Agapios Landos, Geoponikon Venedig 1643

ΕΙΣ ΠΟΝΟΝ ΩΤΙΩΝ. ΚΕΦ. ΡΜΒ'. (ΡΜΔ')

Όταν πονή το αφτί σου, έπαρε ένα πιάσμα αψίνθιον, στούπισε και βράσε το με άσπρο κρασί και, αφού κρυγιάνη, αποσφώνιασέ το δυνατά, βάνε τον ζωμόν εις το αφτί σου.

Έτερον. Βάλε εις ένα κομμάτι κρομμύδι ολίγον λάδι Ι8r μεστελ λίνον, οπού είναι εις τα εργαστήρια, να βράση εις τα ανθράκια έως να ψηθή καλά και βάνε με ένα πτερόν απ’ αυτό το κρομμυδόλαδον ζεστόν εις το πονεμένον αφτί. Έπειτα στούπισε απήγανον με άσπρον άβγου, βάνε τα τριγύρου εις το αφτί σου και ιάται.

Έτερον. Έπαρε πινόμαλλον και ζέστανε γλυκό αμυγδαλόλαδον και βάνε τα αντάμα εις το αφτί σου να παύση ο πόνος σου πάραυτα. Ει δε και έχει μέσα σκώληκας, έπαρε ένα χόρτον, οπού το λέγουσιν οι ιταλοί περσικάρια και ημείς υδροπίπερον, γεννάται εις το νερόν, ομοιάζουν τα φύλλα του του ηδυόσμου, αμή δεν μυρίζει, μόνον καίγει ως το πιπέρι, τούτο κοπάνισε, έβγαλε το ζουμί του και ανακάτωσέ το με λινόλαδο, βάνε το εις τα ώτα σου να ψοφήσουν οι σκώληκες πάραυτα. Ή στούπισε κάππαρη και καλαμίνθα, ένωσον τον S. 230 ζωμόν αυτών με λάδι και βάνε το. Ει δε και είναι σκώληκες εις άλλο μέλος του σώματος, έπαρε ρίζαν της σκάρφης, ήγουν ελλέβορον μαύρον, στούπισον και ένωσον αυτόν με οίνον, βάλε τον εις τον τόπον και φθείρουνται. Ει δε και είναι τινάς κωφός και δεν ακούει, βράσε με λάδι το δερμάτι του όφεως έως να φυράση το μισόν λάδι και απ' αυτό του βάνε ει το αφτί ταχύ και βράδυ.

Έτερον. Βράσε αντάμα εις ένα τσουκαλάκι χαμομηλόλαδον, Ι8ν αμυγδαλόλαδο και κρινόλαδον, ήγουν του ντζίλιου μίαν ουγγίαν από καθένα με ολίγον ραπανόσπορον και κομμάτι κυκλάμινον έως μισήν ουγγίαν και, όταν φυράση το γ', τα κατέβασε και βρέχε κομμάτι μπαμπάκι, βάνε το εις την τρύπαν του αφτίου καμπόσας ημέρας.

Άλλον. Έπαρε ένα αχέλι του ποταμού, σούβλισε, ψήσε το εις την φωτίαν και μάζωνε εις ένα σκουτέλι το παχύ οπού στάσσει από το αχέλι. Έπειτα ψήσε και σκόρδον εις την στάκτην και βρέχε μίαν σκελίδα σκόρδον εις αυτό το παχύ, βάνε το εις το αυτί σου και ξεκουφαίνεσαι. Και κάμνε το κάθα όταν υπάγης να κοιμηθής και πλάκωνε το καλόν αυτί να είναι το κουφόν από πάνω να ημπορή το παχύ να εισεβαίνη παραμέσα.