Agapios Landos, Geoponikon Venedig 1643

ΕΙΣ ΠΟΝΟΝ ΛΑΙΜΟΥ. ΚΕΦ. ΡΛΘ'. (ΡΜΑ')

Έπαρε γλυκόρριζα, πλύνε την καλά να μην έχη ρύπον I5v ολότελα, κοπάνισέ την. Έπειτα την κόψε μικρά κομμάτια και βάλε την εις νερόν γλυκόν, ζεστόν, όσον να την σκεπάζη, να κάμη ένα μερόνυκτον και τότε βάλε την εις ένα σακκούλι από λινόν να μην είναι πυκνόν, μαγκάνισέ την δυνατά εις την γαλιάγραν και σφίγξε την όσον είναι βολετόν, έως να έβγη όλον το υγρόν της ουσίας της, το οποίον αντάμα με το άνωθεν νερόν βράσε ώραν πολλήν με ολίγην στίαν να μη το τσουκνώσης και ανακάτωνέ το με ένα ξύλον όσην ώραν το βράζεις έως να φυράση να γένη πηκτόν ωσάν το μέλι. Και τότε βάλε το εισέ λεκάνες απλωτές ή άλλα αγγεία εισέ καθένα ολίγον, όσον να γένη το χόντρος του μόνον ένα δάκτυλον, δια να ημπορής ύστερα να το κόπτης, διατί ξηραίνεται ωσάν την πετσόκολλα. Και δια να μη κολλήση εις τα αγγεία βάνε ολίγον αλεύρι ψιλόν εις τον πάτον τους, όταν θέλης να το χύσης, και αφού πήξη το φύλαξε και, όταν πονέση ο λαιμός σου, βάνε από τούτο εις το στόμα σου ολίγον ωσάν ένα κουκκί και μάλιστα κάθε βράδυ, όταν πέσης εις το στρώμα, και μη το καταπίης, αλλά κράτει το έως να λύση όλον ωσάν το κάντιον. Και κατάπινε το υγρόν του δύο τρεις νύκτες και υγιαίνεις. Τούτο το λέγουσι φράγκικα sugodiliquiritia, ήγουν ζουμί της γλυκόρριζας και, επ' αληθείας, δεν ηύρα άλλην ιατρείαν εις τον πόνον του λαιμού μου (οπού S. 227 πρήσκεται εις τα πλάγια και ο σταφυλίτης συχνάκις) ωσάν ετούτην, αμή αλήθεια μη φάγης αλμυρόν ούτε κρασίν ή νε ρόν I6r ψυχρόν να πίης αυτάς τας τρεις ημέρας ούτε άλλο πράγμα οπού βλάπτουσι τον λαιμόν, ήχουν χόρτα άψητα, καρύδια, σκόρδα, μόνον τρώγε απαλαιτικά και γλυκά πράγματα, ήγουν βούτυρον, σταφίδας και άλλα παρόμοια και, όταν διψήσης, πίνε νερόν χλιαρόν ή ζεστόν, ότι το ψυχρόν τον πρήσκει χειρότερα. Αλλά βράζε σύκα και πίνε ζεστόν το νερόν τους και κράτει το ώραν πολλήν εις το στόμα. Ομοίως και η ροδομέλη ωφελά. Ή βράσε πίτερα με νερόν και με τον χυλόν εκείνον γαργάριζε τον λαιμόν συχνάκις. Ή ένωσον αλεύρι, μέλι και βούτυρον, βάνε τα απ' έξω με κομμάτι πανί και δένε. Το ζουμί του ορίγανου, του μαρουλίου ή ρογδίων ή από βατσινόμουρα ή συκάμινα ολονών αυτών ο ζωμός καθένας ξέχωρα ωφελά, όποιον έχης, να γαργαριτζάρης τον λαιμόν και ιάται. Και απ’ έξω να βάνης περδικούλι ψημένον εις μίαν κεραμίδα χωρίς νερόν με τον βούτυρον. Ή ρυπόμαλλον, ήγουν από τα σκέλη του προβάτου να κόψης μαλλιά με τον ρύπον τους, να τα ζεστάνης, να τα δέσης με το άνωθεν χόρτον και βούτυρον απ’ έξω του λαιμού και ξεπρήσκεται. Τα αυτό κάμνουν οι βαθράκοι να τους βράσης με λάδι, να τους βάλης.