ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΑΛΑΣ ΕΙΣ ΚΑΙΡΟΝ ΑΝΑΓΚΗΣ. ΚΕΦ. ΡϞΕ'. (PϞΖ')
Κάψε καλαμίες ξηρές από κουκκιστράν, κάμε αλουσάν με τον άθον τους, ήγουν κατασταλακτήν με την στάκτην αυτήν, την οποίαν αλουσάν βράζε εις το χάλκωμα, έως να φυράση όλη, και τότε απομένει εις τον πάτον το άλας, το οποίον αναλύει εις την φωτίαν ωσάν κερί. Έτσι το λέγει το ιατροσοφείον
καθώς το έγραψα, αμή φαίνεται μου πως, αν βάλη τινάς θάλασσαν αντίς δια νερόν να κάμη την άνωθεν αλουσάν, ήθελε γένη άλας περισσότερον, επειδή και με θάλασσαν μοναχήν κάμνουσι τινές άλας βράζοντες αυτήν ώραν πολλήν και βάνοντές την εις τον ήλιον ύστερα έξω εις το δώμα δια να της δίδη και η ψύχρα της νυκτός να πήξη καλύτερα.