ΟΤΑΝ ΤΙΣ ΣΕΛΗΝΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΙΠΤΩΝ ΚΑΤΑΓΗΣ ΤΑΡΑΣΣΕΙ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ. ΚΕΦ. ΡΝΒ'. (ΡΝΔ')
Έπαρε αγριάγγουρα απ' εκείνα τα μικρά, οπού είναι ωσάν βελόνια και έχουν αγκυλόνες και τα σφίγγεις και πηδά έξω το ζουμί και ο σπόρος τους. Απ' αυτά στούπισε, έβγαλε τον ζωμόν τους, στράγγισέ τον με ένα μανδήλιον και ζύγιασέ το, να βάλης εις πάσαν λίτραν δώδεκα ουγγίας μέλι άσπρον και τρεις ουγγίας ξύδι δυνατόν και μίαν δράχμα φίνα κανέλλα, τα οποία όλα βράσε αντάμα, ξάφριζέ τα καλά. Έπειτα, όταν δεν κάμνουν πλέον αφρόν, έβγαλέ τα από την φωτίαν και βάλε εις πάσαν μίαν λίτραν ένα πίασμα κρόκου και μισόν καράτο μόσκον, μίαν ουγγίαν ροδόσταμα και ανάμιση ουγγίαν ρακί καλόν και βάλε τα όλα ταύτα εις αγγείον υάλινον ή αλειφτόν να μη το πίνη. Και απ' αυτό δίδε του ασθενούς μίαν ουγγίαν πάσα δέκα ημέρας να το τρώγη νηστικός, έως να υγειάνη Θεού βοηθούντος.
K6vΈτερον. Έπαρε κομμάτι δερμάτι από την κεφαλήν του γαδάρου, κάμε το ωσάν λουρί να το ζώνεται ο ασθενής κατάσαρκα.
Έτερον. Καύσε τα ονύχια του γαδάρου να γένουν σκόνην και πίνε κάθε ταχύ, να είναι λίγωσις του φεγγαρίου, δύο δραγμάς με νερόν πιγονίας και το βράδυ ομοίως άλλο τόσον, έως ημέρας δεκαπέντε.
Έτερον. Στούπισε απήγανον, πίνε τον ζουμόν του με νερόν πιγονίας και με ολίγην ζάχαρην έως ημέρας ιε' κάθα ταχύ δύο σκρόπολα.
Άλλο. Έπαρε την ρίζαν ενός χόρτου, οπού το λέγουν πάλμα Κρίστι, κάμε την σκόνην και πίνε την με το νερόν της πιγονίας, ως άνωθεν. Το ίδιον κάμνει και ο καρπός του να τον πίνης ομοίως με το νερόν της πιγονίας.