όσες φορές το κατεβάσης, δεν έρχεται άδειον.

Έτερον δια οψάρια. Κοπάνισε καμπόσην βαλεριάναν, ήγουν αγρίαν νάρδον, και βάλε την εις τα δίκτυα ή εις το κοφίνι ή εις άλλο εργαλείον, οπού ψαρεύεις, ότι αυτό το χορτάρι έχει μίαν μυρωδίαν και τρέχει το ψάρι, οπού την γρικήση, ως μεθυσμένον.

Άλλο. Στούπισον τιθόμαλον, (cioè tithimalo), ή χελιδόνιον και ρίξε το εις τα νερά να συναχθή όλον το ψάρι πάραυτα και, εάν αλείψης τους πόδας σου με το ζουμόν αυτού του χόρτου τιθομάλου, σε τριγυρίζουν τα οψάρια να τα πιάνης σχεδόν με τας χείρας σου ή με την πόχην.

Έτερον. Έπαρε χόρτον, οπού λέγουσι λαβάντα, κοπάνισέ το με τες πέτρες, ρίξε το εις την θάλασσαν να συναχθούν άπαντα.

Έτερον. Κοπάνισε μίαν κουρούναν ή άλλο πετεινόν ή και L5v όρνιθα με χοντρήν όμμουδα έως να λύσουν τα κόκκαλα της κουρούνης και ας έχη έσω της όλα τα εντόσθια δια να πάρη η άμμος την βρώμαν του κρέατος και τότε σκόρπιζε καμπόσην εις το πέλαγος εισέ διαφόρους τόπους να γρικήσουν τον βρώμον τα οψάρια και εύρε τόπον πιδέξιον να κάθεσαι με το καλαμίδι και δόλωνε από το στήθος της κουρούνας ή όρνιθας και πιάνης σαργούς, όσους θέλεις, μόνον ας είναι καμπόσον θολά τα νερά ή νύκτα να μη φαίνεσαι.