ΔΙΑ ΝΑ ΚΑΜΗΣ ΚΟΛΛΑΝ ΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ. ΚΕΦ. ΣΚΖ'. (ΣΚΘ')
Έπαρε αχελίου ξηρού δερμάτι να μη το έχουσιν αλατισμένον, κοπάνισον αυτό με κομμάτι ξύλον και βράσε το με ολίγον νερόν, όσον να το σκεπάζη, και δίδε του ολίγην φωτίαν έως να λύση και τότε το στράγγισε με πανί εις μίαν λεκάνην σιδηράν ή χάλκινην ή άλλου μετάλλου και άφες να ξηρανθή ολίγον εις τον αέρα και τότε την κόψε κομμάτια και ξήρανέ τα καλά, φύλαξέ τα, ότι αυτή είναι κόλλα θαυμαστή, οπού δεν φοβάται φωτίαν ουδέ νερόν.
Έπαρε τρεις ουγγίας ασβέστην άσβηστον, μίαν ουγγίαν σκουρά του σιδέρου, μισή ουγγίαν άλας και μίαν ουγγίαν λάσπην κρασίου, τρίψε τα όλα καθένα χωριστά και ύστερα τα S. 272 Or ανακάτωσε με λινόλαδο και κοπάνισέ τα όλα αντάμα και έγιναν κόλλα καλή, αμή μη την κάμης πολλά σφικτήν. Oπόταν δε θέλης να κολλήσης ξύλα και πέτρες αντάμα, έπαρε τρεις ουγγίας ασβέστην άσβεστον και μίαν ουγγίαν λάσπην κρασίου, κάμε τα σκόνην, ένωσον αυτήν με βερνίκιν αχαμνόν, ήγουν να μην είναι πολλά σφιγκτόν και έγινεν.
Έτερον. Βάλε εις το νερόν τες άκρες του εβραϊνού χαρτίου, ήγουν εκείνα οπού ρίπτουν οι σταχωτάδες των βίβλων, και ας κάμουν τρεις ημέρας ή δ'. Έπειτα χύσε το νερόν εκείνο και πλύνε τα με άλλο παστρικόν δύο τρεις φορές έως να έβγη όλος ο ασβέστης και τότε τα βράσε έξι ώρες και βάνε νερόν, όταν δεν έχουσι, και ανακάτωνέ την με κομμάτι ξύλον να μη κολλήση και, όταν γένη, την στραγγίζεις εις αγγεία απλωτά να γένη δύο ή τρία δάκτυλα εις το πάχος και, όταν πήξη ωσάν τζηλαδία, την κόψε φέτες πτενές, κρέμασέ τες εις τον αέρα να μη τως δώση ήλιος και, όταν την χρειασθής να κολλήσης χρυσίον ή ασήμι εισέ χαρτί ή εισέ ξύλον ή άλλο τι, βάνε κομμάτι από ταύτην εις το νερόν να μοσκέψη καμμίαν ημέραν και τότε την ανάλυσε εις την φωτίαν να κάμης την χρείαν σου. Ούτω βράζουσι και το λαφοκέρατο και το κόπτουσι πρώτα λεπτά κομμάτια, έπειτα το βράζουν έως να κολλά εις τα δάκτυλα, αμή αύτη η κόλλα γίνεται λεπτότερη από την πετσόκολλα δια να την βάνουν εις Ον ελαφρά κολλήματα. Ει δε και θέλεις να κάμης δυνατή και βασταγερότερην, έπαρε από τους ταμπάκηδες, οπού γνάφουσι τα πετσά και δερμάτια των βοδίων και τράγων και άλλων ζώων, τα άκρα οπού ρίπτουσι ως άχρηστα, τα οποία ας είναι ωμά, ότι αυτά γίνουνται ευκολότερα, διατί τα βράζεις ολιγότερην ώραν. Ει δε και είναι ξηρά, τα βάνεις εις το νερόν δύο τρεις ημέρας πρωτύτερα και τότε τα βράζεις καθώς είπομεν άνωθεν ανακατώνοντάς τα συχνάκις και βάνοντας νερόν να τα σκεπάζη πάντα να μη χαλάση το χάλκωμα και, όταν την δοκιμάσης και κολλά εις τα δάκτυλα, κατέβασε και στράγγιξέ την εισέ βατσέλια ή αλλά αγγεία απλωτά και βάλε την να πήξη την νύκτα, ότι με το πάγος της νυκτός ξηραίνεται. Αμή φυλάγου, όταν την κάμνης να είναι ψυχρός ο καιρός, ήγουν χειμώνας, δια να πήξη, ει δε και είναι καιρός του θέρους ή και άλλον καιρόν να φυσά ο νότος χάνεις την, διατί δεν πήσσει και δεν έχεις πως να την φυλάξης. Καθώς το S. 273 έπαθα και εγώ μίαν φοράν εις το Άγιον Όρος, οπού την έκαμα τον Οκτώβριον, ότι ο καιρός έδειχνε ψυχρός και έως να την βράσω έκαμε νότον ζεστόν και εβάσταξεν ημέρας πολλάς και έχασα την περισσότερην, όση μας επόμεινε από τα σανίδια, οπού εκολλάρισα, δια να ζωγραφίσωμεν. Όλα τα δερμάτια των ζώων και τα μικρά των αρνών και ερίφων γίνουνται κόλλα ως άνωθεν και, αφού πήξη, την κόπτεις O2r λεπτά κομμάτια και την κρεμνάς έως να ξηρανθούσι καλά και τότε τα βάνεις εισέ καλάθια.
Έτερον να κάμης δυνατήν κόλλαν. Έπαρε βερντεράμε και βερνίκην και μίνιο, τρίψε τα και ανακάτωσέ τα και κόλλησε είτι θέλης και ποτέ δεν ξεκολλά, είτι και αν είναι, γυαλί, ξύλον ή μέταλλον. ·.
Έτερον. Κοπάνισε του λούτσου ή και άλλου οψαρίου αρσενικού τα κόκκαλα και τρίψε τα καλά να γένουν άλευρον και τότε βάλε την σκόνην αυτήν εις τσουκάλι αφόριον και βράσε την με νερόν έως να λύση και, όταν την δοκιμάσης και κολλούσι τα δάκτυλα, κατέβασε και στράγγιξέ την με πανί λινόν εις άλλο αγγείον και κυβέρνησέ την ως άνωθεν.