344 ἄρτηκας, sacristia templi, ubi vestes Sacerdotum. Ioan. ἱερεὺς Θεσσαλονικ. [1.22v ii α]
345 ἄρτηκας, τὸ ἱερὸν βῆμα, ubi stent sacerdotes. [4.225r iv α]
Kritischer Apparat ἄρτη-
346 τὸν ἄρτικαν τῆς ἐκκλησίας, τὸν νάρθηκα, τὸ δρομικὸν, fort. vestibulum seu porticum. [1.24v iv α]
347 νάρθηξ, δρομικόν τι, ὅπου αἱ γυναῖκες ἵστανται, ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ. Andr. Darmarius. Vide ἄρθηκας. [2.197r ii ν]
Quelle GH 101: ἄρτηξ (.νάρθηξ τοῦ ναοῦ.) dicetur locus: ὅπου αἱ γυναῖκαι (.καὶ γαμεταὶ, καὶ παρθένοι.) ἐν ἱερῷ ἵστανται. CALONAS
348 νάρθηξ, aτὸ περιαύλιον, τὸ ἀπόξω τῆς ἐκκλησίας, aut ναβλὺ τῆς ἐκκλησίας, area circa ecclesiam. Andreas Argyrus: blicet initiò putaret, esse pulpitum templi, ubi libri ponerentur. [2.197r ii ν]
Quelle GH 75: νάρθηξ τῆς ἐκκλησίας: pulpitum in Ecclesia, ubi libri ponuntur. Aliter, καλανάρχος dicetur. Sed verius, νάρθηξ, τὸ περιαύλιον, τὸ ἀπόξω τῆς ἐκκλησίας. ò ver, ναβλὺ τῆς ἐκκλησίας. Area circa Ecclesiam. ἐν τῷ περιαυλίῳ, sunt παρεκκλήσια. ARGYRUS
Kritischer Apparat ναβλὺ] an <(σ)τὴν> αὐλή?
349 νάρθηξ τοῦ μοναστηρίου, τὸ περιαύλιον, in quo sunt παρεκκλήσια. [2.197r ii ν]
350 νάρθηξ τοῦ ναοῦ, πρὸ τοῦ ναοῦ δρομικόν τι. V. ἄρτηξ. [2.197r ii ν]
351 νάρθηξ, τὸ δρομικὸν, V. τὸν ἄρτικαν. [2.197r ii ν]
352 ἄρτηκας, τὸ ἱερὸν βῆμα, ubi stent sacerdotes. [4.225r iv α]
353 νάρθηξ τοῦ ναοῦ (.inquit Ioan. Lewenclaius.) λέγεται ἡ δημοσία πύλη, ἤτοι τὸ προπύλαιον. Sic τὸ α. est exterior porta, ἡ δημοσία. τὸ β. est interior. [4.248r iv ν]