ΕΙΣ ΠΟΝΟΜΑΤΟΝ. ΚΕΦ. ΡΜΑ'. (ΡΜΓ')
Όταν είναι τα ομμάτια κόκκινα και πρησμένα ή πονούσιν, έπαρε νερόν από περιστερών, τούτο το χόρτον, οπού το λέγουν φράγκικα μπέρμπενα, από πήγανον, από χελιδόνιον, τριαντάφυλλα και από αλόην και τούτζια πρεπαράτα από πάσα ένα μισήν δράγμα, κοπάνισε και πέρασέ τα από ψιλόν μανδήλιον και φύλαξέ τα εις μίαν αγαστέρα υαλίνην και, όταν έχης χρείαν, ζέσταινέ το και βάνε το εις το πονεμένον ομμάτι μίαν προς μίαν ρανίδα. Και τότε έχε κάντιον στουπισμένον ψιλόν ως αλεύρι και από την σκόνην αυτήν (...).
Έτερον. Έπαρε την χολήν ενός οψαρίου, οπού λέγουσι λούτσο, και είναι ωσάν την ζαργάναν, ήγουν βελονίδα μακρύς, αμή χοντρός ως τον κέφαλον, και βάλε αυτήν την χολήν εις τα όμματα να κάμη ώρας κδ' και ιάται.